Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

12 και 13 Ιουλίου του 1944

Η μάχη της Αμφιλοχίας

Είναι πολύ δύσκολο να αναφερθείς στα γεγονότα εκείνης της μαύρης εποχής. Αντιδράσεις και αμφισβητήσεις από πολλές πλευρές. Για το συγκεκριμένο γεγονός και ιδιαίτερα για τους νεκρούς άμαχους έχει γίνει δίκη, έχουν ειπωθεί πολλά, έχουν αμφισβητηθεί αρκετά, έχουν παραποιηθεί πολλά και ο λόγος, όπως θα διαπιστώσετε διαβάζοντας τα γεγονότα που έλαβαν χώρα εκείνες τις δύο μέρες, εμφανής...οι αγριότητες που συνέβησαν.
Το παρακάτω άρθρο έχει ανηρτηθεί στον "Κόκκινο Φάκελο".





Η μάχη της Αμφιλοχίας έλαβε χώρα από την 12η μέχρι την 13η Ιουλίου του 1944 στην πόλη της Αμφιλοχίας Αιτωλοακαρνανίας στο Ξηρόμερο. Οι μάχη δόθηκε ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τις γερμανικές και συμμαχικές προς αυτές δυνάμεις. Η μάχη της Αμφιλοχίας αποτελεί την μεγαλύτερη τακτική επιχείρηση του ΕΛΑΣ σε όλη την διάρκεια της ένοπλης δράσης του, τόσο από πλευράς δυναμικού όσο και από αυτήν των επιτευγμάτων και έδειξε ότι οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ ήταν εξίσου ικανές να μάχονται αποτελεσματικά και σε κατοικημένη περιοχή.

Η μάχη του ΕΛΑΣ αποφασίστηκε από το Γενικό Αρχηγείο του ΕΛΑΣ για δύο κυρίως λόγους

1) Για να αποδυναμωθεί η Γερμανική δύναμη στον δρόμο Ιωαννίνων Αγρινίου, δρόμος πολύ σημαντικός για τις διακινήσεις αγαθών και στρατευμάτων

2) Γιατί κατά τον Ιούλιο του 1944, με την ναζιστική Γερμανία να βρίσκεται σε υποχώρηση, η γερμανική διοίκηση στην Ελλάδα επιθυμούσε να έχει εξασφαλισμένη την οδική αρτηρία που ένωνε την χώρα με τα Βαλκάνια. Ο λόγος ήταν ότι σε περίπτωση υποχώρησης τους οι δρόμοι έπρεπε να είναι ανοιχτοί. Όμως με τον ΕΛΑΣ να δραστηριοποιείται στην Πίνδο και την Στερεά κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό. Έτσι ήδη από τον Μάρτη του 1944 οι Γερμανοί ξεκινούν μεγάλη επίθεση στον ΕΛΑΣ Μακεδονίας, Στερεάς και Ηπείρου με δύο μεραρχίες και άλλα ενισχυμένα σώματα στρατού. Έτσι με την μάχη της Αμφιλοχίας ο εχθρός θα αποσπούσε δυνάμεις του και η πίεση σε άλλα μέτωπα θα ελαττώνονταν.

Το 2/39 Σύνταγμα στην Αμφιλοχία



Η μάχη της Αμφιλοχίας ξεκίνησε στις 12 Ιουλίου, όμως ήταν μια επιχείρηση που προετοιμάζονταν εβδομάδες παρθεί η τελική απόφαση για την υλοποίησή της. Αποφασίστηκε λοιπόν να εκτελεστεί σε συνδυασμό με γενικότερες μικρότερης κλίμακας επιχειρήσεις στην περιοχή. Η Αμφιλοχία αποτελεί σταυροδρόμι τριών οδικών οδών, μία πηγαίνει για Αγρίνιο (ανατολικά) , μια για Άρτα και Ιωάννινα (προς Βορρά) και η τελευταία (νοτιοδυτικά) για Βόνιτσα και Λευκάδα. Ο ΕΛΑΣ θέλοντας να εξασφαλίσει την απόλυτη επιτυχία στις επιχειρήσεις στην Αμφιλοχία, έκανε συντονισμένες επιχειρήσεις και κατά μήκος αυτών των τριών αρτηριών. Η ευθύνη για την επιχείρηση, αναλογούσε στην 8η Μεραρχία του ΕΛΑΣ που είχε ως χώρο ευθύνη της την περιοχή Βάλτου - Ξηρομέρου και σταθμό διοίκησης το χωριό Σταθά. Η σύσταση της Μεραρχίας ήταν η παρακάτω:

8η Μεραρχία ΕΛΑΣ

6η Ταξιαρχία (περιοχή αλβανικών συνόρων)
7η Ταξιαρχία ( Σύνταγμα 2/39, 24ο Σύνταγμα)
Συγκρότημα Τζουμέρκων ( 3/40 Σύνταγμα, 5ο Σύνταγμα, ιταλική ορεινή πυροβολαρχία 7,5 χιλ)

Στην μάχη της Αμφιλοχίας μέρος θα έπαιρναν το 2/39 Σύνταγμα, το 24ο και το 3/40. Παρακάτω παραθέτουμε την δική τους σύσταση, σύμφωνα με το Αρχείο Εθνικής Αντίστασης.
2/39 Σύνταγμα

1ο Τάγμα: 290 άνδρες 174 τυφέκια 36 στεν 28 οπλ/λα 4 πολυβόλα
2ο Τάγμα: 310 άνδρες 158 τυφέκια 38 στεν 26 οπλ/λα 4 πολυβόλα
3ο Τάγμα: 340 άνδρες 186 τυφέκια 37 στεν 28 οπλ/λα 4 πολυβόλα
Λόχος μηχ/των: 48 άνδρες 39 τυφέκια 8 στεν 1 οπλ/λα 3 ομαδικοί όλμοι
Διμοιρία ΕΠΟΝ: 37 άνδρες 25 τυφέκια 9 στεν 3 οπλ/λα
Διμοιρία Κατ/φων 18 άνδρες 15 τυφέκια 3 στεν

24ο Σύνταγμα

Άνδρες 430
Τυφέκια 181
Στεν 28
Οπλ/λα 9
Πολυβόλα 2
Ομαδικοί Όλμοι 1


3/40 Σύνταγμα

1ο Τάγμα: 370 άνδρες 218 τυφέκια 67 στεν 27 οπλ/λα 6 πολυβόλα
Ουλαμός Βαθμ/ων 90 άνδρες 52 τυφέκια 18 στεν 6 οπλ/λα
Διμοιρία ΕΠΟΝ 42 άνδρες 20 τυφέκια 15 στεν 3 οπλ/λα
Διμοιρία Κατ/φών 16 άνδρες 12 τυφέκια 4 στεν
Λόχος Μηχ/των 60 άνδρες 41 τυφέκια 9 στεν 2 οπλ/λα 1 πολυβόλα 2 όλμους
2ο Τάγμα 450 άνδρες 319 τυφέκια 34 στεν 28 οπλ/λα 4 πολυβόλα
ΙΒ Πυροβολαρχία 85 άνδρες 65 τυφέκια 10 στεν 3 οπλ/λα 2 πολυβόλα 2 πυροβόλα

Ο καπετάν Γιαννούλης 
με άλλους άνδρες του 2/39 συντάγματος


Πρόσωπα του προσωπικού της 8ης Μεραρχίας

Στρατηγός: Γεράσιμος Αυγερόπουλος
Ταγματάρχης :Πεζικού Κώστας Καρπουζής
Ταγματάρχης: Πεζικού Στάθης Αρέθας
Διευθυντής Γραφείου Επιχειρήσεων: Θέμης Μοσχάτος
Διευθυντής Κρυπτογραφικού : Γεράσιμος Πρίφτης
Λοχαγός Καταστροφών: Λάμπρος Παναγιώτου
Διοικητής 3ου Τάγματος 2/39: Βασίλης Σκιαδάς (Επαμεινώνδας)
Καπετάνιος Πάνος Γιαννούλης: καπετάνιος ομάδας του 3ου Λόχου του 2/39
Καπετάνιος Βασίλης Τσούνης : καπετάνιος ομάδας του 3ου Λόχου του 2/39
Καπετάνιος Νίκος Παπαζέκος : καπετάνιος ομάδας του 3ου Λόχου του 2/39
Καπετάνιος Γ. Στάικος : καπετάνιος ομάδας του 3ου Λόχου του 2/39
Καπετάνιος Γ. Κατσαρός: καπετάνιος ομάδας του 3ου Λόχου του 2/39
Καπετάνιος Γ. Γκαραβέλος : καπετάνιος ομάδας του 3ου Λόχου του 2/39

Τα προπαρασκευαστικά στάδια περιλαμβάνουν πλήθος αναφορών για τις δυνάμεις του εχθρού σε όλη την περιοχή. Επίσης δίνεται εντολή στο ΕΑΜ και την Κομματική Οργάνωση Αμφιλοχίας να παρέχουν το συντομότερο δυνατό, πληροφορίες για τις θέσεις και τους αριθμούς του εχθρού. Την επιχείρηση αυτή αναλαμβάνει ο Βασίλης Στραβομύτης (Κόκκινος), υπεύθυνος του ΕΑΜ Αμφιλοχίας.
Οι πληροφορίες που συγκεντρώνονται στον σταθμό διοίκησης της Μεραρχίας είναι ανησυχητικές και όλα δείχνουν ότι η μάχη θα είναι μεγάλη και δύσκολη.

Ο Ταγματάρχης Στάθης Αρέθας με τους άντρες του
 
Οι πληροφορίες για τις γερμανικές δυνάμεις στην περιοχή ήταν οι παρακάτω:

400 Γερμανοί οπλίτες στην Άρτα
50 Γερμανοί οπλίτες στο φυλάκιο στο Κομποτί ν. Άρτας
100 Γερμανοί οπλίτες στο χωριό Μενίδι με δύο πεδινά κανόνια
30 - 40 Γερμανοί οπλίτες στο φυλάκιο του Μακρινόρους
80 - 90 Γερμανοί οπλίτες στο φυλάκιο στο Κρίκελο σε πλήρη οχύρωση
30 Γερμανοί οπλίτες στο φυλάκιο Αράπη με βαριά πυροβόλα και νάρκες
260 Γερμανοί οπλίτες στην Αμφιλοχία οργανωμένοι σε τρία φυλάκια, στις τρεις εισόδους της πόλης
80 Γερμανοί οπλίτες στο ισχυρό φυλάκιο του Ρίβιου στον δρόμο Αμφιλοχίας - Αγρινίου
200 Γερμανοί οπλίτες στην Βόνιτσα
180 Γερμανοί οπλίτες στο Μοναστηράκι με δύο βαρείς όλμους
Στο Αγρίνιο τεράστια δύναμη Γερμανών, που όμως ήταν εκτός της περιοχής ευθύνης της 8ης Μεραρχίας
Συνολικά στον τομέα δράσης της η 8η Μεραρχία είχε να κάνει με περίπου 1200 άρτια εξοπλισμένους Γερμανούς με μικρή δύναμη ταγματασφαλιτών.

Μέσα στην Αμφιλοχία οι Γερμανοί ήταν οργανωμένοι σε τρία φυλάκια, ένα σε κάθε έξοδο της πόλης. Στην πόλη υπήρχε αποθήκη καυσίμων, στρατώνας, αποθήκες πυρομαχικών, σταθμός οχημάτων και περίπου 200 άλογα και μουλάρια. Οι Γερμανοί διέθεταν πολυβόλα, όλμους και ανεξάντλητα πυρομαχικά. Επίσης πολλά σπίτια είχαν επιταχθεί για να γίνουν στρατώνες, γραφεία ή αποθήκες. Τέλος σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι η πόλη ήταν αρτίως συνδεδεμένη με ασύρματο δίκτυο επικοινωνίας.

