Δευτέρα, 2 Αυγούστου 2021

Πατρίδα ξένη

της Μάγδας Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη


Ένα νεογέννητο βιβλίο από τις εκδόσεις «Άπαρσις». Ένα ιστορικό λογοτεχνικό δημιούργημα της Μάγδας Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη.

Η 50χρονη ιστορία της ζωής μιας οικογένειας Εβραίων του Αγρινίου που διαδραματίζεται σε μέρη και συνοικίες της πόλης μας και όχι μόνο,  βασισμένη σε υπαρκτά πρόσωπα του Αγρινίου και σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα της περιοχής μας.

Ένα βιβλίο που με έναν υπέροχο τρόπο και εξαίσια γραφή πλέκει την ιστορία της πόλης μας με την λογοτεχνία. Μπορεί κανείς να το χαρακτηρίσει και ιστορικό ντοκουμέντο…

Είμαι σίγουρη ότι θα σας συναρπάσει από τις πρώτες κιόλας σελίδες. Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα!

Μάγδα, ευχαριστούμε πολύ!!!



 Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

Πόσο ξένη είναι η πατρίδα για τους ήρωες του μυθιστορήματος «Πατρίδα ξένη»; Μέσα από πέντε δεκαετίες του εικοστού αιώνα (1935-1975), οι ζωές τους βιώνουν την ιστορία της αλυσοδεμένης Ελλάδας που αγωνίζεται για την Εθνική Ανεξαρτησία της, χωρίς ντόπιους και ξένους προστάτες, κάτω από το μαύρο πέπλο του φασισμού και του ναζισμού.

Τραγικές προσωπικές περιπέτειες που προξένησαν ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Εμφύλιος και η δικτατορία των συνταγματαρχών. Αγρίνιο, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Άουσβιτς, Κροστσιένκο οι τόποι, όπου διαδραματίζεται το μυθιστόρημα. Πρωταγωνιστεί ο Γιώργος Παππάς, περσόνα του αγωνιστή της Δημοκρατίας και υπουργού του ΠΑΣΟΚ Γιώργου Δ. Παπαδημητρίου (1916-1999).

Γύρω από αυτόν, περιστρέφονται οι Σεφαραδίτες Έλληνες Εβραίοι Ζαχαρίας και Ελισεβά Ναχμίας, καθώς κι ο ταγματασφαλίτης χωροφύλακας Κοσμάς Ξυπολυτέας με τη γυναίκα του Ελευθερία, αγωνίστρια επί Κατοχής. Το ψηφιδωτό της πρωταγωνιστικής ομάδας, συμπληρώνει ο νέος δικηγόρος Αλέξανδρος Ντούβας, πιστός στις ιδέες του Αρχειομαρξισμού. Αλλά, το μυστικό του βιβλίου κρύβεται στο ερώτημα: Μαρία ή Μαριάμ;

Η Ιστορία συναντά τη λογοτεχνία για να υφάνει το χαλί που θα πατήσουν πάνω του οι ερχόμενες γενιές. Θα τα καταφέρουν να συνεχίσουν τον αγώνα αυτών που θυσίασαν τη ζωή τους για την Δημοκρατία;


Για την αναπαραγωγή της ανάρτησης είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η αναφορά της πηγής. 


  Share

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2021

Μία μαρτυρία για τους Εβραίους

 


του Αριστείδη Μπαρχαμπά.

 
 Το τρένο φόρτωνε καπνά στην είσοδο των αποθηκών. 
Φόρτωσε όμως και Εβραίους για να τους μεταφέρει
στα στρατόπεδα εξόντωσης.

«Μάρτυρες μιας πτυχής του πιο κατακλυσμικού συμβάντος της ιστορίας της ανθρωπότητας»

Η παραπάνω άποψη ίσως θεωρηθεί υπερφίαλη, εξωπραγματική ή φαντασιοπληξία για πολλούς. Σε άλλους ίσως γεννήσει απορίες κι ερωτηματικά και τέλος σε ορισμένους σκεπτικισμό και προβληματισμό. Είναι όμως ένα μνημονικό δεδομένο που αναφέρεται για πρώτη φορά, χάρη στη γραπτή αφήγηση ενός προσωπικού βιώματος.

«Το παρελθόν ως πηγή ιστορικής συνείδησης, από την οποία μπορούν να παρέλθουν σημαντικές ιδέες για την πορεία της σύγχρονης κοινωνίας, μοιάζει να έχει χαθεί από τον ορίζοντά μας» (κατά τη ρήση του Mark Auge).
 Έρχεται όμως μετά από 65 χρόνια η επί χάρτου ιστορική ανάμνηση να αμφισβητήσει την ανωτέρω ρήση και να βγάλει στο φως της επικαιρότητας ένα τραγικό αλλά άγνωστο συμβάν για την Αγρινιώτικη κοινωνία στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής…

Αιτία για την καταγραφή της ιστορικής αυτής μνήμης, στάθηκε το βιβλίο μου «Το Αγρίνιο κάποτε...» που έφτασε στα χέρια της κυρίας Νινέττας Μάτσα Feidman, εβραϊκής καταγωγής. Η περιδιάβασή της στις σελίδες του την γέμισε νοσταλγία για την «πόλη που έζησε και θυμάται», η δε πληροφόρησή της μέσω της επιστολής της για τα τραγικά συμβάντα που έζησε, άκρως κατατοπιστική.
Μεγάλωσε στη Ντούτσαγα. Στο τρίτο δημοτικό και στο Γυμνάσιο Θηλέων απέκτησε την ελληνικότητά της και με γλαφυρότητα μας εξιστορεί τ´ άγνωστα για την πλειοψηφία του λαού συμβάντα, την εποχή που οι Γερμανοί κάρφωναν την σβάστικα στην καρδιά της πόλης μας:

«Το Αγρίνιο κάποτε… περιέχει φωτογραφίες ανθρώπων οι οποίοι έπαιξαν πολύ σπουδαίο ρόλο στην επιβίωση της οικογένειάς μου κατά την περίοδο του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος.
Είμαστε εβραϊκής καταγωγής. 
Ο Θωμάς Μποκόρος (σελ. 253) ένα σημαντικό μέλος της Αντίστασης, μας βοήθησε να βγούμε από το Αγρίνιο τρεις ημέρες πριν οι Γερμανοί πάνε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος να συλλάβουν τον πατέρα μου Λέων Μάτσα.
Ο Δημήτριος Πιπερίγκος, συνάδελφος του πατέρα μου στην Εθνική Τράπεζα, μας έστελνε τρόφιμα που αποθήκευε στην τράπεζα μέσω ανθρώπου με άλογο που στέλναμε από τον Ψιλόβραχο, το χωριό που είχαμε καταφύγει. 
 Παρέλαση ανταρτών (σελ. 351) εορτασμός της απελευθέρωσης του Αγρινίου. Χαρές στους αντάρτες. Τα βουνά της Αιτωλοακαρνανίας παρέμειναν ελεύθερα, εκεί είναι που κατέφυγαν και επέζησαν οι οχτώ οικογένειες των Εβραίων. 
 Το Αγρίνιο είναι μία από τις ελάχιστες πόλεις της Ελλάδας όπου ολόκληρη η εβραϊκή κοινότητα επέζησε! Δυστυχώς οι Εβραίοι των Ιωαννίνων όπου κατοικούσαν οι συγγενείς μας, δεν είχαν την ίδια τύχη, τους χάσαμε σχεδόν όλους.
 Ίσως να μην το ξέρετε αυτό, είσαστε τότε μικρό παιδί. Οι Γερμανοί εστέγασαν τους Εβραίους της Άρτας και Πρέβεζας στις καπναποθήκες Παπαπέτρου, πριν τους βάλουν στα βαγόνια και τους μεταφέρουν στα στρατόπεδα εξοντώσεως. Έτσι οι αποθήκες Παπαπέτρου έγιναν μάρτυρες μιας πτυχής του πιο κατακλυσμικού συμβάντος της ιστορίας της ανθρωπότητας. Έξι εκατομμύρια αθώοι άνθρωποι πέθαναν μόνο και μόνο επειδή ήσαν Εβραίοι! Είναι λοιπόν σοβαρή παράλειψη του βιβλίου να μην αναφερθεί αυτό το τόσο δραματικό γεγονός της ιστορίας του Αγρινίου…».

Διαβάζοντας την επιστολή της κ. Νινέττας, πλημμύρισα από απορίες κι ερωτηματικά. Για ποιες άραγε σκοπιμότητες και ένοχες σιωπές παρέμεινε στη λήθη το δραματικό αυτό γεγονός της ιστορίας μας;
Επειδή πιστεύω ότι η ατομική όσο και η συλλογική μνήμη είναι μια ανακουφιστική παρότρυνση για την καταγραφή της τοπικής μας ιστορίας, διασταύρωσα την ιστορική ανάμνηση της κας Μάτσα και πικρόχολα σιχτίρισα την χρονίζουσα ανευθυνότητα της τοπικής εξουσίας!
Σε παρέα παλαιοαγρινιωτών που εξιστόρησα όλα τ´ ανωτέρω, σάστισαν ακούγοντας τ´ όνομα Λέων Μάτσας. Τον θυμήθηκαν σαν υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας, χωρίς να γνωρίζουν την τύχη του, όταν οι Γερμανοί υπό την προστασία των ταγματασφαλιτών και των Συμμάχων Εγγλέζων έφυγαν από την πόλη μας.
«Αυτά γινότανε κρυφά, ερήμην της κοινωνίας, γιατί αλίμονο αν σ´ έπιαναν οι Γερμανοί να βοηθάς Εβραίο» η άποψη του ΕΛΑΣίτη Βασίλη Μπότση που τον γνώρισε ως «κοκκινοτρίχη», όπως αποκαλούσαν τον Λέοντα Μάτσα στ´ αντάρτικα λημέρια.