Πάνος Γιαννούλης


Μπροστά σε αυτές τις συνθήκες η διοίκηση της Μεραρχίας αποφασίζει τα παρακάτω:
Ολοκληρωτική κατάληψη της Αμφιλοχίας
Ολοκληρωτική κατάληψη του Μενιδίου
Χτύπημα και απομόνωση φυλακίου Κρίκελου
Χτύπημα και απομόνωση φυλακίου Ρίβιου
Καταστροφή και φραγή των δρόμων Αγρινίου - Αμφιλοχίας, Βόνιτσας - Αμφιλοχίας, Άρτας - Αμφιλοχίας

Η διοίκηση με το σχέδιό της αυτό αποφασίζει έξυπνα την απομόνωση της Αμφιλοχίας από κάθε δρόμο ή περιοχή που οι Γερμανοί θα μπορούσαν να έχουν στείλει ενισχύσεις. Οι εντολές είναι σαφείς και στοχεύουν σε δύο άξονες: Πλήρη αιφνιδιασμό και οικονομία δυνάμεων. Ο ΕΛΑΣ δεν είχε την δυνατότητα να ανεφοδιάζεται εύκολα ούτε σε προσωπικό ούτε σε υλικά και αν ο αιφνιδιασμός δεν ήταν επιτυχής, η φανερή υπεροχή εξοπλισμού των Γερμανών και η ικανότητά τους για γρήγορα μετακίνηση θα κατέστρεφε την επιχείρηση.

Για τα σώματα του ΕΛΑΣ της 8ης Μεραρχίας αποφασίζονται λοιπόν τα παρακάτω:
Το πρώτο Τάγμα του 2/39 Συντάγματος με εξαίρεση ένα λόχο, θα κινούνταν να εξουδετερώσει το φυλάκιο του Ρίβιου και να ανατινάξει και να ναρκοθετήσει τον δρόμο για Αγρίνιο.
Το δεύτερο Τάγμα του 2/39 θα χτυπούσε το φυλάκιο του Κρίκελου
Το τρίτο Τάγμα του 2/39 ενισχυμένο με το λόχο του πρώτου Τάγματος θα έμπαινε στην Αμφιλοχία
Το 3/40 Σύνταγμα θα τοποθετούνταν αμυντικά στο δρόμο Κομποτί -Μενιδίου
Το 24ο Σύνταγμα θα και τα εφεδρικά της 7ης Ταξιαρχίας θα καταλάμβαναν το Μενίδι και θα ανατίναζαν τον δρόμο Βόνιτσας - Αμφιλοχίας.
Επικεφαλής στην μάχη της Αμφιλοχίας, επιτελικά, τέθηκε ο ταγματάρχης Στάθης Αρέθας και υπεύθυνος της επιχείρησης στην γραμμή πυρός ο διοικητής του 3ου Τάγματος του 2/39, Βασίλης Σκιαδάς. Το προσωπικό που θα πλαισίωνε τον Σκιαδά ήταν εμπειροπόλεμο ενώ αποφασίσθηκε να μην λάβει μέρος στην μάχη κανένας κάτοικος Αμφιλοχίας (με εξαίρεση μόνο στελέχη) για να μην γίνουν αντίποινα στις οικογένειές τους.

Το σχέδιο μάχης που ακολουθήθηκε είναι το παρακάτω και το παραθέτουμε βασιζόμενοι σε αυθεντικό χάρτη που μοιράσθηκε σε όλους τους μαχητές του ΕΛΑΣ. 
Σύνθημα της επιχείρησης : "Φ'σέκι στους φασίστες".

Ο καπετάνιος του 2/39 Βασίλης Τσούνης




Έτσι στήθηκε η επιχείρηση της Αμφιλοχίας από το επιτελείο της 8ης Μεραρχίας και εκτελέσθηκε με στρατιωτική ακρίβεια. Στην συνέχεια μέσα από προσωπικές μαρτυρίες θα πάμε κοντά στους αντάρτες του 2/39 καθώς αυτοί μάχονται δρόμο το δρόμο και σπίτι το σπίτι μέσα στην πόλη της Αμφιλοχίας.


12 Ιουλίου
 ώρα 20:00:  Το σώμα των ανταρτών είναι σε κίνηση στα εξωτερικά υψώματα της πόλης. Το κάπνισμα απαγορεύεται και οι μονάδες αρχίζουν να παίρνουν μία μία τις θέσεις τους. Μια αδύναμη φωτούλα εμφανίζεται στο ύψωμα Παναγίτσα κοντά στην εκκλησία. Σε λίγο σβήνει. Ο 10ος Λόχος είναι εκεί και ξεκινά να κατεβαίνει προς την πόλη.
23:45 : Δύο κόκκινες φλόγες στο ύψωμα κοντά στο Αη - Γιώργη. Τα δύο πολυβόλα είναι στην θέση τους.
23:45: Μιά πράσινη λάμψη στην Παναγία. Το φυλάκιο του Αη- Γιώργη έχει πέσει. Τρείς Γερμανοί σκοποί που βρίσκονταν εκεί είναι νεκροί. Οι αντάρτες στήνουν μικρό όλμο στραμμένο προς την θάλασσα φοβούμενοι την έλευση σκαφών.
24:00: Περίπου 500 ΕΛΑΣίτες βρίσκονται ακροβολισμένοι στις παρυφές της πόλης περιμένουν το σύνθημα της επίθεσης
24:05: Μια τεράστια έκρηξη δονεί την ατμόσφαιρα. Ο δρόμος προς Άρτα έχει ανατιναχθεί από τον 11ο Λόχο. Στο Κρίκελο ξεκινά η μάχη, οι αντάρτες χτύπησαν και εκεί. Οι Γερμανοί αιφνιδιάζονται και δεν προλαβαίνουν να εφαρμόσουν το σχέδιο συναγερμού τους. Απομονωμένοι σε σπίτια και κτίρια προσπαθούν να συνδεθούν με την διοίκηση με φωνές, σφυρίγματα και φωτοβολίδες. Κάθε σπίτι, κάθε παράθυρο είναι μια φωλιά πολυβόλου που ξερνάει καυτό σίδερο στους αντάρτες. Ντόπιοι δοσίλογοι χτυπούν και αυτοί από τα παράθυρα. Σε αυτούς προστίθενται και άνδρες του Ζέρβα και του Χούτα που βρίσκονται στην πόλη. Η Χωροφυλακή δεν λαμβάνει μέρος στην μάχη. Έχει συμφωνήσει να μην χτυπήσει τον ΕΛΑΣ και να μην δεχθεί την δική του επίθεση.

13 Ιουλίου 
ώρα 3:00: Το φυλάκιο κοντά στον δρόμο του Αγρινίου και πολλές άλλες εστίες αντίστασης φλέγονται. Ένας πολίτης βγαίνει στο παράθυρο με ένα δίκαννο και ρίχνει στους αντάρτες φωνάζοντας "Βοήθεια Έλληνες". Οι αντάρτες του ρίχνουν και τον σκοτώνουν. Ο κάτοικος αυτός προφανώς πανικοβλήθηκε ή δεν κατάλαβε τι γίνεται και έριξε. Ήταν ένα καθ' όλα ατυχές περιστατικό.
3:30: Καίγεται το σπίτι του προδότη Τσικνιά. Οι οικογένειά του έχει οδηγηθεί έξω από τους αντάρτες. Τους δίνεται χειρόγραφη προειδοποίηση και αφήνονται ελεύθεροι. Στον τομέα του 10ου Λόχου καίγεται το σπίτι του Ευγένιου Στράτου. Η μάχη μαίνεται σκληρή . Ξεσπά βροχή. Ιαχές, κραυγές και πυροβολισμοί ακούγονται μαζί με τις βροντές του ουρανού.
4:00: Στον σταθμό διοίκησης φθάνουν οι πρώτες αναφορές. Γερμανοί σκοτωμένοι και αιχμάλωτοι πάνω από 100, ανάμεσά τους και λίγοι camissa nera (Ιταλοί μελανοχίτωνες). Σύμφωνα με τις αναφορές η μάχη πρέπει να πλησιάζει στο τέλος της, όμως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι. Αποβραδίς, στην πόλη έχουν έρθει 7 καμιόνια γεμάτα Γερμανούς στρατιώτες που τοποθετήθηκαν σε διάφορα σπίτια. Οι Γερμανοί αυτοί, που ως τώρα δεν είχαν ρίξει λόγω της νύχτας και του ότι δεν είχαν συνδεθεί, με το ξημέρωμα αρχίζουν να ρίχνουν. Νέες εστίες ξεφυτρώνουν σε ολόκληρη την πόλη. Κανείς δεν γνωρίζει ακόμα που και πόσοι είναι. Η στρατηγική πλέον αλλάζει, στο σημείο αυτό εάν δεν υπήρχε η παλικαριά και η αυτοθυσία των ανταρτών και των καπεταναίων τους όλα θα είχαν χαθεί.
6:00: Η μάχη συνεχίζεται σκληρή και αποφασιστική και από τις δύο μεριές. Ο ήλιος ανεβαίνει. Στο ύψωμα του κάστρου τοποθετούνται όργανα της μπάντας του ΕΛΑΣ και παίζουν το "Μαύρη ειν' η νύχτα στα βουνά", το δοξασμένο τραγούδι του αλβανικού. Οι αντάρτες παίρνουν νέα δύναμη. Ξαφνικά ενώ έχει συμφωνηθεί διαφορετικά οι Χωροφύλακες αρχίζουν να ρίχνουν σε δύο τραυματισμένους ΕΛΑΣίτες που περνάνε κοντά στο κτίριο της Χωροφυλακής. Ομάδα του 3ου λόχου θα κινηθεί αργότερα προς τα εκεί και θα πάρει θέσεις. Στις φωνές των ανταρτών οι χωροφύλακες θα απαντήσουν με σφαίρες. Οι αντάρτες κινούνται αποφασιστικά και καίνε ολόκληρο το κτίριο της Χωροφυλακής με το περιεχόμενό του.
7:00: Η μάχη φθάνει στο αποκορύφωμά της. Οι απώλειες είναι πολλές. Η αποφασιστικότητα των ανταρτών, οδηγεί την πλάστιγγα της μάχης να γείρει προς το μέρος τους. Ο αντάρτης από την Αμφιλοχία Οδυσσέας (Αναστασίου) βρίσκει τον μικρό του αδελφό νεκρό σε μια έφοδο. Σκύβει τον φιλάει και του κλείνει τα μάτια. Του ψιθυρίζει δύο λόγια και μετά ορμάει στην μάχη φωνάζοντας "Πάντα μπροστά παιδιά". Αργότερα θα βρει και εκείνος τον θάνατο.
8:00: Ο αγώνας έχει μεταβληθεί σε αγώνα θέσεων. Ο γιατρός Νικολάου επιδένει και πολεμά. Το ισχυρότερο κτίριο των Γερμανών είναι το σπίτι του καπετάνιου Παπαζέκου. Είναι τρίπατο και σε ύψωμα. Γύρω γύρω είναι ενωμένο με τα δύο διπλανά σπίτια και στα παράθυρα έχουν στηθεί πολυβόλα. Εκεί φθάνει ο καπετάνιος Τσούνης με την ομάδα του. Ο ίδιος διστάζει να κάψει το σπίτι του φίλου του. Από την απέναντι μεριά ο Παπαζέκος του φωνάζει "Κάφτο γαιδάρα" (τον φώναζε χαϊδευτικά έτσι λόγω του ύψους του). Ο Τσούνης δεν θα το κάψει και έτσι θα έρθει ο ίδιος ο Παπαζέκος με δύο βαρέλια βενζίνη και θα το πυρπολήσει ολοσχερώς. Το σπίτι που ήταν γεμάτο πυρομαχικά ανατινάζεται βίαια.
9:00: Την νίκη θα καθορίσουν πια οι εφεδρείες. Στην μάχη ρίχνονται δύο ομάδες του 9ου Λόχου του 2/39 , με αρχηγό τον Παπαζέκο θα ανατινάξουν τις αποθήκες πυρομαχικών των Γερμανών. Η έκρηξη είναι τέτοια που κάμπτει το ηθικό του εχθρού. Ελάχιστες εστίες αντίστασης μένουν πια. Ένα σπίτι στον τομέα του 11ου λόχου προβάλλει ακόμα αντίσταση. Όλα βαίνουν καλώς μέχρι την στιγμή που μια σφαίρα τρυπάει τον πνεύμονα του Βασίλη Σκιαδά. Ο Σκιαδάς τοποθετείται σε φορείο και μεταφέρεται άμεσα στα Σερδίνια για να εγχειριστεί. Θα καταφέρει να επιβιώσει μέχρι το 1946 που θα δολοφονηθεί από τους χωροφύλακες. Η διοίκηση δίνεται στον Βασίλη Τσούνη. Το ματωμένο χειρόγραφο του Σκιαδά φθάνει στα χέρια του και το νέο φαίνεται να ατσαλώνει του αντάρτες παρά να τους πτοεί.
11:00 Το σπίτι στον τομέα το 11ου λόχου θα βομβαρδιστεί άγρια με όλμους και θα τυλιχθεί στις φλόγες. Ελάχιστες εστίες αντίστασης απομένουν πια. Η Αμφιλοχία έχει απελευθερωθεί.
12:00 -17:00: Η πόλη είναι ελεύθερη, οι κάτοικοι βγαίνουν σιγά σιγά στους δρόμους και αγκαλιάζουν τους αντάρτες. Δύο μικρές εστίες μένουν ακόμα αλλά είναι απομονωμένες και δεν ενοχλούν τους αντάρτες. Η γαλανόλευκη κυματίζει στην πλατεία της Αμφιλοχίας δίπλα στην θάλασσα.
18:30: Ενώ αντάρτες προσπαθούν να σηκώσουν σημαία στο 
διοικητήριο, ακούγεται ο βόμβος από τρία πλοιάρια που πλησιάζουν στον κόλπο. Παράλληλα γερμανικά τανκ εμφανίζονται από τον δρόμο προς Αγρίνιο και ρίχνουν στα υψώματα. Έχει έρθει η ώρα της σύμπτυξης και της υποχώρησης. Οι κάτοικοι δακρύζουν.
18:50 - 19:00: Τα τανκ και οι νέες γερμανικές δυνάμεις μπαίνουν στην Αμφιλοχία. Οι αντάρτες όντας πεζοί καταφέρνουν να γλιτώσουν χάρη σε ένα τυχαίο περιστατικό. Ο καπετάνιος Γιαννούλης βλέποντας τους σορούς από πτώματα των Γερμανών αποφάσισε να τα τακτοποιήσει πάνω στον δρόμο. Έτσι όταν τα τανκ βρέθηκαν σε αυτό το σημείο βρέθηκαν στο δίλημμα του να τα πολτοποιήσουν ή να χάσουν χρόνο μαζεύοντάς τα. Τελικά επέλεξαν το δεύτερο αφήνοντας τους αντάρτες να διαφύγουν.

Αποτελέσματα της μάχης

Οι απώλειες των Γερμανών ήταν συντριπτικές: 270 νεκροί Γερμανοιταλοί, εκτός αυτών που αποτεφρώθηκαν. Πιάσθηκαν 57 αιχμάλωτοι.
Οι απώλειες των ανταρτών ήταν και αυτές μεγάλες.


Λάφυρα

Η μάχη της Αμφιλοχίας ήταν πολύ σημαντική και λόγω της μεγάλης ποσότητας πολεμικού υλικού που καταλήφθηκε από τον ΕΛΑΣ. Συγκεκριμένα καταλήφθηκαν: 300 μάουζερ , 400 βαριά και ελαφρά αυτόματα όπλα, 65 μεταγωγικά γεμάτα τρόφιμα και πυρομαχικά (δύο φορτηγά τροφίμων μοιράσθηκαν στον κόσμο). Πολύ υλικό ιματισμού και υπόδησης. Πολλά φάρμακα και τηλεφωνικό υλικό. Πάνω από 60 μουλάρια και άλογα. Η λευκή φοράδα με την οποία ο Άρης Βελουχιώτης μπήκε στην Λαμία ήταν δώρο του 2/39 από την μάχη της Αμφιλοχίας.



O τραγικός πατέρας...

Καμιά φορά, τόσο σε αυτό το blog όσο και στην πραγματικότητα αναλογιζόμαστε ιστορίες και συμβάντα που γνωρίζουμε ότι έγιναν χωρίς να μπορούμε 100% να νιώσουμε όπως οι πρωταγωνιστές τους.
 Έτσι και εδώ που μιλήσαμε για την ηρωική μάχη του ΕΛΑΣ στην Αμφιλοχία δεν θα μπορούσαμε να έρθουμε στην θέση των ανθρώπων που μάχονταν αλλά και των όσων τους βλέπανε έντρομοι από τα παράθυρά τους. 

Ο Κ. Αναστασίου είχε τρία παιδιά: τον Θύμιο τον Χαράλαμπο και τον Γιώργο. Στην μάχη της Αμφιλοχίας, ο πατέρας αυτός έχασε τα δύο. Οι Γερμανοί αφού ανακατέλαβαν την πόλη είχαν μαζέψει τα πτώματα των πεσόντων στην πλατεία και αρνούνταν να τα θάψουν. Ο πατέρας αυτός τότε, μέσα σε όλη του την τραγικότητα πήγε ένα σκοτεινό βράδυ με ένα σακί και ένα μαχαίρι και έκοψε κρυφά τα κεφάλια από τα παιδιά του. Δεν μπορούσε ο τραγικός αυτός πατέρας να τα σηκώσει και τα δυο στα χέρια και να τα θάψει χωρίς να τον δουν. Έτσι αποφάσισε να θάψει μοναχά τα κεφάλια. Τα έθαψε στον βορινό τοίχο του νεκροταφείου. 

Οι νεκροί του ΕΛΑΣ


Ο άμαχος πληθυσμός
Οι νεκροί άμαχοι της μάχης της Αμφιλοχίας (τα στοιχεία από αυτόπτες μάρτυρες, εν ζωή μαχητές, Βιβλία των Θέμη Μοσχάτο, Φιλ. Γελαδόπουλο)

Ελισάβετ Τσιρογιάννη, ετών 80, θανούσα από αδέσποτη σφαίρα στο παράθυρο του σπιτιού της.
Αγγελική Τριανταφύλλου, ετών 78, θανούσα κατά την ανταλλαγή πυρών ανάμεσα σε Γερμανούς και αντάρτες. Πέθανε στην αυλή του σπιτιού της.
Δημήτρης Φλώρος, πυροβολήθηκε από αντάρτη αφού του έριξε με το δίκαννο, πιθανότατα μπερδεύτηκε αφού έριχνε φωνάζοντας "βοήθεια Έλληνες".
Αλέκος Βαζούρας, ετών 70, σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα ενώ στο σπίτι του είχαν οχυρωθεί Γερμανοί.
Γιώργος Φίλος, ετών 75 σκοτώθηκε από αδέσποτη σφαίρα κατά την ανταλλαγή πυρών.




Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Η οδός Ι. Σταΐκου…

…στο πέρασμα των χρόνων

Η οδός Ι. Σταΐκου αρχίζει από την πλατεία Δημοκρατίας και καταλήγει στην οδό του σμηναγού Βασ. Παναγόπουλου.
Ο δρόμος έχει πάρει την ονομασία του από τον Γιαννάκη Στάικο, ο οποίος γεννήθηκε στην Βελάουστα – σημερινό Πυργί – το 1793.

   Οι Σταϊκαίοι θεωρούνται ως η παλαιότερη οικογένεια πλούσιων προεστώτων του Βραχωριού. Αντίπαλη οικογένεια, της οικογένειας των Βλαχόπουλων. Με την κήρυξη της Επανάστασης ο Γιαννάκης δημιούργησε δικό του σώμα και πολέμησε στη Δυτική Ελλάδα. Κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου το 1825-26 πολεμούσε απ’ έξω. Μετά την Απελευθέρωση έμεινε στο στρατό και έφτασε στο βαθμό του στρατηγού. Αργότερα έγινε γερουσιαστής και υπουργός των Στρατιωτικών. Πέθανε στο Αγρίνιο το 1861.


Η οδός Ι. Σταΐκου την δεκαετία του ΄60, από την κεντρική πλατεία.





Το φωτογραφείο του Παντόπουλου επί της Ι. Σταΐκου και στοάς Παπαγιάννη.




Γωνία Ι. Σταΐκου και Κύπρου. Σήμερα στεγάζει την Τράπεζα Πειραιώς







Οδός Ι.Σταΐκου και πάροδος Αντωνοπούλου. Το ακίνητο αυτό φιλοξένησε το παντοπωλείο Σκορδόπουλου, το σιδηροπωλείο Αφών Παγώνη και το ιστορικό καφενείο Λέρη (στις φωτογραφίες φαίνονται τα τραπεζοκαθίσματα).




 Το παντοπωλείο του Σωχωρίτη.





Ι. Σταΐκου και Κακαβιά.



Ευχαριστώ τον Γιώργο Στρατούλη 
για τις επιπρόσθετες πληροφορίες
και για την φωτογραφία του Παντόπουλου.


Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Τα καλοκαιρινά τα μεσημέρια...


...στο χωριό, τότε και τώρα.





του Κώστα Μπούτιβα - Καστρινού

Κάθομαι στο μπαλκόνι καταμεσήμερο... τούτη την ώρα γυρίζει ο ήλιος, και πιάνει να δροσίζει λίγο από δω, χωμένος ανάμεσα στη τέντα απολαμβάνω τη μεσημεριάτικη ψιλοσιωπή...
Μάλλον γερνάω επικίνδυνα, κάποτε αυτή η σιωπή ήτανε ο χειρότερος καλοκαιρινός μου εφιάλτης. Τότε που τα καλοκαίρια ξυπνάγαμε το πρωί, και βγαίναμε στο δρόμο, να παίξουμε λιγάκι, να κλωτσήσουμε λίγο τη μπάλα, να προλάβουμε να ζήσουμε λιγάκι σαν παιδιά, μέχρι να ’ρθουνε οι δικοί μας απ’ το χωράφι με τον καπνό, κι αρχίσουνε οι μανάδες να ξεφωνίζουνε στο δρόμο "Κωστάκηηηηηη, τσακίς κι έλα γι’ αρμάθιασμα". 


Και να αρχίσουμε να μαζευόμαστε γύρω απ’ το λόφο με τον καπνό με τη καπνοβελόνα παραμάσχαλα. Και μετά κατά το μεσημεράκι, και το προχειροφτιαγμένο φαγητό, άρχιζε εκείνο το εκνευριστικό τρίωρο, όπου δεν έπρεπε να ακούγεται σχεδόν τίποτα. Οι μεγάλοι μπαϊλντισμένοι απ’ το ξενύχτι για το μάζεμα, έγερναν εκεί δίπλα απ’ το σωρό με το καπνό να κλέψουν λίγο ύπνο, και μείς, ανήσυχα διαβόλια, έπρεπε η να κάνουμε ησυχία , ή δυνατόν να γίνουμε αόρατοι... Το μόνο που τάραζε τη σιωπή ήτανε τα τζιτζίκια, κάνα ροχαλητό, και κάνα ενοχλημένο "σκάστε" σε κάποιο θόρυβο που μόλις ακουγόντανε.

Πόσο βαριόμουνα τότε αυτά τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Με το μάτι κολλημένο στο λόφο απ’ τον καπνό που έπαιρνε και λιγόστευε, και το αυτί στο ράδιο που έλεγε την ώρα κάπου –κάπου, περιμέναμε πότε θ’ αρχίσει να βραδιάζει, να βγάλουμε τις αρμάθες στη λιάστρα, και ν’ αρχίσουν να ακούγονται ξανά οι πρώτες παιδικές φωνές στο δρόμο, να ακουστούν τα πρώτα χτυπήματα της μπάλας, και να αποκτήσει ξανά το καλοκαίρι μας ζωή. Το βραδάκι ένιωθα πως ο κόσμος ζωντάνευε ξανά. Μια βόλτα στο βραδινό αεράκι, και οι μυρωδιές απ’ τις ταβέρνες, σ’ έκαναν να νοιώθεις πως μια ακόμα ευλογημένη καλοκαιρινή νύχτα είναι κοντά.