Δεν γνώριζαν οι παλαιοβραχωρίτες ότι από τις καπναποθήκες Παπαπέτρου, μεταφέρονταν σαν καυσόξυλα και καίγονταν στους φούρνους του Νταχάου και του Άουσβιτς ανθρώπινες υπάρξεις που η καταγωγή τους ήταν ο εφιάλτης του Ναζισμού και δεν το γνώριζαν γιατί η κατασταλτική σιωπή που υπέβαλλαν οι συνεργάτες των Γερμανών, είχε σαν σκοπό την απαξίωση του αντιστασιακού φρονήματος…

Ψάχνοντας για την αλήθεια, ρώτησα τον Σωτήρη Πύργο που έζησε στο πετσί του και από μέσα το γεγονός. Έμεινε έκπληκτος και με παλαιοκομματική συνωμοτικότητα, με τράβηξε στ´ απόσκιο της αγοράς.
Χαρούμενος που τον γύρισα νοερώς στην ηρωική του εποχή με έκδηλη περιέργεια ψέλλισε:
  «Ποιος σου τάπε ρε διάολε…».
Στο άκουσμα του ονόματος, ένα χαμόγελο ικανοποίησης χαράχθηκε στο πρόσωπό του.
 «Ζούνε μουρέ… οι Ματσαίοι; Πού βρίσκονται;».
 Όχι μονάχα συμφώνησε όσα στο γράμμα της μνημόνευε η έφηβη τότε Ντουτσαγιώτισσα, αλλά συμπλήρωσε λέγοντας:
 «Όπως τα γράφει έγιναν. Εκατοντάδες Εβραίοι από Άρτα και Πρέβεζα στοιβάχτηκαν στις αποθήκες Παπαπέτρου σαν παλιοπράματα, όχι σαν άνθρωποι. Άντρες πάσης ηλικίας και γυναίκες σαν τα κρύα νερά. Μανάδες με τα μωρά στην αγκαλιά τους, χωρίς κραυγές απελπισίας, χωρίς θρηνωδίες και κλάματα, όρθιοι κοιτούσαν περήφανα τους θανατόψυχους, που κραύγαζαν Ράους, Ράους… 
Κι άκου να δεις κουράγιο, μουρέ… Πέταξαν απ´ τα παράθυρα και ξερ´ς πόσα παράθυρα εχ´ η απουθήκ´ τ´ Παπαπέτρ´, πέταξαν σαν άχρηστο υλικό, ό,τι αξίας πράγμα είχαν πάνω τους ή κουβάλαγαν μαζί τους, χρυσαφικά, ρολόγια, δαχτυλίδια, βραχιόλια, απ´ αυτό μουρέ που βάζουν οι γυναίκες στο λαιμό τους (μενταγιόν εννοούσε), σκλαρίκια, λεφτά, έπεφταν σαν τη βροχή για να μην τα πάρουν οι φονιάδες τους… Με νύχια και με δόντια τα μάζευαν όσοι Αγρινιώτες αντελήφθησαν το γεγονός. 
Λύσσαξαν οι Γερμανοί γιατί κανένας Εβραίος τ´ Αγρινίου δεν έγινε θύμα τους. Τους είχαμε φυγαδέψει προτού οι ρουφιάνοι τους καταδώσουν στη Γκεστάπο. Όταν κοιμότανε τ´ Αγρίνιο, τους μεταφέραμε στη Βελάουστα, γι´ αυτό δεν πήρε χαμπάρ´ κανένας για την τύχη τους. Ο Θωμάς Μποκόρος σαν επικεφαλής της οργάνωσης, είχε μαζί του, εκτός από μένα, τον Αλή Γεωργίου, τι θάνατο είχε το μαυρόπαιδο... Την Κορίνα Κολοκύθα, την Παρασκευή Καμμένου, τον Νίκο Μετσίνη, τηλεφωνητής, που από τη Βελάουστα ενημέρωνε τους αντάρτες, την Ελένη Δαβαρούκα, τον Κομηλάγιο κι άλλους μουρέ που ξεχνάου. Με αυταπάρνηση κάναμε το χρέος μας προς τους συμπολίτες μας Εβραίους, ενώ κάποιοι άλλοι…
 Α… τώρα… Τρεις φορές φορτώσανε τίγκα τα βαγόνια μ´ αθώες υπάρξεις για τα στρατόπεδα εξόντωσης και η φοβισμένη κοινωνία, κάτω από την μπότα του κατακτητή και των ταγματασφαλιτών και κάτω από τ´ άγρυπνο βλέμμα του δοσιλογισμού που δεν φορούσε μονάχα κοστούμια, ασχολούνταν για την επιβίωσή τους. Τους έβαζαν στα βαγόνια, όχι όπως ο Παπαπέτρος τα καπνά του με τάξη, αλλά σαν παστές σαρδέλες τα κτήνη… κι εκείνοι; Μούγγα, λες και τους είχαν φερμουάρ στο στόμα… Τι μ´ θύμσις τώρα!»…

 Στην απορία μου γιατί αυτό το γεγονός δεν έγινε γνωστό, παρά ύστερα από 65 χρόνια έρχεται η επιζήσασα Αγρινιώτισσα μ´ εβραϊκή καταγωγή να εκφράσει: α) την ευγνωμοσύνη της για την διάσωση της εβραϊκής κοινότητας Αγρινίου, β) τον θαυμασμό της για το αντιστασιακό κίνημα και γ) την απορία της για την απαξίωσή μας στο ιστορικό αυτό γεγονός.

 «Αυτά να τα πεις σ´ αυτούς που κυβέρνησαν τον τόπο. 
Εμείς γι´ αυτή την αντίστασή μας στους Γερμανούς ανταμειφθήκαμε με φυλακές, εξορίες και εκτελέσεις, ενώ οι δοσίλογοι περιφρόνισαν ό,τι το κορίτσι του Μάτσα θαύμασε, αυτοί δεν κυβερνάγανε μέχρι προυχτές, κι ακ', να δεις. Φταίμε κι εμείς με τα καμώματά μας, τους τσακωμούς και τον απολίτικο παρορμητισμό μας.
 Δε μ´ λες, πού ζει τώρα του κουρίτσ´, τι κουρίτσ´ λέου, κυρία είναι τώρα, να 'μαστε όμοια; Πες της χαιρετίσματα μουρέ, χάρκα που έστου κι αργά μας θμήθκι. 
Που είναι γαμούτο ο Θωμάς, ο Μήτσος και οι συναγωνίστριες ν´ ακούσουν τι λέει το κουρίτσ´ τ´ Μάτσα και να χαρούν, γιατί οι θυσίες μας δεν πήγαν χαράμ'. Μη ξεχάσεις μουρέ τα χαιρετίσματα».

Δεν δάκρυσε ο Σωτήρης, είναι πιο ατσάλι από τον Στάλιν, κοίταξε μονάχα τον ουρανό και κάτι ψιθύρισε, αλλά ο αγοραίος θόρυβος σκέπασε το παράπονό του!


Αριστείδης Μπαρχαμπάς

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ"





Τετάρτη, 16 Ιουνίου 2021

Τα "σπίτια της αμαρτίας"....

...στο Αγρίνιο
τις δεκαετίες του '30 και του '40

Κείμενο-Έρευνα: Γίτσα Πανταζή-Ναστούλη




Πουλιούνται τα κορμιά; Αγοράζονται τα κορμιά;
Ναι…πουλιούνται….και βέβαια πουλιούνται …και βέβαια αγοράζονται.
Για λίγα, για πολλά….ποιός ξέρει…

Η καρδιά; Πουλιέται; Αγοράζεται η καρδιά;
Όχι…δεν πουλιέται ούτε αγοράζεται η καρδιά…
Φιμώνεται, ναι…σωπαίνει, ναι…

Κάποτε κάποτε σηκώνεται από τον λήθαργο και ανάλογα
ή την ξαναφιμώνουμε ή την αφήνουμε ελεύθερη να αλητέψει, να τρέξει, να χαρεί, να αγαπήσει…




Όταν θέλησα να κάνω μία έρευνα και καταγραφή των «σπιτιών» που υπήρχαν στην πόλη του Αγρινίου, δεν πίστευα ότι θα αντιμετωπίσω τόσες δυσκολίες. Τα στόματα δεν άνοιγαν εύκολα, το θέμα «έκαιγε», με δυσκολία, εξάλλου, ανοίγονται σε μία γυναίκα γι αυτό το θέμα. Και όσοι μίλησαν- εκτός από ελάχιστους- διευκρίνιζαν ότι ποτέ δεν είχαν επισκεφτεί αυτά τα «σπίτια της αμαρτίας». Υπήρχαν και οι εξαιρέσεις βέβαια και σ’ αυτούς οφείλονται οι πληροφορίες που θα δοθούν παρακάτω. Αν τώρα μερικοί θεωρήσουν το άρθρο χυδαίο….ας μην συνεχίσουν το διάβασμα…

Οι χαρακτηρισμοί που άκουσα για τις γυναίκες που δούλευαν ή είχαν τα μπουρδέλα… ποικίλλουν. Παστρικιές, πουτάνες, ελευθέρων ηθών…

Εδώ πρωτάκουσα για τις ενέσεις 606 (1) , για την σήμανση «ΑΠΟΧΗ» (2), δίπλα από τα ονόματα των γυναικών στις υποχρεωτικές πινακίδες των μπουρδέλων, για τα προφυλακτικά ΜΠΕΜΠΕΚΑ, για το ρολλό χαρτί υγείας περασμένο σε σύρμα που κρεμόταν πάνω από το κρεβάτι…

Αρκετοί μου είπαν ότι έφευγαν από το Αγρίνιο και επισκέπτονταν- ακόμη και με μηχανάκια- τα μπουρδέλα του Μεσολογγίου (τα οποία λόγω στρατοπέδου ήταν πολλά και όλα γύρω από το στρατόπεδο) για να διασφαλίσουν την ανωνυμία τους και να αποφύγουν το στιγματισμό και τον χλευασμό.

Άλλοι μου εκμυστηρεύτηκαν ότι η πρώτη τους επαφή στα μπουρδέλα ήταν μετά από παρότρυνση του πατέρα τους και μερικοί ακόμη και  με την συνοδεία του πατέρα. Οι περισσότεροι βέβαια μετά από παρότρυνση φίλων.

Μου μίλησαν για έρωτες ανάμεσα σε πόρνες και ευυπόληπτους πολίτες του Αγρινίου, παιδιά που γεννήθηκαν από αυτές τις σχέσεις, για αποκλήρωση νέων από τους γονείς τους επειδή ερωτεύθηκαν πόρνες, για Αγρινιώτες που παντρεύτηκαν πόρνες….

Μου έδωσαν τα ονόματά τους, την καταγωγή τους, μου εξιστόρησαν τις ιστορίες της ζωής τους. Εγώ δεν θα αναφέρω τα επώνυμά τους… ο λόγος εύλογος, νομίζω.

 Μου είπαν ότι τα περισσότερα ονόματα των γυναικών ήταν «Βιολέττα»,… ποιος ξέρει γιατί…

Ψεύτικα τα ονόματά τους και μερικές είχαν και δίπλα από το όνομά τους και ένα παρανόμι όπως η Γεωργία η Χαρακωμένη, η Νίτσα η σεβνταλού… ή τον τόπο καταγωγής τους, η Κούλα η Καλυβιώτισσα, η Λίτσα η Πατρινιά…

Μου είπαν ότι η κοινωνία τις αντιμετώπιζε ως απειλή για τα «χρηστά» τους ήθη, κάτι σαν την ντροπή της αμόλυντης και άσπιλης πόλης, κάτι το μιαρό, το βρώμικο.

Δεν μου μίλησαν όμως για τις ψυχικές, σωματικές ή ηθικές ιδιαιτερότητες, αδυναμίες, γούστα, επιθετικές σεξουαλικές ορμές, ανάγκες εκτόνωσης των πελατών, που κάλυπταν....

Θα δούμε λοιπόν το επάγγελμα «πόρνη» και τα πορνεία, «σπίτια», μπουρδέλα- όπως θέλετε πείτε τα- στην πόλη του Αγρινίου από την δεκαετία του ’30 και μετά. Για το επάγγελμα που κρυβόταν απ’ το φως του ηλίου, για το επάγγελμα που ήταν κλεισμένο σε δωμάτια υγρά και μουχλιασμένα. Το επάγγελμα που προσφωνούν συχνά ως το αρχαιότερο επάγγελμα του κόσμου.

Πορνεία και Αρχαία Ελλάδα

Η πορνεία αποτελούσε στοιχείο του βίου των αρχαίων Ελλήνων ήδη από την αρχαϊκή εποχή. Στις σημαντικότερες ελληνικές πόλεις και κυρίως στα λιμάνια, αποτελούσε σημαντική οικονομική δραστηριότητα απασχολώντας σημαντικό μέρος του πληθυσμού. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρούταν παράνομη: οι πόλεις δεν την απαγορεύουν και η λειτουργία των οίκων ανοχής ήταν φανερή.

Στην Αθήνα, στο μεγάλο νομοθέτη Σόλωνα αποδίδεται η ίδρυση κρατικών πορνείων με προσιτές τιμές.

Η επαφή και η γνωριμία με τις εταίρες ήταν πολύ απλή, αφού κυκλοφορούσαν παντού: στην αγορά, στα θέατρα, στα λουτρά, στον ναό της Αφροδίτης και τους δρόμους.

Υπήρχε και η ιερή ή θρησκευτική πορνεία. Η πρακτική, δηλαδή, της σεξουαλικής επικοινωνίας για θρησκευτικό σκοπό. Η γυναίκα που εμπλεκόταν σε μια τέτοια πρακτική ονομαζόταν «ιερόδουλος».

Η ιερή πορνεία ήταν ένα ιδιόμορφο φαινόμενο στην αρχαιότητα, σύμφωνα με το οποίο νεαρά κορίτσια και αγόρια, αφιερωμένα από τους γονείς τους ή τους κυρίους τους σε ναούς στην υπηρεσία κάποιας θεότητας, προσέφεραν σεξουαλικές υπηρεσίες στους επισκέπτες του ναού. Οι υπηρεσίες αυτές ποίκιλαν ως προς το ιδεολογικό τους υπόβαθρο. Σε κάποιες περιπτώσεις, νεαρές γυναίκες που ετοιμάζονταν να παντρευτούν εντάσσονταν στις ιερόδουλες κάποιου ναού, ώστε να μαζέψουν την προίκα τους, χωρίς αυτό να αποτελεί εμπόδιο για τους μέλλοντες συζύγους. Από τον Ηρόδοτο μαθαίνουμε πως οι επισκέπτες πλησίαζαν την ιερόδουλο της αρεσκείας τους και αφού άφηναν τα χρήματα στα πόδια της, έλεγαν "Σε καλώ στο όνομα της θεάς" και εκείνη πλέον δεν μπορούσε να αρνηθεί σε κανένα τις υπηρεσίες της. Οι ιερόδουλες ήταν πόρνες, αλλά και ιέρειες, αφού τα δύο λειτουργήματα ήταν στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όπως οι υπόλοιπες ιέρειες του ελληνικού κόσμου, συμμετείχαν επίσημα σε όλες τις τελετές όπου η "ιερή" παρέμβαση τους θεωρείτο απαραίτητη. Σε αντίθεση με τις "λαϊκές" πόρνες, οι ιερόδουλες είχαν σημαντική θέση στην κοινωνία.

 Μια πηγή για τη ζωή των εκδιδόμενων γυναικών είναι τα κεραμικά αγγεία της εποχής.

Ωστόσο, οι σύγχρονοι μελετητές έχουν στην κατοχή τους ελάχιστα στοιχεία αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσης των εκδιδόμενων γυναικών κατά την αρχαιότητα. Δεν επιβιώνει καμία μαρτυρία σχετικά με τον τρόπο ζωής τους ούτε περιγραφή των οίκων όπου εργάζονταν. Ωστόσο είναι πολύ πιθανόν οι ελληνικοί οίκοι ανοχής να παρουσίαζαν σημαντικές ομοιότητες με εκείνους που περιγράφουν οι ρωμαϊκές μαρτυρίες ή με εκείνους που βρέθηκαν στις στάχτες της Πομπηίας: ανήλιαγοι χώροι, στενοί, με δυσάρεστη μυρωδιά.

Πορνεία, Νόμοι και Αφροδίσια νοσήματα

Kι ήταν ωραία ως σύνολο η αγορασμένη φίλη,
στο δείλι αυτό του μακρινού πέρα χειμώνος, όταν,
γελώντας αινιγματικά, μας έδινε τα χείλη
κι έβλεπε το ενδεχόμενο, την άβυσσο που ερχόταν.
Κώστα Καρυωτάκη, "Ωχρά Σπειροχαίτη"

 

Για πρώτη φορά η Αστυνοµική Εγκύκλιος του 1894 «Περί κοινών γυναικών και οίκων ασωτείας» επέβαλε να φέρουν οι ιερόδουλες βιβλιάριο υγείας το οποίο στην πρώτη σελίδα είχε φωτογραφία της γυναίκας σφραγισµένη από την Αστυνοµία.

 Ενενήντα χρόνια µετά το νόµο του 1834, το 1923, η έξαρση των αφροδισίων νοσηµάτων στην Ελλάδα κρίθηκε τόσο κρίσιµη ώστε συντάσσεται από τα Υπουργεία Εσωτερικών και Υγιεινής, Πρόνοιας και Αντιλήψεως, ο νόµος 3032 «Περί των µέτρων προς καταπολέµησιν των αφροδίσιων νοσηµάτων και περί ασέµνων γυναικών». Ορίστηκαν τριµελείς επιτροπές για τον κάθε Νοµό, µε τον τίτλο «Επιτροπή για την καταπολέµηση των αφροδίσιων νόσων», οι οποίες αποτελούνται από το Νοµάρχη, τον Αστυνοµικό ∆ιευθυντή και έναν ανώτερο υγειονοµικό υπάλληλο.

Το άρθρο 5 του Νόµου 3032 όριζε ότι, οι κοινές γυναίκες πρέπει να υποβάλλονται σε ιατρική εξέταση τουλάχιστον δύο φορές την εβδοµάδα. Οι γυναίκες που έπασχαν από αφροδίσιο νόσηµα ήταν υποχρεωµένες, µετά από εντολή του Ειδικού Υγειονοµικού Επιθεωρητή, να νοσηλευτούν στο Νοσοκοµείο Αφροδίσιων Νόσων «Ανδρέας Συγγρός» ή στο αντίστοιχο Νοσοκοµείο της Θεσσαλονίκης. Οι γυναίκες µετέβαιναν µε τη µέριµνα της υγειονοµικής υπηρεσίας και µε δαπάνες του οικείου ∆ήµου. Ιδιαίτερα για τις γυναίκες που έπασχαν από σύφιλη, προβλέφθηκε η χορήγηση ειδικού θεραπευτικού βιβλιαρίου και η υγειονοµική υπηρεσία, εκτός από την υποχρεωτική νοσηλεία, ήταν υπεύθυνη και για την ολοκλήρωση της αντισυφιλιδικής θεραπείας.

Ακόμη όμως και με την θέσπιση του παραπάνω νόμου, η Πολιτεία δεν μπόρεσε να περιορίσει τη μεταδοτικότητα των αφροδισίων νόσων και ιδιαίτερα της σύφιλης.

Στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου, η άγνοια, η έλλειψη ενημέρωσης για τα αφροδίσια νοσήματα καθώς και ο πλημμελής υγειονομικός έλεγχος των κοινών γυναικών οδήγησαν στο να λάβει εκρηκτικές διαστάσεις η σύφιλη, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Ιατρείο Αφροδισίων Νοσημάτων στο Αγρίνιο
1931

Ένα άκρως θλιβερό εύρηµα στα αρχεία του «Α. Συγγρός» κατά τον Μεσοπόλεµο, αποτελεί το γεγονός ότι το 39% των νοσηλευοµένων συφιλιδικών κοινών γυναικών προέρχονταν από τις προσφυγοπούλες της Μικράς Ασίας, ηλικίας 21-25 ετών. Αυτό αποτελεί πραγµατικά µια δεύτερη τραγωδία που βίωναν οι πρόσφυγες στο Μεσοπόλεµο. Με εξαιρετικά δύσκολη την εύρεση εργασίας, τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης και  την δυσκολία επιβίωσης, φαίνεται ότι πολλές από τις γυναίκες, που προέρχονται από τη Μικρά Ασία, οδηγούνται στη λύση της πορνείας για οικονομικούς λόγους.

Η έλευση του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου εγκαινίασαν τη νέα εποχή της μεταδοτικότητας της σύφιλης, και μόλις στις αρχές του 1950 θα αρχίσει να εμφανίζεται η μείωση του αριθμού των συφιλιδικών ατόμων και κρουσμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της Κατοχής σημαντικός αριθμός Ιταλών και Γερμανών στρατιωτών ασθένησαν από σύφιλη.


Πορνεία στο Αγρίνιο

Δεκαετία του '30 και περίοδος Κατοχής.


Αρχείο Θανάση Βαλαώρα

Στην σημερινή οδό Δημητρακάκη υπήρχε «σπίτι» που το είχε η περίφημη Κούλα, η Καλυβιώτισσα.

Εκεί που σήμερα βρίσκεται το ξενοδοχείο «Σελήνη», πρώην «Πάτραι», επί της οδού Σπύρου Τσικνιά βρισκόταν κι άλλο «σπίτι».