Τα χρόνια πέρασαν, κι ο κόσμος άλλαξε, η πίκρα του καπνού που έζησε και μεγάλωσε χιλιάδες τότε οικογένειες, έπαψε πια σ’ αυτό το τόπο να υπάρχει. Και τα παιδιά άλλαξαν πια κι αυτά στην εποχή μας. Οι μανάδες δε τα μαζεύουνε πια στριγγλίζοντας γι’ αρμάθιασμα, μα και δεν βγαίνουν πια τόσο πολύ στο δρόμο για να παίξουν.. Ανοίγουν μόνο το ψυγείο για να βρούνε το φαγητό, πριν να καθίσουνε ξανά μπροστά στο «λάπτοπ».
Και η μεσημεριάτικη ψιλοσιωπή του καλοκαιριού σου τα θυμίζει όλα αυτά. Αυτή η λίγη «βουβαμάρα» στη γειτονιά, τα αυτοκίνητα που αραιώνουν, οι ομιλίες που ολιγοστεύουνε, σου επιτρέπει να ξεχωρίζεις που και που και τον ήχο από κάποιο μακρινό τζιτζίκι. Και μετά, το απογευματάκι, η ζωή επιστρέφει ξανά, άνθρωποι ξυπνούν, παράθυρα ανοίγουν, τηλεοράσεις γουργουρίζουνε - όλα τα κανάλια μαζί - οι ήχοι ξανανακατεύονται, και τα παιδιά ξαναφωνάζουν. Κι αν δεν υπάρχει πια η μυρωδιά απ’ το καπνό που κυριαρχούσε τότε στην ατμόσφαιρα, το βραδινό το αεράκι υπάρχει ακόμα στο χωριό, κι έτσι ακόμα υπάρχουμε κι εμείς.

Αναδημοσίευση από το AGGELOKASTRO NEWS

Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Κυριακή, 29 Ιουνίου 2014

Διωγμός και Προσφυγιά



Μνήμες του διωγμού και της προσφυγιάς

Θανάσης Κακογιάννης
Μοναδική ανέκδοτη μαρτυρία του 
Θανάση Γ. Κακογιάννη* 
από Αλάτσατα Ερυθραίας

τον Σεπτέμβριο του '87
στον Δημήτρη Κρασσά

Πάντα ξυπνούν οι βαθιά θαμμένες μα ολοζώντανες, φοβερές κι ανατριχιαστικές παιδικές θύμησες. Να, εκεί, που όσο περνούν τα χρόνια, γυρίζει ο νους πολλές φορές σε όλα εκείνα που έζησε κανείς και τα θυμάται ένα-ένα, με τα κύρια και καταλυτικά γεγονότα, χωρίς να τα ‘χει αμαυρώσει ο χρόνος, με τις εικόνες των ζωηρές και ανεξίτηλες, γεγονότα και εικόνες που σημάδεψαν τη ζωή των όσων τα έζησαν και τις είδαν. Ακόμα εκεί που διαβάζεις κείμενα για τη Μικρασία, εκεί που αναζητάς στον όποιο χάρτη δεις τα παράλια της Μικρασίας, τον τόπο που γεννήθηκες με τα νησιά μας απέναντι. Και σε κάθε πια επέτειο, ατόφιες μπροστά σου οι σκηνές, οι γιομάτες δέος και ανατριχίλα θανάτου, οι σκηνές του βασανισμού, του βιασμού και της ατίμωσης, βαθιά χαραγμένες και άσβεστες.

Η πονεμένη μορφή της χαροκαμένης μάνας, η ορφάνια, τα πονεμένα παιδικά πρόσωπα, είναι ό,τι απόμεινε από εκείνη την εποχή του διωγμού και μετά για πολλά κατοπινά χρόνια. Και μέσα σ’ αυτό το ζοφερό κύκλο του φονικού, της καταστροφής και του ξεριζωμού, άσβεστη και ζωντανή η απέραντη άφθαρτη μνήμη.

Το δίλημμα μετά την πρώτη προσφυγιά

Έτσι κι έγινε στη Μικρασία, στα ξακουστά ελληνικά παράλια της. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που άρχισε το 1914, άγγιξε από τις πρώτες του μέρες εκείνους τους τόπους. Κι οι πάτριοι εκείνοι τόποι με τη σφύζουσα ελληνική πνοή και πίστη άδειασαν. Ο αλλόθρησκος εχθρός σκόρπισε τους πληθυσμούς των Χριστιανών κατοίκων στην Ελλάδα. Προσφυγιά κάπου έξι χρόνια. Κι’ ύστερα ξαναγύρισμα στις Πατρίδες. Μύριοι κόποι να ξαναναστηθεί στους πατρογονικούς τόπους η ζωή.

Στα Αλάτσατα, μία μικρή κωμόπολη με 15.000 κατοίκους Έλληνες και ελάχιστους Τούρκους, που βρίσκεται στη χερσόνησο Ερυθραίας, δυτικά της Σμύρνης, και σε απόσταση 70 χλμ., είχε φθάσει εκείνο τον Αύγουστο του 1922 ο απόηχος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, στο μέτωπο της Μικρασίας. Ημέρα με την ημέρα βάραινε πάνω σε όλους τους κατοίκους το φοβερό προαίσθημα της επερχόμενης συμφοράς. Μία αβεβαιότητα ανάμικτη με τρόμο σκέπαζε το χωριό, όπως έλεγαν τη μικρή τους κωμόπολη οι κάτοικοί της, όσο πλήθαιναν τα νέα του μετώπου που κατέρρεε. Οι κάτοικοι, μπροστά στ’ αποκαρδιωτικά μηνύματα της υποχώρησης του στρατού μας και της καθόδου των διαβόητων Τσετών και του Τουρκικού Στρατού, που μαζί απλώνονταν αιμοχαρείς, νικηφόροι και εκδικητές προς τη Σμύρνη και τα παράλια, αντιμετώπιζαν το παράλογο δίλημμα να μείνουν στον τόπο τους, στην πατρίδα, ή να την αφήσουν πάλι και να φύγουν στην ξενιτιά.

Στη μικρή αυτή πολιτειούλα ήταν πολύ ζωντανά τα πατριωτικά αισθήματα των κατοίκων της και βαθιά η χριστιανική πίστη τους. Ήταν αφέλεια ακόμα και η σκέψη να μείνουν. Κι όμως ο καημός και τα βάσανα της πρώτης προσφυγιάς, κι ύστερα το ξαναζωντάνεμα της πατρίδας, να, η αιτία του διλήμματος. Οι χριστιανοί ήταν σχεδόν το σύνολο των κατοίκων. Ελάχιστες οι τουρκικές οικογένειες, γι’ αυτό και πολύ λίγοι κάτοικοι ήξεραν την τουρκική γλώσσα.

Στο γυρισμό, στα 1920, ύστερα από τον πρώτο διωγμό στα 1914, όσοι γύρισαν στην πατρίδα είχαν ξαναδημιουργήσει τα νοικοκυριά τους. Ξανακαλλιέργησαν την καρπερή γη της πατρίδας, ξαναστόλισαν τις εκκλησίες τους, αποτελείωσαν και τον Άγιο Κωνσταντίνο στο Κάτω Χωριό και τον στύλωσαν ωραίο κι επιβλητικό. Η σταφίδα γέμισε και πάλι τα σπίτια, τα χέρσα χωράφια με τα σπαρτά και τα καρποφόρα δέντρα ομόρφυναν όπως πριν τον τόπο τους. Το εμπόριο με τη Σμύρνη ξανάρχισε και η ζωή είχε βρει ξανά τον ήρεμο ρυθμό της, με τις καινούργιες εμπειρίες της προσφυγιάς μα και της προόδου.

Και να τώρα, μπροστά στο αδυσώπητο δίλημμα: Να τ’ αφήσουν πάλι όλα, χαμένος πάλι ο ιδρώτας και ο μόχθος, και να φύγουν, να πάρουν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς, ή να μείνουν;

Ολέθρια συμβουλή

Όντας μακριά από τα μέτωπα, δεν είχαν επίγνωση των καταστροφών, των φονικών μαχών, του ολέθρου που κάθε μάχη σκορπούσε παντού. Έτσι τους έμενε κάποια αμυδρή ελπίδα πως ίσως δεν πειραχτούν από τον Κεμάλ. Με κάποιες τέτοιες σκέψεις, ολότελα αντίθετες με την εξέλιξη του πολέμου, οι Προεστοί συμβούλεψαν να μην εγκαταλειφθεί ο πατρογονικός τόπος.

Όλοι έρμαια των Τσετών μετά την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού

Στο μεταξύ οι φήμες μέρα με τη μέρα προμηνούσαν τον όλεθρο. Ο τρόμος και η αγωνία συνείχε τους πάντες. Η δράση των άτακτων Τούρκων, των Τσετών, ήταν από παλιότερα γνωστή. Εκείνες τις μέρες του τρόμου και της αγωνίας, κατέφθασε στα Αλάτσατα, οπισθοχωρώντας, η οπισθοφυλακή του Ελληνικού Στρατού με τον Πλαστήρα επί κεφαλής. Το μόνο που είπε στους κατοίκους που είχαν συγκεντρωθεί στην είσοδο του χωριού ήταν ο πικρός του λόγος: «Λυπάμαι που σας αφήνουμε…».

Ήταν πια οι πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη του 1922. Ο Ελληνικός Στρατός είχε αποχωρήσει. Ο Τουρκικός Στρατός, με προπομπό τους άτακτους Τσέτες, κατέβαινε στις πόλεις και στα χωριά. Κι άρχισε το απερίγραπτο δράμα των χριστιανών.

Στις 4 του Σεπτέμβρη εισέβαλαν με πυροβολισμούς και κραυγές. Τα σπίτια αμπαρώθηκαν, ερημιά παντού. Έρμαια της μανίας των άτακτων στιφών τα πάντα. Όλοι περίμεναν τη μοίρα τους. Πολλές οικογένειες μαζεύονταν σ’ ένα σπίτι, έτσι για να μη μένουν μόνοι και με την παρηγοριά ο ένας του άλλου. Οι χτύποι στις πόρτες, οι κοντακιές και τα σπασίματα για ν’ ανοίξουν και να μπουν μέσα στα σπίτια, η χλαλοή και τα τρεχοβολητά, κατακορύφωναν το δέος και την αγωνία. Όσο μπορούσαν οι κάτοικοι να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, μάθαιναν τα όσα γίνονταν. Παντού σφαγή, βασανισμοί και βιασμοί. Όλοι έρμαια των Τσετών. Έτσι, μια παγωμένη θανατερή αναμονή πλάκωνε τις καρδιές όλων.

Και η σειρά μας ήρθε

Μαζεμένοι στο σπίτι του παππού, η οικογένεια ζούσε τον εφιάλτη της προσμονής της δικής μας δοκιμασίας. Οι Τσέτες μπαινόβγαιναν και ανεβοκατέβαιναν στα σπίτια των χριστιανών. Σκοπός τους η διαρπαγή, η λεηλασία, η σφαγή, οι βιασμοί. Το ακόρεστο πάθος κυρίαρχο και ανελέητο καταπάνω σε γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Με αισθήματα αφόρητης αγωνίας, περίμεναν οι μεγάλοι, ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα και ο Μήτσος μας τη σειρά μας. Τα μικρά, εμείς, κουλουριασμένα, φοβισμένα και χωρίς συναίσθηση του τι μας περίμενε, το ένα κοντά στο άλλο, πιασμένα από τα φουστάνια της μάνας και της γιαγιάς. Ο πατέρας άφαντος κάπου για να γλιτώσει.

Και η σειρά μας ήρθε. Ά
γρια χτυπήματα στην αμπαρωμένη πόρτα με φοβερές φωνές. Ο μεγάλος αδελφός, ο Μήτσος, κατέβηκε και άνοιξε την πόρτα. Ήταν ο πρώτος που δοκίμασε την επιδρομή μιας ομάδας από Τσέτες. Αφού τον κοπάνισαν με τα κοντάκια των τουφεκιών τους, αγρίμια αληθινά, όρμησαν ανεβαίνοντας τις σκάλες. Άρπαξαν το γέρο παππού ζητώντας να τους δώσει χρήματα και ό,τι άλλο είχε. Συνέχεια άρπαξαν από τα μαλλιά τη γιαγιά και ζητούσαν να τους δώσει δαχτυλίδια, ρούχα και τρόφιμα. Δεν τους έφταναν ό,τι έπαιρναν. Άρχισαν να χτυπούν. Μ’ ένα γουδοχέρι πέτρινο έσπασαν το κεφάλι του παππού, συνέχισαν τα χτυπήματα στη γιαγιά, ώσπου και οι δύο τους έπεσαν αναίσθητοι. Όλοι κλαίγαμε, το μωρό στην αγκαλιά της μάνας τσίριζε. Ένας θρήνος γιόμισε το σπίτι, που εν τω μεταξύ το είχαν κάμει άνω-κάτω ψάχνοντας, ζητώντας πουγκιά και χρυσαφικά. Αγρίμια αληθινά, δεν αρκέστηκαν σε ό,τι βρήκαν και άρπαξαν.

Οι βιασμοί

Σε μια γωνιά του σπιτιού ήταν καθισμένη, έχοντας στα γόνατά της το μικρό της γιο, μια γειτόνισσα που είχε ζητήσει να μείνει μαζί μας από το φόβο που ήταν μοναχή και έρημη. Πριν από έναν μήνα είχε μάθει το θάνατο του άνδρα της που σκοτώθηκε στο μέτωπο. Είχε φορέσει ό,τι παλιόρουχα είχε κι είχε σκεπάσει το κεφάλι της με διπλό τσεμπέρι για να κρύψει το πρόσωπό της και τα χρόνια της. Πώς όμως να ξεφύγει η δύστυχη από τ’ άγρια θηρία;

Μυρίστηκαν το θήραμά τους. Κοντοστάθηκαν απέναντί της, έσκυψαν και με μιας της τράβηξαν τα τσεμπέρια από το κεφάλι. Ξεχύθηκαν τα μαύρα μαλλιά της και άστραψαν μπροστά τους τα μεγάλα μαύρα μάτια της και το ωραίο λευκό πρόσωπο. Με βία παραμέρισαν το αγόρι της και την τράβηξαν σέρνοντάς την στο διπλανό δωμάτιο. Σε λίγες στιγμές ακούσαμε τα βογκητά και τις οιμωγές της… Μια κρυάδα μ’ έναν αποτροπιασμό μας πάγωσε μικρούς και μεγάλους. Η φρίκη γιόμισε όλο το σπίτι μπροστά στο κατοπινό θέαμα της βιασμένης γυναίκας. Ένα ματωμένο κουρέλι σύρθηκε κοντά μας με σκισμένα τα ρούχα και ματωμένο όλο της το κορμί, με ασταμάτητους λυγμούς. Μάζεψε το αγόρι της και διπλώθηκε στα γόνατά της. Η γιαγιά πήγε κοντά της και με λίγο νερό της ξέπλυνε το πονεμένο της πρόσωπο.

Μα της δύστυχης δεν της έφτανε το δικό της μαρτύριο. Πάνω σ’ όλα αυτά, να κι ένας πολίτης Τούρκος. Θα ήταν έως είκοσι χρονών, ήταν από τους λίγους Τούρκους του χωριού. Χωρίς μιλιά γύρισε μια ματιά σε όλους κι ύστερα κοντοστάθηκε μπροστά στη γυναίκα που ολοφυρόταν. Έσκυψε και σήκωσε το αγόρι και κρατώντας το από το χέρι, τράβηξε κατά τη σκάλα. Η δύστυχη με το έντονο προαίσθημα του κακού για το αγόρι της, χίμηξε ν’ αρπάξει από τα χέρια του μισερού τουρκόπουλου το παιδί της. Κι ο νεαρός, πάντα στυγνός και αμίλητος, με μια κλωτσιά την ξάπλωσε στο πάτωμα κι ευθύς τραβώντας το παιδί, κατέβηκε. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι του παππού ήταν κάτι χαλάσματα. Από το μισάνοιχτο παραθύρι έγειρε ο Μήτσος μας και είδε πως έσυρε το αγόρι μέσα σ’ εκείνα τα χαλάσματα… Δεν θα είχε περάσει μισή ώρα και το αγοράκι γύρισε κατατρομαγμένο και μέσα στα κλάματα. Εξουθενωμένο έπεσε στην αγκαλιά της βιασμένης μάνας του. Του σήκωσε τα ρουχαλάκια του κι ύστερα με λίγο νερό προσπάθησε να το συνεφέρει. Μια νεκρική σιγή σκέπασε όλο το σπίτι. Οι μεγάλοι αμίλητοι κι εμείς τα μικρά τρέμαμε ολοσούσουμα.
Οι στιγμές ήταν αβάσταχτες. Σε λίγο τα δάκρυα και οι λυγμοί μας έπνιγαν όλους, μικρούς και μεγάλους, κι ο τρόμος κυρίαρχος ως την τελευταία ικμάδα της ύπαρξής μας. Έτσι, ξημερωθήκαμε.

Δεν άργησαν πάλι τα χτυπήματα της πόρτας

Την άλλη μέρα, κι ενώ οι πυροβολισμοί και τα τρεχοβολητά δικών μας που έτρεχαν να κρυφτούν και των Τούρκων που κυνηγούσαν τα θύματά τους, ανήμποροι να κάνουμε οτιδήποτε, μιας και βρισκόμασταν στο έλεος των αιμοδιψών πάνοπλων ληστών, περιμέναμε ανυπεράσπιστοι την τύχη μας. Και δεν άργησαν πάλι τα χτυπήματα της πόρτας. Έφτασε αυτή τη φορά ένα μπουλούκι. Άρχισαν κι έψαχναν παντού, μοιράζοντας κοντακιές. Τσουβάλια με σταφίδα, τενεκέδες με πετιμέζι και τυριά, ό,τι ρούχα είχαν απομείνει από τους χτεσινούς. Βρισιές, κλωτσιές και με τις λόγχες κομμάτιαζαν τις εικόνες. Ύστερα φόρτωναν τη λεία τους κι έφευγαν, ώσπου να έρθουν άλλοι για ν’ αποσώσουν τη διαρπαγή.

Άλλοι, μη βρίσκοντας ό,τι γύρευαν, ξεσπούσαν πάνω στα κορμιά μικρών και μεγάλων. Η σαδιστική μανία τους ξεπερνούσε κάθε όριο. Έφτασαν ν’ αρπάξουν από την αγκαλιά της μάνας μας το μωρό της έξι μηνών, να το αναποδογυρίσει ο άγριος Τσέτης, να το κρατήσει ανάποδα από τα δυο του ποδαράκια και με ξεγυμνωμένο μαχαίρι να θέλει να το σχίσει στα δύο. Μπροστά στα ουρλιαχτά της μάνας κι όλων μας και στην προτροπή ενός συντρόφου του ν’ αφήσει το μωρό, το πέταξε κάτω και παίρνοντας ό,τι ρουχικό και τρόφιμα βρήκαν, βρίζοντας στη γλώσσα τους έφυγαν. Έτσι κόρεσαν τα πάθη τους τα στίφη των Τσετών. Μετά από κάθε αναχώρηση, χαμός και θρήνος.

Η θεία Γιασεμή και ο θείος ΤζώρτζηςΗ θεία Γιασεμή, η μικρή αδελφή της μάνας, ως είκοσι χρονών, λίγο ακόμα και θα έσκαζε μέσα στο αμπάρι με το σιτάρι που από την αρχή κάθε τόσο την έχωνε ο παππούς για να γλιτώσει το βιασμό. Μόλις κατέβαιναν τα μπουλούκια, ο θείος Τζώρτζης Γκίρδης, αδελφός της μάνας, που έκανε τον σφαγμένο κι ήταν ξαπλωμένος πάνω από το αμπάρι που μέσα του κρυβόταν η θεία, ανασηκωνόταν να πάρει κι αυτός αναπνοή. Ήταν σκεπασμένος μ’ ένα σεντόνι που ήταν καταματωμένο από τις πληγές που μόνος του προκάλεσε στο σώμα του. Στην τελευταία επιδρομή, μόλις έφυγαν, τράβηξε μια τάβλα πάνω από το αμπάρι, το άνοιξε για να πάρει αέρα η αδελφή του. Και μόλις ήταν καιρός, μελανιασμένη και λιγοθυμισμένη την τράβηξαν στο δωμάτιο με χίλιους φόβους. Τη δρόσισαν και πάλι ύστερα στο αμπάρι, κι από πάνω βουτηγμένος στα αίματα ο θείος Τζώρτης και σκεπασμένος με το σεντόνι.

Με το αιμάτινο αυτό καμουφλάζ ο θείος Τζώρτης περίμενε να σωθεί. Η οικογένειά του, που γλίτωσε στη Χίο, τον είχε για χαμένο. Τελικά ανταμώθηκαν, όταν γύρισε από την αιχμαλωσία, από την όποια όμως δεν κατάφερε να γλιτώσει.

Οι χτύποι και τα τρεχοβολητά στους δρόμους, από τους κυνηγημένους κι από τις ομάδες των Τσετών, μας έκαναν όλους να τρέμουμε από το φόβο. Αυτοί οι χτύποι σημάδεψαν τα παιδικά μας και τα εφηβικά μας χρόνια. Κατοπινά, κι ύστερα ακόμα από μερικά χρόνια οι χτύποι στις πόρτες τη νύχτα, θες από τους αέρηδες ή από τους γειτόνους και τους επισκέπτες, ζωντάνευαν τις φριχτές ώρες της αγωνίας και του τρόμου. Και στον ύπνο πάντα ο εφιάλτης του απάνθρωπου Τσέτη.

Έφυγαν οι Τσέτες, ήρθε ο Τουρκικός Στρατός και η αιχμαλωσία

Το μαρτύριο της επιδρομής των Τσετών, με τους ξυλοδαρμούς, τις λεηλασίες και τους βιασμούς, κράτησε πέντε ολόκληρα μερόνυχτα. Κι αφού πια είχαν κορέσει κάθε ταπεινό τους ένστιχτο, τα άταχτα μπουλούκια τους τραβήχτηκαν σε άλλους τόπους για να συνεχίσουν το μισερό τους έργο.

Θα ‘ταν η 10 του Σεπτέμβρη, όταν μπήκαν στα Αλάτσατα τμήματα του Τούρκικου Στρατού. Η πρώτη διαταγή τους ήταν να παρουσιαστούν όλοι οι άντρες από 18 χρονών μέχρι 60. Έτσι μάζεψαν όλους, όσους δεν είχαν καταφέρει να φύγουν. Ανάμεσά τους ο Δημητρός μας, ο θείος Τζώρτζης, που γλίτωσε την κακοποίηση χάρη στο ματωμένο σεντόνι με το οποίο είχε κουκουλωθεί, όχι όμως και την αιχμαλωσία, οι δύο θείοι Γιαννακός και Δημήτρης Κακογιάννης κι άλλοι πολλοί φίλοι και συγγενείς της οικογένειας. Ο πατέρας από κεραμίδι σε κεραμίδι είχε ξεφύγει στην αρχή από τους Τσέτες, μα δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια. Κάπου άφησε το κορμί του. Ποιός ξέρει πώς. Πάντως ανάμεσα στους αιχμαλώτους Αλατσατιανούς δεν ήταν.

Σε μακρινές σειρές, χωρίς να μπορέσουν να πάρουν τίποτα μαζί τους, πήραν το δρόμο της αιχμαλωσίας μαζί με τους άντρες άλλων χωριών και πόλεων της Μικρασίας. Από τη Σμύρνη που έφτασαν, τράβηξαν ως τα βάθη της Ανατολής. Η αιχμαλωσία με ανείπωτα μαρτύρια διάρκεσε δύο και πλέον χρόνια. Όσοι μπόρεσαν κι επέζησαν, γύρισαν στην Ελλάδα. Μα αυτοί ήταν πολύ λίγοι. Οι πολλοί περισσότεροι άφησαν τα κόκαλά τους στους κάμπους και στις ερημιές της Μικρασίας.