 Επί της οδού Σπύρου Τσικνιά, εκεί που βρίσκεται σήμερα το κατάστημα του Μπισδούνη, υπήρχε πεταλωτήριο και στον πάνω όροφο λειτουργούσε «σπίτι» που το είχε η Βαγγελιώ η προσφυγοπούλα.

Στην οδό Διαμαντή ήταν το περίφημο σπίτι της Άννας της χοντρής με τα ωραιότερα κορίτσια, όπως λεγόταν.

Στην πλατεία Χατζοπούλου, στις αρχές της οδού Καλυβίων υπήρχε το «σπίτι» της Δέσποινας. Η Δέσποινα στα στερνά της ακολούθησε τον δρόμο του μοναχισμού.

Στην περιοχή του πρώτου Παιδικού Σταθμού λειτουργούσε το «σπίτι» της Γεωργίας της Χαράκως ή Χαρακωμένης και της περιβόητης Νίτσας της σεβνταλούς.

Στην οδό Δημητρακάκη διατηρούσε «σπίτι» η Κούλα η Καλυβιώτισσα. Προφορικές μαρτυρίες αναφέρουν την Κούλα να έχει πάντα ένα μαγνήτη στο χέρι και να τον τρίβει, λέγοντας ότι τρίβοντάς τον μαγνήτιζε τους άντρες.

«Σπίτια» διατηρούσαν και η Καίτη η κουφή, η Νίτσα η γύφτισσα (το παρανόμι το πήρε επειδή ήταν πολύ μελαχροινή), η Κορωνιού κ.α.

Πολλά απ’ ότι βλέπουμε τα «σπίτια» την περίοδο εκείνη. Ας μην ξεχνάμε όμως ότι ο πόλεμος και οι ανάγκες των στρατιωτών…

Αρχείο Θανάση Βαλαώρα


 Κατά την περίοδο της Ιταλικής Κατοχής ο Ιταλός Μέραρχος Διοικητής Μάριο Μαντζάνι, έφερε από την Αθήνα, δύο κορίτσια από «σπίτι» των Αθηνών τα οποία εγκατέστησε σε οίκημα  επί της Ι. Σταΐκου 33. Την μελαχροινή Μιμή και την ξανθιά Αλίς. Ο Ιταλός Διοικητής ήταν ο μόνος και αποκλειστικός πελάτης των δύο κοριτσιών.

Ένα περιστατικό που έλαβε χώρα κατά την περίοδο της παραμονής των Ιταλών στο Αγρίνιο είναι άξιο αναφοράς.

Πολλοί Ιταλοί στρατιώτες μετά την επίσκεψή τους στους οίκους ανοχής δεν πλήρωναν το αντίτιμο της επίσκεψης και έφευγαν λέγοντας «scrivere», δηλαδή να γράψουν την οφειλή.

Το φαινόμενο του «scrivere» πήρε διαστάσεις με τις γυναίκες των «σπιτιών» να αγανακτούν. Αποφάσισαν λοιπόν να διαμαρτυρηθούν στον Φρούραρχο. Πριν την συνάντηση μαζί του όμως έκαναν αυτές μία σύναξη στο καφενείο του Λιβάνη, το οποίο βρισκόταν στην σημερινή γωνία των οδών Μακρή και Τάσου Παπαστράτου.

Ο τοπικός τύπος αναφέρει χαρακτηριστικά: «Απίστευτον και όντως αληθές! Συνήλθον χθες εις καφενείον οι κοινές των οίκων ανοχής και έλαβον σπουδαίας αποφάσεις…».

Στην σύναξη παρεβρέθηκαν όλες οι γυναίκες και αποφάσισαν να επισκεφτούν τον Φρούραρχο. Την άλλη μέρα πήγαν στο Διοικητήριο και ο Φρούραρχος, «προς γενικήν κατάπληξιν» τις υποδέχτηκε «ως αξιοπρεπείς κυρίας».

Λίγες μέρες αργότερα ο Φρούραρχος έστειλε ένα μεγάλο χαρτόδεμα στον Δήμαρχο το περιεχόμενο του οποίου περιελάμβανε σανιδένιες πινακίδες με σταμπαρισμένη πάνω την φράση: « prima pagare e dopo chiavare». Οι πινακίδες είχαν και στο πάνω και στο κάτω μέρος την σφραγίδα και την υπογραφή του Διοικητή.

Παρά την παρέμβασή του όμως πολλοί Ιταλοί δεν συμμορφώθηκαν και αφού οι επισκέψεις-διαμαρτυρίες στον Φρούραρχο επαναλήφθηκαν, το θέμα τακτοποιήθηκε με την έκδοση από το Φρουραρχείο ειδικών επιταγών που καθεμιάς η αξία κάλυπτε το ποσό της παρεχόμενης υπηρεσίας.

Τα περισσότερα από αυτά τα "σπίτια", συνέχισαν να λειτουργούν για αρκετά χρόνια ακόμη.


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

1.ΕΝΕΣΕΙΣ 606: Ενέσεις που περιείχαν διάλυμα επιβράδυνσης της σύφιλης.

2.ΑΠΟΧΗ: Η σήμανση που υπήρχε δίπλα σε όνομα πόρνης όταν για γυναικολογικούς                                λόγους δεν μπορούσε να εργαστεί.


ΠΗΓΕΣ:

  • ΔΡΑΚΟΥΛΙΔΗΣ Ν., (1939) «Ιστορική και κοινωνική επισκόπησις της πορνείας»,
  • ΛΑΓΚΑΔΑΣ Α., (1992) «Η Ελληνίδα στην Αρχαιότητα»,
  • Αρχεία του Νοσοκομείου «Ανδρέας Συγγρός» κατά την περίοδο 1931-1935
  • ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΚΑΒΙΑΣ, «Στα άκρα της βιτρίνας»
  • Θ.Μ.ΠΟΛΙΤΗΣ, «Η ερωτική συμπεριφορά των Ιταλών κατακτητών στο Αγρίνιο και γάμοι με Αγρινιώτισσες».
  • Προφορικές μαρτυρίες από: Η.Λ., Ι.Γ., Κ.Κ., Γ.Μ., Θ.Β., Γ.Σ. 






Για την αναπαραγωγή της ανάρτησης είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η αναφορά της πηγής. Share

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2021

"Το Βραχώρι εκάη"



Η πόλη Βραχώρι στην Επανάσταση του 1821

του Ι. Νεραντζή




-Το Σαντζάκιον του Κάρλελι στην περίοδο της Τουρκοκρατίας.

-Η Βραχώρη (το Βραχώρι) στην περίοδο της Τουρκοκρατίας ως περιγράφεται στον όγδοο τόμο του Σεγιαχατναμέ του Εβλιά Τσελεμπί - Εβλιά Τσελεμπί, Ταξίδι στην Ελλάδα.

- Αρματολοί και Αρματολίκι, ο θεσμός.

-Τα εναρκτήρια τού Αγώνα.

- Βραχώρη - Μεσολόγγι - Ζαπάντι, σε επαναστατική περίοδο.

- Η Βραχώρη εάλω

-Ζαπάντι εάλω

-20/21 Ιουλίου 1821, Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου άφιξις εις Μεσολόγγιον

- Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και «Οργανισμός Δυτικής Χέρσου Ελλάδος».

-«Το Βραχώρι εκάη »- Η πόλις Βραχώρη στην επανάσταση του 1821



ΤΟ ΒΡΑΧΩΡΙ ΕΚΑΗ - Ι. Νεραντζής by Georgia Pandazi on Scribd



Για την αναπαραγωγή της ανάρτησης είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η αναφορά της πηγής. Share

Πέμπτη, 10 Ιουνίου 2021

Η απελευθέρωση του Βραχωριού....

.....από το "Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως" 
του Ιωάννου Φιλήμονος


Η απελευθέρωση του Βραχωριού by Georgia Pandazi





Για την αναπαραγωγή της ανάρτησης είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η αναφορά της πηγής. Share

Η απελευθέρωση του Βραχωριού....

.....από την "Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης"
του George Finley,
μεταφρασμένο από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Η απελευθέρωση του Βραχωριού by Georgia Pandazi



Για την αναπαραγωγή της ανάρτησης είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η αναφορά της πηγής. Share

Κυριακή, 23 Μαΐου 2021

Λαϊκές Αγορές


Δεκαετία του ’20 και οι συνεχείς ανατιμήσεις των βασικών ειδών διατροφής είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα των λαϊκών στρωμάτων και ιδιαίτερα των προσφύγων που προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα με πενιχρά έως μηδαμινά εισοδήματα. Παρά τα μέτρα που λάμβανε το κράτος η αισχροκέρδεια καλά κρατούσε.

Το 1928 η κυβέρνηση Βενιζέλου προσανατολίστηκε στην ιδέα των λαϊκών αγορών. Αρχές Δεκεμβρίου καταρτίζεται το διάταγμα «περί συστάσεως και λειτουργίας των λαϊκών αγορών». Εξηγώντας τη σκοπιμότητα του μέτρου δήλωναν ότι:

 

«….Το σύστημα τούτο εφαρμόζεται σήμερον εις πολλάς επαρχίας της Ελλάδος με αρκετά καλά αποτελέσματα, ιδίως εις την Χαλκίδα και την Τρίπολιν. Η εφαρμογή του πρόκειται ήδη να επεκταθή και εις την πρωτεύουσαν προς τον σκοπόν ν’ απλοποιηθή η διαδικασία της αγοράς και πωλήσεως των τροφίμων (και ιδίως των λαχανικών), κυρίως δε ίνα παύση η μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών μεσολάβησις τρίτων. Κατά την γνώμην των ειδικών η σημερινή εντελώς αδικαιολόγητος υπερτίμησις των τροφίμων οφείλεται πρωτίστως εις την παρέμβασιν των μεσαζόντων, οι οποίοι διά της συστάσεως των λαϊκών αγορών αχρηστεύονται…….» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, 2  Δεκεμβρίου 1928).



Ένα χρόνο αργότερα, τον Μάιο του 1929, έγινε η πρώτη λαϊκή αγορά στην Αθήνα στην πλατεία του Θησείου. 

Τα εγκαίνια έγιναν με κάθε  επισημότητα.  