Η αρχή της προσφυγιάς

Αφού μάζεψαν τους άντρες, με άλλη διαταγή όλα τα γυναικόπαιδα μαζί με τους ηλικιωμένους έπρεπε να μαζευτούμε στις εκκλησίες και ιδίως στη μεγάλη εκκλησία Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί, στο προαύλιο της εκκλησίας ήταν ένα πηγάδι. Οι φήμες λένε ότι έπεσαν μέσα για να γλιτώσουν το βιασμό από τους Τούρκους πολλές νέες. Η μάνα με το μωρό της στην αγκαλιά και με μια σκεπασμένη εικόνα της Υπαπαντής, που δεν την αποχωρίστηκε σε όλες τις μέρες της δοκιμασίας, κρύβοντάς την κατά τις επιδρομές των Τσετών, μας μάζεψε σε μια γωνιά. Η δύσμοιρη, μονάχη, χωρίς τον νοικοκύρη της, χωρίς τον μεγάλο αδερφό, με τέσσερα παιδιά από έξι μηνών έως δώδεκα χρονών. Όλη τη νύχτα βαριαναστέναζε κι έκλαιγε σιωπηλά. Σαν σταματούσαν τα δάκρυα, ένωνε μαζί με τις άλλες γυναίκες και μανάδες τις προσευχές της. Έτσι ξενυχτήσαμε τα γυναικόπαιδα δυο βραδιές. Την άλλη μέρα, νηστικούς και πεινασμένους, μας ξεσήκωσαν για τον Τσεσμέ, όπως ήμασταν, χωρίς να πάρει κανείς τίποτα μαζί του. Πολλοί γυμνοί και ξυπόλητοι ξεκίνησαν. Οι μεγάλοι κατάλαβαν πως οδηγούμασταν στην προσφυγιά.

Θυμάμαι που φεύγοντας για τον Τσεσμέ περάσαμε μπροστά από το σπίτι μας, που ήταν στον κεντρικό δρόμο. Η πόρτα του ισογείου ήταν ανοιχτή. Η μάνα γύρισε και κοίταξε, θυμάμαι. Το ίδιο κι εγώ. Είδαμε το μαξούλι της χρονιάς, το σωρό της ψιλόροης σταφίδας που ήταν μαζεμένη εκεί μπροστά να την τσουβαλιάζουν οι Τούρκοι. Η μάνα δεν κρατήθηκε, κοντοστάθηκε, κοίταξε για μια στιγμή με πίκρα και για τελευταία φορά το σπίτι μας και συνέχισε ύστερα από την προσταγή του στρατιώτη που βάδιζε παράπλευρά μας. Τα δάκρυα την είχαν πνίξει. Θρήνος για τον χαμένο πατέρα, για τον αιχμάλωτο γιο, για ό,τι αφήναμε, σπίτι και πατρίδα.


Ο δρόμος για τον Τσεσμέ και μετά στο άγνωστο

Μαζεμένα πλάι της και πιασμένα από τη φούστα της, συνεχίσαμε, κάτω απ’ τον καυτό ήλιο εκείνων των πρώτων ημερών του Σεπτέμβρη, το δρόμο για τον Τσεσμέ. Πεινασμένοι, ρακένδυτοι, άυπνοι, συντρίμμια, σερνόμασταν. Η μάνα δεν είχε αποχωριστεί από τις πρώτες μέρες της συμφοράς την κάπως μεγάλη εικόνα της Υπαπαντής που είχαμε στο εικονοστάσι του σπιτιού μας. Την είχε σκεπάσει μ’ ένα τραπεζομάντιλο και τη φύλαγε όλες εκείνες τις μέρες, έχοντάς την κρυμμένη πότε εδώ και πότε εκεί. Την είχε σαν τα μάτια της. Όσο είχε την έγνοια για μας, άλλο τόσο και για την Παναγιά. Κι όσο ήμασταν στο σπίτι του παππού κι ύστερα στην εκκλησιά κλεισμένοι, δεν έδινε βάρος για τη φύλαξή της. Τώρα όμως στην πορεία, ήταν δύσκολο το έργο της μάνας. Είχε στην αγκαλιά το μωρό, τη μικρή μας αδελφούλα, μαζί και την εικόνα. Ο δρόμος μακρύς και η κούραση έλυνε τα γόνατα. Όταν πια είχε αποκάμει από την κούραση, κοντοστάθηκε. Δίνει στο πιο μεγάλο αδέρφι, τον Γιαννάκη μας, να κρατήσει για λίγο το μωρό κι εκείνη γρήγορα-γρήγορα σκύβει και απιθώνει τη σκεπασμένη εικόνα στο πλαϊνό χαντάκι. Γονατίζει, σταυροκοπιέται και την ασπάζεται. Τη σκεπάζει όσο πιο καλά γίνεται κι ύστερα με δακρυσμένα μάτια, ολολύζοντας σα να ‘χε απέναντί της την ίδια την Παναγιά, μονολογάει: «Παναγιά μου, συγχώρεσέ με, ή το παιδί μου πρέπει ν’ αφήσω ή Εσένα». Ξανάκανε το σταυρό της, ξαναπήρε το μωρό στην αγκαλιά της και συνεχίσαμε το δρόμο.

Ύστερα από μια κουραστική πορεία τριών και πλέον ωρών, διψασμένοι, κατάκοποι και με ματωμένα τα πόδια, φτάσαμε στον Τσεσμέ. Μας μάζεψαν στις εκκλησίες. Το δικό μας μπουλούκι το σπρώξανε στον πολιούχο του Τσεσμέ, τον Άγιο Χαράλαμπο. Εκεί που μας πήγαιναν, πριν μπούμε στην εκκλησιά, είδα χάμω στα βοτσαλάκια ένα μικρούτσικο βιβλιαράκι μ’ ένα σταυρό ζωγραφισμένο στο εξώφυλλό του. Έσκυψα το πήρα και το έχωσα στην τσέπη μου. Ήταν μια ιερή σύνοψη. Θυμάμαι αργότερα στη Μυτιλήνη, σημείωσα στο τελευταίο λευκό φύλλο του: «Ιερό ενθύμιο των αλησμόνητων ημερών του διωγμού μας, 12 Σεπτεμβρίου 1922» και το όνομά μου από κάτω. Αυτό το μικρό ενθύμιο το έχω πάντα στη βιβλιοθήκη μου. Ξεφυλλίζοντάς το, να μπροστά μου μια-μια οι φοβερές κι αξέχαστες εκείνες ημέρες.

Μυτιλήνη – Σάμος και η απαρηγόρητη μάνα

Μα να, ύστερα από ένα ταξίδι μιας ημέρας, μας έβγαλαν σε μια προκυμαία. Ήμασταν στη Μυτιλήνη. Όλη την οικογένεια μας πήγαν σ’ ένα στάβλο. Θυμάμαι τις αγελάδες που ήταν αραδιασμένες και αναμασούσαν την τροφή τους. Όσο κι αν οι μεγάλοι ένοιωθαν άβολα, όμως η λύτρωση από τους Τσέτες ήταν η πιο μεγάλη ανακούφιση.

Οι φοβερές νύχτες με τις θυμίσεις των Τσετών και οι μέρες αγωνίας

Εκείνες τις πρώτες νύχτες ο ύπνος δεν μας έπαιρνε. Ήταν φοβερές, σαν να ξαναζούσαμε τα όσα μαρτύρια ζήσαμε πριν από λίγες μέρες. Η έντονη και έμμονη θύμησή τους μας έριχναν σε μια αβάσταχτη θλίψη που κορυφωνόταν με το ασίγαστο κλάμα της μάνας. Οι νύχτες ήταν φοβερές. Οι δυνατοί άνεμοι χτυπούσαν μέρα-νύχτα τις ξεχαρβαλωμένες πόρτες και τα παραθύρια. Τις νύχτες ήταν που ολοζώντανες οι μνήμες ξανάφερναν μπροστά μας τους Τσέτες, τη δύστυχη γειτόνισσα με το μικρό της γιο, τους ξυλοδαρμούς του παππού, της γιαγιάς, της μάνας με το μωρό που θέλησαν να σφάξουν. Κάθε κτύπος στις πόρτες και στα παράθυρα απ’ τους αέρηδες μάς ανατάραζε όλους, μικρούς και μεγάλους. Σα να ήταν ν’ ανεβούν οι Τσέτες. Κατατρομαγμένα, ιδίως εμείς τα μικρά, ζαρώναμε το ένα πάνω στο άλλο. Όλα μα όλα όσα ζήσαμε, τα ξαναζούσαμε. Ήταν τόσο ζωντανές στη φαντασία μας όλες εκείνες οι σκηνές, οι βασανισμοί, ο βιασμός κι ο θρήνος, το αλαφιασμένο βλέμμα και τα δάκρυα του μικρού που τρέμοντας έπεσε στην αγκαλιά της πονεμένης μάνας του σαν γύρισε από τα χαλάσματα, η θέα της πρησμένης μέσα στο αμπάρι θείας Γιασεμής, το ματωμένο σεντόνι που σκέπαζε το θείο Τζώρτζη.

Οι μέρες περνούσαν χωρίς να ξέρουμε πού θα εγκατασταθούμε και τι θ’ απογίνουμε. Τα λιγοστά τρόφιμα που μας χορηγούσαν και η ευσπλαχνία που έδειχναν οι Καρλοβασίτες, δεν έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες μας. Πάσχιζαν ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα πηγαίνοντας στο Καρλόβασι να μάθουν τι μας μέλλεται, αν θα μέναμε, αν θα φεύγαμε πάλι και προς πού. Κι ακόμα αν μπορούσαν να δουλέψουν πουθενά για να συντηρηθούμε. Όμως ο τόπος ήταν μικρός και δουλειές δεν υπήρχαν. Έτσι στερημένα περνούσε εκείνος ο καιρός. Και σα να μην έφτανε η τόση δυστυχία μας, είχαμε γίνει και αντικείμενα περιέργειας. Κάθε τόσο μας έρχονταν περίεργοι επισκέπτες, ιδίως μερικοί νεαροί να δουν τους πρόσφυγες και πρώτα-πρώτα τις προσφυγοπούλες. Ανάμεσα στους επισκέπτες και κάποτε-κάποτε μερικοί που έρχονταν μας έφερναν ό,τι μπορούσαν για να μας βοηθήσουν.

Μετά από δυο μήνες περίπου, παραχώρησε η Κοινότητα στην οικογένειά μας ένα δωμάτιο σ’ ένα ερειπωμένο κι ακατοίκητο σπίτι στον Όρμο, κοντά στη θάλασσα, για να κατοικήσουμε. Τον παππού κάπου εκεί στα πευκάκια. Μια ξυλένια σκάλα, ξεχαρβαλωμένη, ήταν ένας κίνδυνος για μας τα παιδιά. Έτσι η μάνα μας κρατούσε όσο μπορούσε στο δωμάτιο, και μόνο για τις ανάγκες μας μάς άφηνε να πάμε εκεί κοντά σ’ ένα χωράφι, είτε έβρεχε, είτε χιόνιζε.

Οι δάσκαλοι θυμάμαι με είδαν με στοργή. Καλοί και πονετικοί για το προσφυγάκι. Και δεν άργησαν οι φιλίες που πράυναν και μαλάκωναν τον πόνο και την τόση δυστυχία. Όμως οι καημοί κι ο αβάσταχτος πόνος της μάνας, οι κάθε λογής στερήσεις, ήταν το καθημερινό βίωμα εκείνου του καιρού της προσφυγιάς. Αχ, έλεγε και ξανάλεγε, να όψονται οι αίτιοι.

Ο γυρισμός του Δημήτρη

Κατά το τέλος του 1924, γύρισε από την αιχμαλωσία ο Δημήτρης μας. Ευτυχώς γύρισε γερός. Μέρες και νύχτες μάς ιστορούσε το τι πέρασε αυτός και χιλιάδες Μικρασιάτες αιχμάλωτοι. Η μάνα το πρώτο που τον ρώτησε, ήταν αν συνάντησε ή αν άκουσε τίποτα για τον πατέρα μας. Ο αδελφός μου γυρίζοντας από την αιχμαλωσία, περίμενε πως θα εύρισκε τον πατέρα μαζί μας. Ούτε είχε μάθει, ούτε είχε ακούσει τίποτε, γι’ αυτό και περίμενε να τον βρει μαζί μας. Τότε κατάλαβε πως εκείνες τις μέρες της επιδρομής των Τσετών χάθηκε, όπως χάθηκαν και τα αδέρφια του, οι θείοι μας, Γιάννης και Δημητρός…

Κι άρχισε να μας διηγείται τις ατέλειωτες ιστορίες της φοβερής εκείνης αιχμαλωσίας. Τις ολοήμερες πορείες, το γδύσιμο από τα ρούχα και τα παπούτσια τους. Το σχίσιμο, το γδάρσιμο των ποδιών, την αφόρητη καθημερινή πείνα και δίψα. Και κει στο δρόμο του Γολγοθά τους, κάθε τόσο κι αραίωνε η φάλαγγά τους από όσους έμεναν πίσω, που δεν τους ξανάβλεπαν. Η άφατη, η απέραντη αγωνία όταν ξεδιάλεγαν οι Τούρκοι χωρικοί όσους ήθελαν για να κορέσουν το μίσος τους, ήταν μια καθημερινή δοκιμασία που τους παρέλυε. Τα τσουβάλια, που ήταν το κοινό ρούχο όλων των αιχμαλώτων, γιομάτο από την ψείρα, κι από το χτύπημά τους με την πέτρα για να λυτρωθούν από το μαρτύριό της, είχε καταντήσει ένας σκληρός κετσές που σκέπαζε χειμώνα-καλοκαίρι το βασανισμένο κορμί. Το ξεθέωμα στους δρόμους, μέσα στο χιόνι το χειμώνα και κάτω από το λιοπύρι το καλοκαίρι, με το σπάσιμο της πέτρας για χαλίκι. Το ξεφόρτωμα από τα τραίνα των τσουβαλιών με λογής-λογής περιεχόμενο. Την καθημερινή εξάντληση κι από πάνω το μαστίγωμα για όσους έπεφταν λιπόθυμοι.

Τα Τουρκιά στο Αξάρι, στο Ικόνιο, στο Αϊδίνι που μαζεύονταν στο πέρασμα των αιχμαλώτων κι ο καταβασανισμός τους με πετροβολητό, με φτυσίματα, με ξυλοδαρμούς, κι ακόμα οι σκοτωμοί εκεί στις ξέρες που τους τραβούσαν. Για τις αρρώστιες; Πως τους θέριζε η δυσεντερία κι ο τύφος. Πως όσοι αρρώσταιναν έμεναν στο δρόμο όπου τους αποτελείωναν. Για το μαρτύριο της δίψας μέσα στο κατακαλόκαιρο, που δεν τους άφηναν περνώντας από πηγές να πιουν νερό και πως τους άφηναν να πέφτουν στα βαλτονέρια κι ύστερα οι θανατεροί πόνοι της κοιλιάς, ο τύφος και στο τέλος ο μαρτυρικός θάνατος. Η καθημερινή πίκρα για το χάσιμο των συντρόφων που άφηναν το κουφάρι των για βορά στα όρνια και στα τσακάλια.

Μία δίχρονη βασανιστική πορεία χωρίς καμιά προσωπικότητα, ένα ασκέρι μισόγυμνων βασανισμένων ανθρώπων. Κι ήταν θείο δώρο όταν Τούρκοι χωρικοί ξεδιάλεγαν όσους ήθελαν για να τους πάρουν για δουλείες και αγγαρείες. Κι όταν κάθε τόσο σταματούσαν τα κοπάδια αυτών των ανθρώπων που σέρνονταν χωρίς κανένα οίκτο για να σπάνε το χαλίκι, για να ξεφορτώνουν και να κουβαλούν φορτία ολόκληρα στις πλάτες, να, κατέφθαναν οι αχόρταγοι κανίβαλοι Τσέτες κι οι Εφέδες τους, εκεί στους υπαίθριους καταυλισμούς, περικύκλωναν τη φάλαγγα και ορμούσαν στο πανάθλιο πλήθος των αιχμαλώτων χριστιανών.

Δεν ήθελαν μόνο να σκοτώσουν, ήθελαν να βασανίσουν, ήθελαν ακόμα να εκτονωθούν πάνω στα βασανισμένα κορμιά, να κορέσουν τα πάθη των. Κι όσες γυναίκες έτυχε να συμπορεύονται με τους άνδρες των και τα παιδιά τους, αφού τις βίαζαν μπροστά τους, στο τέλος τις ξεκοίλιαζαν. Μέσα στις κοπριές των ζώων χωμένοι, προσπαθούσαν να ζεστάνουν τα κορμιά τους.

Ναι, διαβάζοντας ύστερα από χρόνια το «Νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη, ήταν σαν μία επανάληψη των όσων ο αδελφός μας εξιστορούσε εκείνες τις πρώτες μα και τις κατοπινές ημέρες. Σελίδες ολόκληρες δεν παράλλαζαν από τις αφηγήσεις του αδελφού. Στο τέλος κάθε αφήγησης η μάνα αναστέναζε κι ανέβαινε στα χείλη της το χιλιοειπωμένο: Ας όψονται οι αίτιοι.

Σάμος – Αγρίνιο ...
και ο χαμός του 14άχρονου αδελφού

Όλα πια είχαν τελειώσει. Κι ο πατέρας ουσιαστικά χαμένος κι ο αδελφός κοντά μας, ευτυχώς γερός. Η προσφυγιά έχει τους δικούς της νόμους. Ν’ αποζητά ο ξεριζωμένος από τον πατρογονικό τόπο του να ριζοβολήσει για να ξαναστεριώσει με όσα δεινά κι αν πέρασε. Το πρόβλημα της επιβίωσης αμείλιχτο για μία οικογένεια με τέσσερα ανήλικα, χωρίς σπίτι, χωρίς κανένα πόρο, χωρίς γνωστούς και φίλους, ξένοι και πάρα πολλές φορές χωρίς καμία κατανόηση ή και συμπαράσταση σε αυτή τη δοκιμασία από τους συνανθρώπους τους.

Γι’ αυτό κι η προσφυγιά μάς οδήγησε, χωρίς να ξέρουμε πού πάμε, σε άλλους τόπους. Κι ο μεγάλος αδελφός, που γύρισε από τη δίχρονη θανατερή πορεία ως τα βάθη της Μικρασίας, να τώρα, μοναδικός προστάτης της απορφανισμένης οικογένειάς μας.

Έτσι αφήσαμε τη Σάμο. Μαζί με άλλες οικογένειες, ένα καραβάνι πάμπτωχο κι ορφανεμένο, με κατάληξη εκεί, στο Αγρίνιο, όπου, όπως έλεγαν, στις καπναποθήκες δούλευε πολύς κόσμος. Τον τελευταίο καιρό στο Καρλόβασι, το μεγαλύτερο από μένα αδελφάκι η μάνα το ‘χε βάλει σε μία οικογένεια σαν παραγιό. Το καημένο, αδύνατο όπως όλοι μας, δουλεύοντας μέρα-νύχτα στο σπίτι και στο καφενείο του αφεντικού για ένα πιάτο φαΐ, είχε καταντήσει φυματικό, χωρίς κανένας να το πάρει είδηση. Σ’ ένα χρόνο ύστερα από το φευγιό μας από τη Σάμο, η δύστυχη μάνα το πήρε και το πήγε στην Αθήνα, όπου το έβαλε για νοσηλεία στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Ολομόναχη, χωρίς καμία βοήθεια, έμεινε κοντά του όσες μέρες έζησε. Η καλπάζουσα το είχε σακατέψει το άμοιρο. Μονάχη της του έκλεισε τα μάτια και ολομόναχη το ‘θαψε κάπου σ’ ένα νεκροταφείο της Αθήνας. Μονάχη της, χωρίς την παρηγοριά κανενός, το αγοράκι της, 14 μόλις χρονών. Η δύστυχη μάνα, τσακισμένη, γύρισε πάνω στο μήνα. Πού τη βρήκε εκείνη τη δύναμη να σταθεί ολόρθη για να μπορέσει να διαφεντέψει μια ορφανεμένη οικογένεια, να μεγαλώσει τρία ανήλικα, με μοναδική βοήθεια το μεροκάματο στην καπναποθήκη του μεγάλου αδελφού;

Καινούργια ζωή… με τη θλιβερή επέτειο

Ως εδώ τα παιδικά χρόνια. Μια καινούργια ζωή άρχιζε. Πικρή, πολύ πικρή η προσφυγιά. Η ορφάνια, η μεγάλη φτώχια, η στερημένη ζωή, σημάδευε τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά χρόνια. Οι μνήμες βαθιά ριζωμένες, ένα με την ύπαρξη των κατατρεγμένων προσφύγων. Η αναπόληση των όσων δεινών, ένα καθημερινό βίωμα εκείνα τα πρώτα χρόνια. Μα και τα κατοπινά. Ένας ολόκληρος κόσμος, χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες καταβασανισμένες οικογένειες ζούσαν την προσφυγιά, κατασπαρμένες σε όλη την Ελλάδα, που όμως ταυτόχρονα πορεύονταν μιαν άλλη καινούργια ζωή.

Και κάθε χρόνο, η θλιβερή επέτειος που φέρνει στο νου τις αναλλοίωτες φοβερές μνήμες, που ασίγαστες, άφθαρτες, πάντα ζωντανές, μας φέρνουν κοντά στα όσα έζησε εκεί, στην πανέμορφη Ιωνία, ένας ολόκληρος κόσμος.


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Θανάσης Κακογιάννης γεννήθηκε το 1914 στα Αλάτσατα, πόλη της Ερυθραίας χερσονήσου Μικράς Ασίας κι έζησε και τους δύο διωγμούς των Ελλήνων, της Ιωνίας το 1914 και του όλου ελληνικού πληθυσμού, το 1922. Το 1914 λαμβάνει χώρα ο πρώτος διωγμός των Ελλήνων της περιοχής. Η οικογένεια για πρώτη φορά επαναπατρίζεται και εγκαθίσταται στο Αγρίνιο σε σπίτι παρόδου της οδού Δαγκλή. Το 3918-19 η οικογένεια επιστρέφει στα Αλάτσατα και μετά το 1922 και το θάνατο του πατέρα (σκοτώθηκε από τους Τούρκους) για δεύτερη φορά εγκαθίσταται πάλι στοΑγρίνιο σε πάροδο της οδού Αγίου Χριστόφορου. Στην προσφυγιά η πολυμελής του οικογένεια, απορφανισμένη, μετά το χαμό του πατέρα του από τους Τούρκους, κατέφυγε στο Καρλόβασι της 2άμου και μετά την επιστροφή του μεγαλύτερου αδελφού από την αιχμαλωσία, η οικογένεια με άλλες μαζί κατέφυγε στο Αγρίνιο για μια πιο υποφερτή εγκατάσταση. Στο Αγρίνιο αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και αργότερα εισήχθη στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Στον Αλβανικό Πόλεμο υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός στον Ε' Όρχο Μηχανικού. Το 1942 πήρε το πτυχίο του και άρχισε να δικηγορεί στο Αγρίνιο. Κατά την περίοδο της Κατοχής έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ και τον Μάιο του 1944 εκλέχτηκε Εθνοσύμβουλος Αγρινίου και έλαβε μέρος στις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου στους Κορυσχάδες Ευρυ­τανίας.

Μετά την απελευθέρωση του Αγρινίου από τους Γερμανούς και το Τάγμα Ασφαλείας ορίστηκε, και αργότερα, εκλέχθηκε Δήμαρχος της πόλης. Υπηρέτησε στην Αυτοδιοίκηση του Δήμου από τις 14 Σεπτεμβρίου 1944 ως τις 31 Μαρτίου 1945. 