«….παρισταμένων του πρωθυπουργού κ. Βενιζέλου, των υπουργών των Εσωτερικών, της Εθνικής Οικονομίας και της Γεωργίας, του Δημάρχου Αθηναίων κ. Πάτση μετά του Δημοτικού Συμβουλίου και των παρεπιδημούντων Δημάρχων Θεσσαλονίκης, Πατρών, Λαρίσης και Μεσολογγίου, των Προέδρων των Επιμελητηρίων, των Συνομοσπονδιών και Ομοσπονδιών και των προεδρείων των διαφόρων σωματείων…. Κατά την διάρκειαν της αγοράς επαιάνιζε η μουσική μπάντα του Ορφανοτροφείου Χατζηκώστα, ενώ κινηματογραφική μηχανή ελάμβανε εικόνας από την κίνησιν των καταναλωτών….» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο 18 Μαΐου 1929).

 

Κατά τις αρχές της δεκαετίας του 1930 σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις οργανώθηκαν λαϊκές αγορές.

Στο Αγρίνιο, στις 24 Ιουνίου του 1930,  έγινε η πρώτη λαϊκή αγορά.


Από τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου λειτουργούσαν δύο λαϊκές αγορές στην πόλη. Κάθε Πέμπτη στην πλατεία  Καραπανέικα και κάθε Σάββατο στην πλατεία Χατζοπούλου.





Λαϊκή αγορά στην πλατεία Καραπανέικα, δεκαετία του '40
Αρχείο Maria Rixinger


Λαϊκή αγορά στην οδό Αθανασίου Ρήκα,
πίσω από την Πυροσβεστική.
Αρχείο Γιώργου Ρίζου.



Για την αναπαραγωγή της ανάρτησης είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η αναφορά της πηγής. Share

Πέμπτη, 20 Μαΐου 2021

Αντρέας Ίσκος


Οικογένεια Ίσκου

Η οικογένεια Ίσκου είναι φημισμένη οικογένεια Σαρακατσάνικης καταγωγής που ανέδειξε στρατιωτικούς και πολιτικούς. Αρκετά μέλη της οικογένειας έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821 με κύρια μορφή τον Στρατάρχη Γεώργιο Καραϊσκάκη, ο οποίος αναδείχθηκε σε σύμβολο του αγώνα.

Η καταγωγή της οικογένειας είναι από τη Δούνιστα Βάλτου Αιτωλίας και Ακαρνανίας, σημερινός Σταθάς.

Γενάρχης της αρματολικής οικογένειας των Ίσκων, ήταν ο Λαλαγιώργος Ίσκος απ' το Σακαρέτσι Βάλτου, πρωτοπαλίκαρο του Γιώργου Θώμου από το Σπάρτο. Ο Λαλαγιώργος Ίσκος, ήταν γαμπρός του αρματολού του Βάλτου γεροΔήμου Σταθά, από τη Δούνιστα, ενώ μετά τη δολοφονία του Γιαννάκη Σταθά, ορίστηκε αρματολός Βάλτου με τη βοήθεια του Αλή πασά. 

Αρχοντικό Ισκαίων στην Δούνιστα.


Ο Λαλαγιώργος Ίσκος απέκτησε δύο παιδιά, τον Δημήτρη κι τον Γιώργη.

Ο Δημήτρης Ίσκος, πήρε το πρόθεμα "Καρά" στο επώνυμό του λόγω της ανδρείας και της σκληρότητάς του. Δημήτρης Καραΐσκος.

Ο Γιώργης πήρε το επώνυμο Μοσχοβίτης γιατί πήγε στη Ρωσία και κατέβηκε στα Ορλωφικά σαν αξιωματικός του Ρώσικου στρατού. Γιώργης Μοσχοβίτης

Σύζυγος του Δημήτρη Καραΐσκου ήταν η Αθάνω Στράτου. Απέκτησαν μαζί επτά παιδιά. Τρία αγόρια και τέσσερα κορίτσια.

Τον Ανδρέα, που έλαβε μέρος στην επανάσταση του 1821 και πολέμησε στη Λαγκάδα και στο Μεσολόγγι κι έφτασε στο βαθμό του Στρατηγού, τον Γιαννάκη και τον Αντρέα.

Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης ήταν νόθος γιός του Δημήτρη Καραΐσκου που τον απέκτησε με την καλόγρια Ζωή Ντιμισκή.

Αντρέας Ίσκος 

 

Ο Ανδρέας Ίσκος ήταν γιος του επιφανούς Δημήτρη Καραΐσκου – Λαλαγιώργου. 
Διαδέχτηκε τον πατέρα του -μαζί με τον αδελφό του Γιαννάκη- στο αρματολίκι του Βάλτου.
Τα προεπαναστατικά χρόνια υπηρέτησε ως «τζοχαντάρης» (σωματοφύλακας) τον Αλή πασά Τεπελενλή.
Το 1820 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον γραμματέα του Αλή πασά, Μάνθο Οικονόμου ο οποίος είχε μυήσει μεγάλο αριθμό αρματολών που βρίσκονταν τότε στην υπηρεσία του Τεπελενλή.
Αρχές 1821 (7-10 Ιανουαρίου) πήρε μέρος στη μυστική σύσκεψη των Φιλικών και των αρματολών της δυτικής Ρούμελης (Γιώργος Βαρνακιώτης, Θοδωράκης Γρίβας, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Γιώργος Τσόγκας κ.ά), που συγκλήθηκε για να οργανώσει την επικείμενη επανάσταση.
Ο Ίσκος -όπως και οι περισσότεροι από τους αρματολούς, που βρέθηκαν στο δίλημμα παραμονής στην οθωμανική νομιμότητα ή συμπόρευσης με την Επανάσταση, υπήρξε διστακτικός απέναντι στην εκδήλωση της εξέγερσης. Ωστόσο, όταν κηρύχθηκε η επανάσταση στην δυτική Ρούμελη (Μάιος 1821) αποφάσισε να την στηρίξει. Μάλιστα, τον ίδιο μήνα επέτυχε σημαντική νίκη στα στενά του Μακρυνόρους αναχαιτίζοντας την προέλαση οθωμανικού σώματος υπό τον αλβανό πολέμαρχο Ισμαήλ Πασά Πλιάσα προς νότο, ενώ μαζί με τον Γώγο Μπακόλα σταμάτησαν και πάλι τις δυνάμεις του Πλιάσα (4.000 άνδρες) όταν επιχείρησαν εκ νέου να περάσουν τα στενά (10 Ιουνίου).

Στη συνέχεια (13 Νοεμβρίου) συμμετείχε με το σώμα του και με τα σουλιώτικα σώματα των Μποτσαραίων, των Τζαβελαίων, του Γώγου Μπακόλα, του Γιώργου Βαρνακιώτη, του Γιώργου Τσόγκα, του Δημήτρη Μακρή και των αλβανών συμμάχων Άγου Μουχουρδάρη, Ταχήρ Αμπάζη κ.ά., στην επίθεση εναντίον της Άρτας που κατέληξε στην προσωρινή κατάληψη της πόλης. 


Το 1822, στις 22 Φεβρουαρίου, στη σύγκληση της Γερουσίας της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας στο Βραχώρι, ο καπετάν Ανδρέας Ίσκος προβιβάστηκε στο βαθμό του χιλίαρχου. Το ίδιο έτος συμμετείχε στην εκστρατεία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου προς βορρά και πολέμησε στις μάχες στο Κομπότι (10 Ιουνίου), στην Πλάκα (26 Ιουνίου) και στην καταστροφική μάχη του Πέτα, όπου εξοντώθηκε το σύνταγμα των Φιλελλήνων από τις δυνάμεις του Μεχμέτ Ρεσίτ Κιουταχή Πασά και του Ισμαήλ Πασά Πλιάσα (4 Ιουλίου).

Η μάχη του Πέτα φαίνεται ότι έπεισε προς στιγμήν τον παλαιό βαλτινό αρματολό για την αδυναμία των επαναστατών να αντιπαρατεθούν στις δυνάμεις της Υψηλής Πύλης. Σε αυτό συνέδραμαν και οι επιθέσεις που δέχτηκαν οι παραδοσιακοί αρματολοί (Βαρνακιώτης, Μπακόλας κ.ά.) για προδοσία γεγονός που διευκόλυνε την επιστροφή τους στην οθωμανική νομιμότητα και στο "προσκύνημά" του.

Ο Ανδρέας Ίσκος μετά τη μάχη του Πέτα απέσυρε την υποστήριξή του προς τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και συμπορεύτηκε με τους παλαιούς ομολόγους του.

Έτσι, όταν ο Κιουταχής Πασάς, διαπιστώνοντας τη διάλυση των ελληνικών δυνάμεων, επιχείρησε κάθοδο προς νότο και πολιόρκησε την πόλη τη Μεσολογγίου που τη φρουρούσε ο Μαυροκορδάτος και μικρές δυνάμεις ρουμελιωτών και πελοποννησίων καπετάνιων, ο Ίσκος, όπως και ο Βαρνακιώτης, ο Γιαννάκης Ράγκος, ο Γώγος Μπακόλας και ο Γεωργάκης Βαλτινός εκστράτευσαν μαζί του.

Ωστόσο, τον Δεκέμβριο 1822, μετά την αποτυχία των Οθωμανών να καταλάβουν την πόλη, ο Ίσκος επανήλθε στις επαναστατικές γραμμές και τον Ιούλιο 1823, στρατηγός πλέον, θα αναλάβει μαζί με τον Γιαννάκη Ράγκο την υπεράσπιση των στενών του Μακρυνόρους εναντίον των δυνάμεων του Μουσταή Πασά της Σκόντρας.

Το επόμενο διάστημα, όντας μέλος του αντι-μαυροκορδατικού αρματολικού μετώπου, θα γίνει ο σημαντικότερος υποστηρικτής του, κυνηγημένου από τον Μαυροκορδάτο, Γεωργίου Καραϊσκάκη (που ήταν ετεροθαλής αδελφός του, νόθος γιος του Δημήτρη Καραΐσκου και της καλόγριας Ζωής Ντιμισκή, συγγενούς του Γώγου Μπακόλα).

Ο Ίσκος, θα βοηθήσει τον Καραϊσκάκη στη διαμάχη του με τον Ράγκο για την κατάληψη του αρματολικιού των Αγράφων και θα είναι εκείνος που θα μεσολαβήσει με επιτυχία στην κυβέρνηση Γεωργίου Κουντουριώτη για τη  "συγχώρηση" του ετεροθαλούς αδελφού του. 


Στη διάρκεια των εμφυλίων συγκρούσεων, ο Ίσκος, θα ενταχθεί με την κυβερνητική φατρία Κουντουριώτη και στις 3 Δεκεμβρίου 1824 θα αποβιβαστεί μαζί με άλλους ρουμελιώτες και σουλιώτες καπετάνιους και 3.000 άνδρες στο Αίγιο συμμετέχοντας στις επιχειρήσεις εναντίον των "ανταρτών". 