Στη συνέχεια άσκησε τη δικηγορία μέχρι τα μέσα Ιουλίου 1946, οπότε συνελήφθη κι εκτοπίστηκε στην Άνδρο, Ικαρία και Μακρόνησο, από όπου μετακομίσθηκε στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο στις 29 Μαΐου 1950, και στη συνέχεια εγκλείσθηκε μαζί με άλλους δέκα εξόριστους από τη Μακρόνησο στο δημόσιο Ψυχιατρείο (Δαφνί). Τελικά με την υπ' αριθμό 21 απόφαση της 7.12.1951 της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Ασφαλείας Αττικής έπαυσε οριστικά η εκτόπιση του. Έκτοτε άσκησε τη δικηγορία στην Αθήνα μέχρι τον Μάιο 1958 οπότε εκλέχθηκε Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας του κόμματος της ΕΔΑ, επανεκλέχθηκε δε στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963. Τις πρώτες μέρες της δικτατορίας συνελήφθη και καταδιώχθηκε. Από το 1974 μέχρι το 1983 δικηγορούσε στην Αθήνα. Είχε δυο αδελφές και ένα αδελφό ο οποίος εξελίχθηκε σε ικανότατο στέλεχος των καπναποθηκών Παναγοπούλου. Παντρεύτηκε την Αντιγόνη Κυριάκου - Τσίτση. Ο πατέρας της ήταν βορειοηπειρωτικής καταγωγής και η μητέρα της από την Κωνσταντινούπολη. Απέκτησαν μία κόρη, την Εύα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την ιστορική συγγραφή.

Ο συγγραφέας, πολιτικός και άνθρωπος θ. Κακογιάννης αφήνει την τελευταία του πνοή στις 1-5-2002 και κηδεύτηκε στις 2-5-2002 στο Παλαιό Φάληρο αφήνοντας μία ισχυρή παρακαταθήκη στις νεώτερες γενιές ήθους και εντιμότητας.





Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Σάββατο, 14 Ιουνίου 2014

Γ.Ε.Αγρινίου

Βόλλευ

Μία αλάνα 10χ10 περίπου, μία μπάλα από μαλακό πλαστικό ή δέρμα, ένα σχοινί που χώριζε το αυτοσχέδιο γηπεδάκι στη μέση και έτοιμο το είχαμε το γηπεδάκι για το βόλλεϋ.
Ώρες ατελείωτες παιχνίδι…Σερβίς, καρφώματα, μανσέτες, πάσες…
Αντιγράφαμε τις κινήσεις, τις στάσεις του σώματος, το παίξιμο των παιχτών και παιχτριών της Γ.Ε.Α και ελπίζαμε κάποτε να γίνουμε κι εμείς μέλη της ομάδας της.


Η ομάδα βόλλεϋ της Γ.Ε.Α, που έπαιξε Β΄ Εθνική
Διακρίνονται: Τασόπουλος, Σκοτίδας, Βέτσας, Τσιρογιάννης,
Βοτσαΐτης, Σκύφας, Ξύδης, Τσιρώνης, Καραγιώργος, Ασημάκης 


Η ομάδα βόλλεϋ ανδρών της Γ.Ε.Α. κατάφερε την δεκαετία του ΄70 να ανέβει στην Β΄Εθνική κατηγορία και έμεινε εκεί για αρκετά χρόνια.
Πολλοί οι αθλητές που έπαιξαν στην Γ.Ε.Α. εκείνα τα χρόνια. Ποιους να πρωτοθυμηθούμε…Βαγγέλης Σκοτίδας, Νίκος Κουτσογιάννης, Δημήτρης Τσιρώνης, Νίκος Κουτσογιάννης, Αριστείδης Βουτσαΐτης, Γιάννης Κίτσος, Νώντας Κίτσος, Οικονόμου, Ασημακούλας, Σκύφας, Καραγιώργος, Τασόπουλος, Βέτσας, Ξύδης, Τσιρογιάννης


….και στις κοριτσίστικες ομάδες Μαρία Ταμπάση, Όλγα Σπυριλιώτη, Ελισάβετ Πατούλα, Ευσταθία Μπώκου, Ρένα Γράψα, Τζένη Χούση, Λίνα Διαμάντη, Λίνα Καλαμπαλίκη, Νάντια Κόκκαλη…



Προπονητές Γρηγόρης Μπενέκας, Κώστας Ντζαβίδας, Τάκης Τσιρώνης, Γιώργος Ασημακούλας, Γιάννης Κίτσος, Αποστόλης Βέτσας και για τα κορίτσια Κωνσταντίνα Δεληγιάννη, Σία Μπώκου, Στάλω Νικολάου.


Οι φωτογραφίες είναι από το 
ημερολόγιο 2014 της Γ.Ε.Α.

Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Τρίτη, 10 Ιουνίου 2014

"Ζω από τις καλημέρες του κόσμου"

Στέλιος Τσιτσιμελής

Ο Στέλιος Τσιτσιμελής, στο Πάρκο.


Τετάρτη…όπως και σήμερα…
11 Ιουνίου…όπως και σήμερα…
Πριν ακριβώς 17 χρόνια…τότε που «επέλεξε» ο Στέλιος Τσιτσιμελής να ανταμώσει τον δρεπανοφόρο Άρχοντα του Κάτω Κόσμου.
Σημαδιακή μέρα για την πόλη του Αγρινίου. Γιόρταζε την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους, το 1821. Και «επέλεξε» αυτή την μέρα να απελευθερωθεί ο Στέλιος από την αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε πολύ καιρό.


Εμείς σήμερα δεν θα αναφερθούμε στον Στέλιο Τσιτσιμελή, σαν δήμαρχο, σαν βουλευτή, σαν πολιτικό. Είναι γνωστή άλλωστε η πορεία του σε εμάς τους Αγρινιώτες με τους παραπάνω τίτλους.
Θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τον ΑΝΘΡΩΠΟ Στέλιο.
Θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τον ΑΓΩΝΙΣΤΗ Στέλιο.
Θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τον ΠΟΙΗΤΗ και ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ Στέλιο.
Με λίγα λόγια και πολλές εικόνες…
Θα προσπαθήσουμε…

Ανώρος, Μιράντα, Στέλιος και Κων/νος

Γεννημένος στο Αγρίνιο το 1928 από τον Λάμπρο Τσιτσιμελή με καταγωγή από τον Προυσό Ευρυτανίας και την Αναστασία Ανώρου, εγγονή του δημάρχου Σπύρου Σαμιώτη. 
Είναι το τρίτο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας.
Ο Ανώρος-Ξενοφών, ο Κωνσταντίνος, ο Στέλιος και η Μιράντα. 

Ανώρος, Στέλιος, Κων/νος και ο πατέρας Λάμπρος


Το πατρικό τους, ένα δίπατο σπίτι, βρισκόταν στην οδό 39ου Συντάγματος.
Η κατοχή τον βρίσκει μαθητή του οκτατάξιου τότε Γυμνασίου. Δεν αργεί να οργανωθεί στους κόλπους της Εθνικής Αντίστασης, στο ΕΑΜ των νέων και στην συνέχεια στην ΕΠΟΝ και στον εφεδρικό ΕΛΑΣ.

Κάτω αριστερά ο Στέλιος με τον παππού του Κώστα Τσιτσιμελή
και τα αδέλφια του και ξαδέλφια του

Τα χρόνια του Εμφυλίου στέλνεται στην Μακρόνησο απ’ όπου παίρνει και το απολυτήριο Στρατού, αφού όλη του την στρατιωτική θητεία την περνάει στο νησί της «αναμορφώσεως».

Από αριστερά, Κων/νος, Ανώρος, Στέλιος με τους γονείς τους
και την αδελφή τους Μιράντα.

Ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του, σπουδάζει στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και κάνει μεταπτυχιακές σπουδές στο Λονδίνο, στην Σχολή Πολιτικών και Οικονομικών Σπουδών (L.S.E.).
Εξασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου από το 1959, στην Αθήνα. 

Μιράντα και Στέλιος. Όρθιος ο Κων/νος

Κατά την περίοδο της δικτατορίας επιστρέφει στην γενέτειρά του και αμέσως μετά την πτώση της βάζει υποψηφιότητα Δημάρχου και εκλέγεται ο πρώτος μεταδικτατορικός Δήμαρχος της πόλης. 

Την ημέρα της εκλογής του, σαν Δήμαρχος


Ο λαός του Αγρινίου τον τιμά, εκλέγοντάς τον δήμαρχο της πόλης, επί τρείς συνεχόμενες τετραετίες, από το 1975 έως το 1986.
Την τέταρτη τετραετία δεν θέτει υποψηφιότητα, αλλά στις βουλευτικές του 1989, κατεβαίνει σαν βουλευτής και εκλέγεται. Εκλέγεται και δεύτερη φορά μέσα στον ίδιο χρόνο.

Στην Μακρόνησο

Μπροστάρης σε συλλαλητήρια, πάντα παρών σε πορείες, πάντα δίπλα και πλάι στους αγώνες των κατοίκων του Αγρινίου και των γύρω περιοχών, πρωτοπόρος της ιδέας της οδικής-παραλιακής σύνδεσης της Δυτικής Ελλάδος με την Τεργέστη μέσω Αλβανίας (Ιονία Οδός), ένθερμος αγωνιστής για την επίσημη αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης.

Στην Μακρόνησο, τρίτος από αριστερά
Στην ζωή συμπορεύεται με την σύντροφό του, Άννυ Λυμπεροπούλου και αποκτούν δύο κόρες, την Τατιάνα και την Μίρκα.

Με την σύζυγό του Άννυ και τις κόρες του.

Λίγοι γνωρίζουν το ταλέντο του στην ποίηση και συγγραφή.
Πρώτη του εμφάνιση σαν ποιητής, το 1960, με το ποίημά του «Γεννήθηκε κορίτσι», στο περιοδικό «Αιτωλικά Γράμματα». Υπογράφει με το ψευδώνυμο «Δήμος Βραχώρης». 
Γεννήθηκε κορίτσι
Σ’ ένα τσαρδί
Δίχως οδό
Και αριθμό
Σ’ ένα λιπόσαρκο κρεμάστηκε βυζί
Έπαιξε με τον ήλιο
Με το χώμα
Κι ακόμα…
Μ’ ένα «ανάπηρο» κουκλί
Που ξέρασε το ρέμα…

Συνεχίζει να δημοσιεύει στο ίδιο περιοδικό κι άλλα ποιήματά του. Ένα από αυτά έχει τον τίτλο «Της Κυρα-Βγένας».
Το βιβλίο του με τίτλο «Τρεις Μούσες για έναν Βάρβαρο» που τυπώνεται το 1974, εντυπωσιάζει τους κριτικούς και αποσπά εγκωμιαστικά σχόλια.




Τον Γενάρη του 1997, λίγους μήνες πριν πεθάνει, το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων τιμά τον Περιφερειάρχη Ηπείρου Στέλιο Τσιτσιμελή και η αντιφώνηση του Στέλιου Τσιτσιμελή στα τιμητικά λόγια του πρύτανη Δ. Γλάρου, ήταν αντάξια ενός ΑΓΩΝΙΣΤΗ, ενός ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ενός ΠΟΙΗΤΗ…

« Δεν προσδοκώ τίποτε άλλο όσο πλησιάζω προς το τέλος της ζωής μου, παρά την ώρα που θα σημάνει να ζητήσω από το Θεό μια μικρή παρέκκλιση από την αναπόδραστη, μονοδρομημένη λεωφόρο αναπαύσεως. Μια μικρή παρέκκλιση. Για να αφήσω την ψυχή μου να περιδιαβάσει πάλι τα γνωστά μέρη της Ηπείρου, των Ιωαννίνων, του Μώλου, της πλατείας, της Δωδώνης, της Τιτάνης, της Νικόπολης, των Τζουμέρκων, του Μετσόβου, της Κόνιτσας, της Μουργκάνας, του Σουλίου. Να περιδιαβάσει και να περάσει πάλι από το Σούλι, να ζεσταθεί λιγάκι από τη φλόγα του καλόγερου που καίει ακόμα πάνω στα χαλάσματα του μοναστηριού του. Κι από κει να τραβήξω το δρόμο, τον κατήφορο του Αχέροντα ως την Αχερουσία, αυτό το τελευταίο στίγμα που έχει ο πλους του κάθε ανθρώπου. Κι όταν η πυξίδα πια δείξει Αχερουσία, να πω το δικό μου τετέλεσται…»

Μπροστάρης και συμπαραστάτης στους αγώνες των συμπολιτών του



Ευχαριστώ θερμά την κ. Άννυ Τσιτσιμελή
για την παραχώρηση των φωτογραφιών.


Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~