'Ελαβε μέρος στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου, τοποθετήθηκε ως ένας από τους σωματάρχες της φρουράς και παρέμεινε στην πόλη καθ’ όλη τη διάρκεια της πολιορκίας μέχρι την Έξοδο (10 Απριλίου 1826).

Τις αμέσως επόμενες ημέρες εκλέχτηκε από την Γ' Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (18 Απριλίου) μέλος της Διοικητικής Επιτροπής. Αντικαταστάθηκε, όμως από τον αγραφιώτη πρόκριτο Κωνσταντίνο Ζώτο επειδή ο ίδιος όπως και πολλοί άλλοι αρματολοί της Στερεάς έκαναν "καπάκια"* και δήλωσαν υποταγή στον Κιουταχή Πασά με αντάλλαγμα τη διατήρηση των παλαιών αρματολικιών τους.

Επανήλθε στην ενεργό δράση, μέσα από τις γραμμές της Επανάστασης το 1828 όταν ανέλαβε ο Richard Church (Τσωρτς) αρχιστράτηγος του Δυτικού Στρατοπέδου (Δραγαμέστο) και μαζί πολλούς άλλους καπετάνιους συμμετείχε στις επιχειρήσεις για την ανακατάληψη της Στερεάς. 
Το 1829 πήρε μέρος ως πληρεξούσιος στη Δ' Εθνοσυνέλευση του Άργους  (11 Ιουλίου - 6 Αυγούστου) εκπροσωπώντας μαζί με τον Γεώργιο Γεροθανάση την επαρχία Βάλτου. 
Επί Όθωνα πέτυχε να ενταχθεί στο βασιλικό στρατό, συμμετείχε στην καταστολή της ανταρσίας του 1836 στην Αιτωλοακαρνανία, έγινε συνταγματάρχης τον επόμενο χρόνο (1837) και το 1843 υποστράτηγος.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ζούσε στο χωριό του, τη Δούνιτσα. 
Στα τέλη Νοεμβρίου του 1857 κατέβηκε στο Μεσολόγγι για μια υπόθεσή του. Εκεί πέθανε ξαφνικά. Η εφημερίδα "Ήλιος" και η εφημερίδα "Η Ελπίς",  έγραψαν για τον θάνατο του Αντρέα Ίσκου, το 1857:


Ο Ανδρέας Ίσκος είχε πολλά παιδιά (Γεώργιος, Νίκος, Θανάσης, Αλεξάνδρα, Μαρία Ελένη και Ευθυμία).



*καπάκια: Τα καπάκια, οι μυστικές συμφωνίες των οπλαρχηγών της Ρούμελης με τους Τούρκους, θεωρούνταν γενικά εθνοφελή στρατηγήματα που χρησιμοποιήθηκαν από τους αγωνιστές στη διάρκεια του αγώνος ,κυρίως της Ρούμελης. Όποιος έβαζε καπάκι ή ψευτο-κάπακο επέβαλε ανακωχή, έσωζε τους πληθυσμούς της περιφέρειάς των από τη σφαγή και τη λεηλασία και συνάμα κέρδιζε για παραπέρα ενέργειες πολύτιμο χρόνο. Σε παρόμοιες συμφωνίες κατέφυγαν: ο Βαρνακιώτης, ο Ίσκος, ο Γώγος Μπακόλας, ο Ράγκος, ο Βαλτινός, ο Στορνάρης, ο Σιαφάκας, ο Καραϊσκάκης και ο Ανδρούτσος. 




Για την αναπαραγωγή της ανάρτησης είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η αναφορά της πηγής. Share

Τετάρτη, 19 Μαΐου 2021

Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος

1789-1868



Ο Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος γεννήθηκε στη Νικόπολη Πρέβεζας  το 1789 και ήταν γόνος μεγάλης οικογένειας αρματολών της Δυτικής Ελλάδας..  

Σπούδασε στα Γιάννενα και έφηβος ακόμα υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων.

Κατά την προεπαναστατική περίοδο, διετέλεσε μαζί με τον αδελφό του Αλεξάκη, αρματολός. Το 1806 ο Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος πήρε μέρος στην κατάληψη και πυρπόληση του Αγρινίου. Αργότερα, λόγω των διώξεων από τον Αλή πασά, αναγκάστηκε να καταφύγει από κοινού με τον αδελφό του στα Επτάνησα. Εκεί, το 1808, τα δύο αδέλφια κατετάγησαν ως βαθμοφόροι στα ελληνικά τάγματα του βρετανικού στρατού.

Πήρε μέρος στην άλωση της γαλλοκρατούμενης Λευκάδας , το 1810 και λίγο αργότερα στις επιχειρήσεις των Άγγλων εναντίον του Ναπολέοντα στη Σικελία και τη Γένοβα.

Το 1817 ο Βλαχόπουλος δήλωσε εικονική υποταγή στον Αλή πασά και έτσι ανέκτησε το πατρογονικό αρματολίκι του Βλοχού. Δυο χρόνια αργότερα,  το 1819,  μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία μαζί με τους αδελφούς του Αλέξιο και Δημήτριο. 

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, συμμετείχε στη μάχη του Βραχωρίου ενώ λίγο αργότερα, έλαβε μέρος και στην καταδίωξη του Αλβανού οπλαρχηγού, Νούρκα Σερβάνη. Έπειτα, συνέβαλε στην απελευθέρωση του Ζαπαντίου.

 Το επόμενο έτος, το 1822, αναγνωρίστηκε στρατιωτικός αρχηγός των επαρχιών Βλοχού και Αγρινίου και πολέμησε υπό τις διαταγές του Μάρκου Μπότσαρη  και διακρίθηκε στη μάχη του Καρπενησίου, το 1823. Μετά το θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη  ανέλαβε με επιτυχία την προάσπιση του Αιτωλικού από το στρατεύματα του Μουσταή πασά κα του Ομέρ Βρυώνη που το πολιορκούσαν. Για τις υπηρεσίες του, τον Δεκέμβριο του 1823,  ανταμείφθηκε από την κυβέρνηση με το βαθμό του χιλίαρχου.

Πολέμησε στην δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου προασπίζοντας τον «προμαχώνα του Φραγκλίνου». Το 1825,  κατά τη διάρκεια της πολιορκίας προήχθη σε στρατηγό. Επέζησε της εξόδου και κατέφυγε στην Αττική όπου συμμετέσχε στη θερινή εκστρατεία, το 1826, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και στην εκστρατεία της Αττικής του Γεωργίου Καραϊσκάκη, το 1827.

Το 1827 έλαβε μέρος στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας και την περίοδο 1827 - 1829 εντάχθηκε στη δύναμη του Ριχάρδου Τσωρτς  σε εκκαθαρίσεις της Αττικής από τους Τούρκους και αργότερα πήρε μέρος στην εκστρατεία του Τσωρτς, στην Δυτική Ελλάδα.  Μετά την απελευθέρωση, το 1833, διορίστηκε μοίραρχος στη νεοσύστατη τότε Ελληνική Βασιλική Χωροφυλακή. Το 1837 προβιβάστηκε σε ταγματάρχη και ανέπτυξε αντιβαυαρική δράση μέσα στο στρατό και στις 14 Σεπτεμβρίου του 1841, τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση του Όθωνα στην ηγεσία του σώματος της Χωροφυλακής, αποτελώντας τον πρώτο Έλληνα που καταλάμβανε αυτή τη θέση. Στις 6 Σεπτεμβρίου του 1843, αντικαταστάθηκε από τον Σπυρομήλιο.

Αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη χωροφυλακής και απεβίωσε το 1868 στην Αθήνα.

 

Ο έρωτας του Κ. Βλαχόπουλου με την κόρη του μουλά Βραχωρίου.

 

Ο Σπύρος Σκλαβενίτης, Δρ. Ιστορίας, αρχειονόμος και προϊστάμενος ΓΑΚ Πρέβεζας μας πληροφορεί για την σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ του οπλαρχηγού Κωνσταντίνου Βλαχόπουλου και της Αϊσέ, κόρης του μουλά -μουσουλμάνου ιερωμένου- του Βραχωρίου, Αλήμπεη.

Η οικογένειά της κόρης του μουλά του Βραχωρίου συνελήφθη,  όταν οι Έλληνες απελευθέρωσαν το Αγρίνιο το 1821. Στις επιχειρήσεις έλαβε μέρος και ο Κωνσταντίνος με τον αδελφό του, Αλεξάκη. Οι οικογένειες των επιφανών οθωμανών κρατήθηκαν όμηροι για να ανταλλαγούν με Έλληνες ομήρους, ανάμεσά τους και την οικογένεια του Αλ. Βλαχόπουλου που κρατείτο στην Πρέβεζα.

Υπεύθυνος για την οικογένεια του μουλά ήταν ο Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος ο οποίος φαίνεται ότι συνήψε σχέση με την νεαρή μουσουλμάνα. Έτσι, όταν το 1822 έγινε ανταλλαγή ομήρων, αυτή δεν ακολούθησε την οικογένειά της αλλά προτίμησε να παραμείνει με τον Κωνσταντίνο. Μάλιστα βαπτίστηκε χριστιανή και έλαβε το όνομα Μαρία.

Η Μαρία με τον Κωνσταντίνο έμειναν στο Μεσολόγγι. Κατά την ηρωική Έξοδο (1826), η Μαρία συνελήφθη και αφού αναγνωρίστηκε, στάλθηκε στην Πρέβεζα, όπου διέμενε η οικογένειά της. Όμως, η Μαρία, με τη βοήθεια ενός ιερέα της Πρέβεζας, κατόρθωσε να αποδράσει από την πόλη και να μεταβεί στην Κέρκυρα. Εκεί μάλιστα δέχτηκε τις φροντίδες της οικογένειας Καποδίστρια και του μητροπολίτη Κερκύρας και σύντομα ξανασυναντήθηκε με τον Κωνσταντίνο.

Τα παραπάνω προκύπτουν από αναφορά του Κωνσταντίνου Βλαχόπουλου προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια το 1830 η οποία δημοσιεύεται στη βιογραφία του Βλαχόπουλου από τον Ναπ. Δοκανάρη, στο βιβλίο του «,Ο στρατηγός του αγώνα της Ανεξαρτησίας Κ. Βλαχόπουλος 1789-1868». Στην αναφορά αυτή ο Κ. Βλαχόπουλος εκφράζει την επιθυμία του να παντρευτεί την νεαρή μουσουλμάνα.

 

Προς τον Εξοχώτατον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ι.Α. Καποδίστριαν εις Ναύπλιον

Εξοχώτατε

Εις την αρχήν του Ιερού της Πατρίδος αγώνος ευρισκόμενος αρχη­γός των αρμάτων της επαρχίας Βραχωρίου και Βλοχού ο αυτάδελφός μου Αλέξιος, εις την συγκροτηθείσαν μάχην κατά των εχθρών εις Βραχώρι, συνέπεσεν εις χείρας μου η θυγάτηρ του Μολά Αλήμπεη Βραχωρίου, η οποία ευχαρίστως εδέχθη τα Ιερά δόγματα της θρησκείας μας κι ευρίσκετο πάν­τοτε μ’εμέ. Αλλά εις την τρομεράν έξοδον του Μεσολογγίου, επιάσθη πα­ρά των ιδίων αυτής συγγενών κι εστάλη εις Πρέβεζαν εις την οικογένειάν της, αυτή μη ευχαριστηθείσα να μείνη εις την πρωτητερινήν της θρη­σκείαν, μετεχειρίσθη μυρίους τρόπους, και συμβουλευθείσα μεθ’ ενός ιερέως εύρε τρόπον αρμόδιον και εξέφυγεν, η οποία απέδρασεν εις Κέρκυραν, όπου έλαβε τας απείρους φιλοξενίας, από την έξοχον και φιλελεήμονα οικογένειάν Σας και παρά του εκεί μακαρίτου Δεσπότου. Μετά παρέλευσιν ολίγων ημερών έστειλον και την έφερον όπου ευρισκόμην κι εγώ. Αλλά ε­πειδή και αποφάσισα να την νυμφευθώ, δια τούτο παρακαλώ να μου δοθή η άδεια ν’ απεράσω εις Μεσολόγγιον να τελειώσω αυτό το έργον.

Εξοχώτατε, όλη η πατρομητρική της ουσία ευρίσκεται εις Βραχώρι και η Κυβέρνησις όπως ευαρεστηθεί περί αυτής ας διατάξη. Παρακαλώ προσέτι τον Σ. Κυβερνήτην ίνα ευαρεστηθεί και κάμη προς εμέ τινά χρηματικήν εξοικονόμησιν δια να προφθάσω τας κατεπειγούσας ανάγκας του οίκου μου, και μένω με όλον το βαθύτατον σέβας.

Τη 22 Οκτωβρίου 1830, εν Πύργω,

ο ευπειθέστατος των διαταγών της

Κ. Βλαχόπουλος

 

Τελικά ο Κωνσταντίνος και η Μαρία παντρεύτηκαν και απέκτησαν τρία παιδιά.

 

ΠΗΓΕΣ:



Για την αναπαραγωγή της ανάρτησης είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η αναφορά της πηγής. Share

Δευτέρα, 17 Μαΐου 2021

Γεώργιος Νικολού Βαρνακιώτης



Γεώργιος Νικολού Βαρνακιώτης… 

...ο οπλαρχηγός που έχει δεχθεί τόσες κατηγορίες όσες κανένας άλλος οπλαρχηγός του 1821. Ιστορικοί, ποιητές, συγγραφείς και λόγιοι έχουν  «καρφώσει» την ταμπέλα «προδότης» δίπλα στο όνομά του.

Ο Γεώργιος Νικολού Βαρνακιώτης γεννήθηκε στο Βάρνακα Ξηρομέρου, το 1780. Το επώνυμό του ήταν αρχικά Νικολού, από το πατρώνυμο. Υπέγραφε ως Γεωργάκης Νικολού. Αργότερα υιοθέτησε το επώνυμο Βαρνακιώτης από το χωριό καταγωγής του.  Ήταν γιός του Νικόλα και εγγονός του Γιάννου Βαρνακιώτη. Ο παππούς του, το 1769, ακολουθώντας τους Ρώσους πολέμησε στην Κριμαία, στα Ορλωφικά, όπου και σκοτώθηκε. Ο πατέρας του, ο Νικόλας,  ανέλαβε το αρματολίκι του κάτω Ξηρομέρου και παντρεύτηκε  την κόρη του Χρήστου Γρίβα, παππού του Θεοδωράκη Γρίβα.

Το 1800, σε ηλικία 20  ετών, διαδέχτηκε τον πατέρα του στο αρματολίκι του Ξηρομέρου.

Τον Ιανουάριο του 1821 έλαβε μέρος στη σύσκεψη των Φιλικών οπλαρχηγών στη Λευκάδα, που έγινε με υπόδειξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και στην οποία συμμετείχαν κι άλλοι Φιλικοί οπλαρχηγοί της Στερεάς Ελλάδος.  Στη σύσκεψη αυτή αποφασίστηκε να ανατεθεί η εξέγερση της ανατολικής Ρούμελης στον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Πανουργιά και της δυτικής Ρούμελης στο Βαρνακιώτη και στον Τσόγκα. Έτσι στις 25 Μαΐου 1821, ο Βαρνακιώτης,  από το Ξηρόμερο, απηύθυνε Επαναστατική Προκήρυξη, με την οποία καλούσε κυρίως τους προεστούς, αλλά και όλους τους κατοίκους του Ξηρομέρου να αγωνιστούν για την ελευθερία.


Παρ’ όλα αυτά, η επανάσταση στην περιοχή της Ακαρνανίας και της Αιτωλίας δεν άρχισε παρά μόνο τον Μάιο, δύο μήνες δηλαδή μετά την κήρυξή της στην Πελοπόννησο και την Ανατολική Στερεά. Οι λόγοι της καθυστέρησης αυτής οφείλονται, βέβαια, και στο γεγονός ότι στην περιοχή υπήρχαν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις, αλλά ο κυριότερος λόγος ήταν, κατά τον ιστορικό του Αγώνα Ιωάννη Φιλήμονα, η αναποφασιστικότητα του Βαρνακιώτη, που δεν ήταν άσχετη και με την φιλία του με τον Ομέρ Βρυώνη. Κατά τον Φιλήμονα επίσης, ο Βαρνακιώτης  "..αναποφάσιστος εδείκνυτο ως προς τον πόλεμον και μάλλον την αποτυχίαν αυτού εθεώρει αναπόφευκτον ως εκ των μικρών δυνάμεων της Ελλάδος"

Λίγες ημέρες μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στην περιοχή, ο Βαρνακιώτης με αξιόλογη δύναμη Ξηρομεριτών πήρε μέρος στην πολιορκία της σημαντικότερης πόλης της περιοχής, του Βραχωριού , την οποία με άλλους οπλαρχηγούς κατέλαβε και απελευθέρωσε. Το Βραχώρι ήταν η πρώτη πόλη που απελευθερώθηκε σ΄ ολόκληρη την Ελλάδα. Από τα λάφυρα που έπεσαν στα χέρια των Ελλήνων ενισχύθηκε ο Απελευθερωτικός αγώνας.

Η άφιξη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου στη δυτική Στερεά Ελλάδα (Ιούλιος 1821) υπήρξε αποφασιστική για την πορεία του Βαρνακιώτη. Ο Φαναριώτης πολιτικός επιδίωξε και κατόρθωσε να προσεταιριστεί τους προκρίτους του Μεσολογγίου και τους αγωνιστές Ανδρέα Ίσκο, Δημήτριο Μακρή κ.ά., όχι όμως και το Βαρνακιώτη, που ήταν ο σημαντικότερος ίσως από τους οπλαρχηγούς της Δυτικής Στερεάς. Και ενώ ο Βαρνακιώτης είχε σπεύσει στην περιοχή της Άρτας, με τους οπλαρχηγούς Ίσκο, Μακρή, Τσόγκα, για να ενισχύσει τον αγώνα των Σουλιωτών στα μέσα Νοεμβρίου, ο Μαυροκορδάτος τον αγνόησε στη συνέλευση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος που συγκλήθηκε στο Μεσολόγγι στις 4 Νοεμβρίου, αν και είχαν κληθεί ο Μακρής και άλλοι οπλαρχηγοί. Αν και η ρήξη μεταξύ Μαυροκορδάτου και Βαρνακιώτη φάνηκε τότε οριστική, ο τελευταίος εξακολούθησε να μετέχει στον Αγώνα χωρίς διακοπή, και τον Ιούνιο του 1822 πολέμησε στο Κομπότι της 'Αρτας και στο Πέτα, πλάι στο Μάρκο Μπότσαρη, το Δήμο Τσέλιο και τον Ανδρέα 'Ισκο.

Μετά την καταστροφή στο Πέτα η απειλή για τη δυτική Ελλάδα ήταν σοβαρή. Στις αρχές Αυγούστου 1822 ο Βαρνακιώτης με τις δυνάμεις του παρατάχθηκαν στη ράχη του Προφήτη Ηλία, απέναντι ακριβώς από τον Αετό του Ξηρομέρου, από όπου θα περνούσαν τα τουρκικά στρατεύματα του Κιουταχή στην πορεία τους προς τη νότια Ελλάδα. 
Η μάχη ανάμεσά τους έληξε με νίκη του Βαρνακιώτη (10 Αυγούστου), που ανάγκασε τους Τούρκους να συμπτυχθούν. Η επιτυχία του αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία μιας νέας συνεργασίας των δυνάμεων της Δυτικής Ελλάδας, ο Μαυροκορδάτος όμως τον κατηγόρησε ότι δεν εκμεταλλεύτηκε όσο έπρεπε τη νίκη. Από το άλλο μέρος ο Βαρνακιώτης αντιμετώπιζε με καχυποψία ορισμένες ενέργειες του Μαυροκορδάτου, αλλά και δυσπιστούσε στη στάση άλλων οπλαρχηγών, όπως του Μάρκου Μπότσαρη και του Γεωργίου Τσόγκα, επειδή δεν τον βοήθησαν στη μάχη του Αετού. 
Ωστόσο οι στρατιωτικές ικανότητες του Βαρνακιώτη δεν ήταν δυνατό να αγνοηθούν, και γι' αυτό ο Μαυροκορδάτος αποφάσισε να τον χρησιμοποιήσει. 'Ηταν ο μόνος που μπορούσε να προχωρήσει σε παραπλανητικές συνεννοήσεις με τους Τούρκους, αλλά και ο μόνος που μπορούσε να τους αναχαιτίσει. Έτσι στις 17 Σεπτεμβρίου ο Βαρνακιώτης «δια την εις τα πολεμικά εμπειρίαν του και δια τον υπέρ πατρίδος διακαή ζήλον του» διορίστηκε από το Εκτελεστικό Σώμα στρατηγός που θα είχε «την γενικήν διεύθυνσιν όλων των στρατιωτικών επιχειρήσεων εις την περιφέρειαν της Δυτικής χέρσου Ελλάδος».

Λίγο αργότερα όμως μια αποτυχία του στο Λουτράκι της Βόνιτσας, όπου συγκρούστηκαν οι Έλληνες με τον Κιουταχή και τον Ομέρ Βρυώνη, αποδόθηκε σε προδοτική ενέργειά του, επειδή λίγο προηγουμένως οι Τούρκοι αρχηγοί τον είχαν καλέσει να προσχωρήσει σ’ αυτούς με σημαντικά ανταλλάγματα. Το γεγονός όμως αυτό ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός το είχε ήδη πριν από τη μάχη γνωστοποιήσει στο Μαυροκορδάτο.

Ο Βαρνακιώτης είχε άλλωστε αποδείξει ως εκείνη τη στιγμή ότι δε δεχόταν καμιά συζήτηση με τους Τούρκους και γι' αυτό είχε αποκρούσει μια πρώτη πρόταση του Μαυροκορδάτου να διαπραγματευθεί παραπλανητικά μαζί τους. Σε νεότερη όμως συνάντησή του με το Μαυροκορδάτο ο Βαρνακιώτης, παρά τις σοβαρές επιφυλάξεις που πρόβαλε, δέχτηκε τελικά να προχωρήσει σε πλαστές διαπραγματεύσεις, αν του έδιναν γραπτή εντολή. 'Ύστερα από το «έγγραφον αποστολής» που υπέγραψε ο Μαυροκορδάτος, η συνάντηση του Βαρνακιώτη με τον Ομέρ Βρυώνη πραγματοποιήθηκε στην Άρτα, και ο Βαρνακιώτης δήλωσε υποταγή. Η παραμονή του όμως κοντά στους Τούρκους πασάδες, περισσότερο από όσο απαιτούσε η περίσταση, δημιούργησε νέες υποψίες, που ενισχύθηκαν και από άλλα περιστατικά και από φήμες που διέδιδαν οι αντίπαλοι ή οι αντίζηλοί του. Η στάση του Βαρνακιώτη στην περίοδο αυτή έχει απασχολήσει τους ιστορικούς, και οι απόψεις που έχουν διατυπωθεί διαφέρουν πολύ μεταξύ τους.

Σύμφωνα με τον αγωνιστή Κάρπο (Πολύκαρπο) Παππαδόπουλο, που αφιέρωσε στην υπόθεση του Βαρνακιώτη ένα έργο του δημοσιευμένο το 1861, φαίνεται ότι ο στρατηγός της Δυτικής Ελλάδας ήταν θύμα των ραδιουργιών και των επιβουλών του Μαυροκορδάτου. Κατά τον Παπαδόπουλο πάντοτε, ο Βαρνακιώτης όχι μόνο βοήθησε επανειλημμένα τους Έλληνες, ενώ βρισκόταν κοντά στους Τούρκους, αλλά και πολλές φορές προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του και να αποκρούσει τις συκοφαντίες του Μαυροκορδάτου.
 Έτσι ενώ η Γερουσία Δυτικής Χέρσου Ελλάδος που έδρευε, όπως είναι γνωστό στο Βραχώρι, στις 22-2-1822 τον είχε εκλέξει στρατηγό, στις 11 Οκτωβρίου 1822 με νέο έγγραφό της διόρισε στη θέση του το Μάρκο Μπότσαρη "αντί του επαράτου Γεωργίου Νικολού Βαρνακιώτη", όπως ειπώθηκε.



Ο Βαρνακιώτης από τα Επτάνησα που είχε καταφύγει μετά την αποκήρυξή του προσπάθησε με επανειλημμένες αναφορές να αποδείξει την αθωότητά του. Τελικά η αποκατάστασή του έγινε το Δεκέμβριο του 1827, και έτσι ο παλιός οπλαρχηγός πήρε μέρος στις τελευταίες επιχειρήσεις που απέβλεπαν στην οριστική απομάκρυνση των υπολειμμάτων των Τούρκων από τη Στερεά. Εξάλλου η εμπιστοσύνη του Καποδίστρια προς το Βαρνακιώτη ήταν απόλυτη. Τον ονόμασε χιλίαρχο, και το 1830 πρόεδρο του «Στρατιωτικού Δικαστηρίου» της Δυτικής Ελλάδας. Τον επόμενο χρόνο εκλέχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Ξηρομέρου στην Ε' Εθνική Συνέλευση. Τέλος το 1836 με την απονομή νέων βαθμών του απονεμήθηκε από το βασιλιά 'Οθωνα ο βαθμός του αντισυνταγματάρχη.

Ο Βαρνακιώτης είχε παντρευτεί την κόρη του Γιάννη Μπουκουβάλα, Αικατερίνη. Απέκτησαν μαζί τέσσερα παιδιά. Ο γιός του Νικόλαος και οι δύο κόρες του σκοτώθηκαν στον σεισμό του Ιουλίου του 1828. Ο μεγάλος γιός του, Διονύσιος, πολέμησε στο Μεσολόγγι κατά την Δεύτερη Πολιορκία το 1826 και στις τελευταίες μάχες του Αγώνα (1827-1828).

Πέθανε σε ηλικία 62 χρονών στο Μεσολόγγι, το 1842. Η γυναίκα του Αικατερίνη ζούσε μέχρι το 1865 στο Μεσολόγγι. Μαζί του σε όλη τη διάρκεια της πορείας του ήταν τα αδέρφια του: Γιάννης (1790-1825), που είχε γίνει χιλίαρχος, ο Γιώτης (1882-1839), επίσης χιλίαρχος, που πέθανε στη Βόνιτσα το 1839 και ο νεώτερος Σταμούλης (γεν. 1800).

Ανακοίνωση θανάτου Γιώτη Βαρνακιώτη στον τύπο
Ιανουάριος 1839

 

ΠΗΓΕΣ:

  • Κώστα Σαρδελή, Γεώργιος Βαρνακιώτης, ο προδομένος στρατηγός του 1821
  • ΑΜΦΙΚΤΙΟΝΙΑ ΑΚΑΡΝΑΝΩΝ  ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
  • Αγαπητού Σ. Αγαπητού, Ένδοξοι Έλληνες του 1821 ή Οι Πρωταγωνισταί της Ελλάδος, 1877
  • Ν. Φυσεντζίδου, Αυτόγραφοι Επιστολαί των Επισημοτέρων Ελλήνων Οπλαρχηγών, 1893
  • xiromeronews.blogspot.com
  • Κάρπου Παππαδόπουλου, Τα κατά Γ. Βαρνακιώτην και ανάκτησις του Μεσολογγίου, 1861
  • Κάρπου Παππαδόπουλου, Οδυσσέας Ανδρούτσος και Γ. Βαρνακιώτης, 1957

 

   Ωδή Εννάτη

Εις τον Προδότην

ΚΑΛΒΟΣ ΑΝΤΡΕΑΣ                

 

                  α’.

Eγύρισε ταις πλάταις του·
φεύγει, φεύγει ο προδότης·
αλαμπή σέρνει τ' άρματα
φαρμακερά, το στήθος του
                έγινεν άδης.     

                    β΄.
    Tον σταυρόν και τους Έλληνας
άφησ' οπίσω, εξάπλωσεν
αδελφικώς την χείρα του
'ς τους τούρκους, κ' επροσκύνησε
                βάρβαρον νόμον.     

                   γ΄.
    Tον συντροφεύει ολόμαυρον
μέγα εναέριον σύγνεφον·
κρέμεται ακόμα ατίνακτον
αστροπελέκι επάνω του,
                κ' άγρυπνος μοίρα.     

                   δ΄.
    Ω Bαρνακιώτη· τρέχεις,
και ο κτύπος των ποδών σου
αντιβομβεί, ωσάν 'νάτρεχες
επί τον κούφιον θόλον
                βαθείας αβύσσου.     

                   ε΄.
    Αν κοπιασμένος πέσης
'ν αναπαυθής 'ς τα χόρτα,
η τιμωρός συνείδησις
με' σε πλαγιάζει αλλάζουσα
                τα χόρτα εις δράκοντας.     

                   ς΄.
    Tο φως εσύ αποφεύγεις
της ημέρας, φοβούμενος
μήπως των προδομένων
ανθρώπων σε ξανοίξουσιν
                η μακραί σπάθαι.     

                   ζ΄.
    Kράζεις την νύκτα, κ' έρχεται·
αλλά εις το σκότος μέσα
τυλιγμένους φαντάζεσαι
εχθρούς αρματωμένους,
                και ως άφρων μένεις.     

                   η΄.
    Αν μαυροφορεμένης
χήρας, αν βρέφους θρήνον
ορφανικόν ακούσης,
τρέμεις, και το ποτήρι σου
                πέφτει σχισμένον.     

                   θ΄.
    Αν της χαράς τον γέλωτα
ιδής εις φιλικόν
δείπνον περιπετώμενον,
απ' ίδρωτα θανάτου
                στάζουν τα φρύδια σου.     

                   ι΄.
    Ω, ποίαν ζωήν ηγόρασες
προδότα Bαρνακιώτη!
και τι έλπιζες; το θείον
δια τους ομοίους σου τέτοια
                δώρα ετοιμάζει.     

                   ια΄.
    Αν ήθελες χρυσάφι ―
πολύν εις τας βαρβάρους
αγαρηνάς σκηνάς
με' το σπαθί εις το χέρι
                εύρισκες πλούτον.     

                   ιβ΄.
    Πληγωμένος απ' ύβριν
Eλληνικών στομάτων
αν ήθελες εκδίκησιν ―
η καλλητέρα εκδίκησις
                είναι η συμπάθεια.     

                   ιγ΄.
    Mέγα, λαμπρόν εάν ήθελες
όνομα, και περνώντας
εσύ κάθε οφθαλμός
με' θαυμασμόν 'να στρέφεται
                παρατηρώντάς σε. ―     

                   ιδ΄.
    Σφαλερόν δρόμον, άθλιε,
εδιάλεξας· οι Έλληνες
που επρόδωσας θαυμάζονται
απότην οικουμένην
                κ' ήρωες καλούνται.     

                   ιε΄.
    Kαι καταφρονημένος
O Bαρνακιώτης έγινε. ―
γύρευε από την μοίραν σου
κρυπτόν 'να σου χαρίση
                τάφον εις όλους. 


    


Για την αναπαραγωγή της ανάρτησης είναι ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ η αναφορά της πηγής. Share