Επισκέψεις


Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Το Αγρίνιο του 1884...

...με την ματιά του Δημήτριου Βικέλα


Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν
του Δημητρίου Βικέλα




Ο  Δημήτριος Βικέλας**, ο Έλληνας λόγιος, ποιητής και πεζογράφος, το 1884,  κατά την διάρκεια της περιοδείας του στις Δυτικές επαρχίες της Ελλάδας, πέρασε και από το Αγρίνιο.
Οι εντυπώσεις του για την πόλη μας, είναι καταγεγραμμένες σε επιστολές που έστειλε στον Γάλλο φίλο του,  μαρκήσιο de Quex de Saint Hilaire.
Στα τεύχη 511, 512, 513 και 514 του περιοδικού "Εστία*", βρίσκουμε δημοσιευμένες αυτές τις επιστολές, με αναφορά στο Αγρίνιο, στο Μεσολόγγι, Αιτωλικό, Αμφιλοχία και σε όλη την Δυτική Ελλάδα.





Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν (511)
Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν (512)
Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν (513)
Από Νικοπόλεως εις Ολυμπίαν (514)



*Εστία


Η «Εστία» η μυθική προστάτις της οικογενειακής φωτιάς και της σπιτικής ευτυχίας, εκδίδονταν στην Αθήνα σε 3000 τεύχη κάθε Κυριακή από το 1876 και για είκοσι χρόνια περίπου. Συνεργάστηκαν συγγραφείς όπως οι: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Άγγελος Βλάχος, Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, Νικόλαος Πολίτης, Γεώργιος Δροσίνης (που επί χρόνια διετέλεσε διευθυντής της) και με τον καιρό έκανε άνοιγμα προς τους νέους λογοτέχνες της εποχής: Παλαμά, Καρκαβίτσα, Ξενόπουλο κα. 
Αποτέλεσε τον κύριο εκφραστή της λογοτεχνικής γενιάς του 1880 και προώθησε ιδιαίτερα το νεοελληνικό διήγημα, προκηρύσσοντας μάλιστα και σχετικό διαγωνισμό. Εδώ πρωτοδημοσιεύτηκαν ο Λουκής Λαράς του Δημήτριου Βικέλα και διηγήματα του Γεωργίου Βιζυηνού και του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. 
Το οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο την οδήγησαν η μείωση των συνδρομητών, ακριβώς λόγω αυτού του ανοίγματος προς τους νέους, και η στροφή προς τον δημοτικισμό, παράλληλα με την ελάττωση των συμβατικών οικογενειακών αναγνωσμάτων, ανάγκασε τον τότε διευθυντή της Γ. Δροσίνη να την μετατρέψει το 1894 στην ημερήσια απογευματινή εφημερίδα Εστία που κυκλοφορεί αναλλοίωτη μέχρι σήμερα. 
Το περιοδικό συνέχισε να υπάρχει για ένα ακόμα εξάμηνο υπό την διεύθυνση του Γρ. Ξενόπουλου. 


**Βικέλας Δημήτριος 

  



Διαβάστε την βιογραφία του εδώ.

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Άγιος Χριστόφορος...Ο Άρχοντας-Φύλακας του Αγρινίου "ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ"


Το εκκλησάκι του Παλαιού Αγίου Χριστοφόρου έχει άρρηκτα συνδεθεί  με τα ρομαντικά ραντεβουδάκια μας, τις σχολικές "μακρινές" μας εκδρομές, με τον Παπαποστόλη αλλά και με την λατρεία που έχουμε οι Αγρινιώτες για τον ΔΙΚΟ μας Άγιο.


Ο Παλιός Άγιος Χριστόφορος βρίσκεται στα ανατολικά της πόλης πνιγμένος (μέχρι πρότινος τουλάχιστον) μέσα στο δασύλλιό του.
Ήταν η πρώτη ενορία του Βραχωρίτικου μαχαλά. Αυτό το επιβεβαιώνει και η ύπαρξη του πρώτου κοιμητηρίου της πόλης που βρισκόταν στον περίγυρο του Ναού.

Οι πρώτοι κάτοικοι του Βραχωριού επέλεξαν να χτίσουν τον Ναό σ' αυτή την θέση (ανατολικά του μαχαλά) και να τον αφιερώσουν στον Άγιο Χριστόφορο, για συγκεκριμένο λόγο.


Το Βραχώρι ήταν πασίγνωστο για τα αρίστης ποιότητας καπνά του. Οι περισσότερες οικογένειες ζούσαν αποκλειστικά από την καπνοκαλλιέργεια. 
Ο φόβος τους λοιπόν ήταν το Ανοιξιάτικο χαλάζι που κατέστρεφε τις καλλιέργειες και που πάντα σχεδόν προέρχονταν από τα Ανατολικά, επεκτείνονταν Δυτικά και κατέστρεφε την σοδειά στον καπνόφυτο κάμπο του Βραχωριού.
Έτσι έπρεπε να "θωρακίσουν" την πόλη από Ανατολικά. 
Γι αυτό και η θέση του Ναού.

Όσο για τον συγκεκριμένο Άγιο σαν φύλακα της πόλης είχαν κι εδώ τους λόγους τους. 
Σύμφωνα με το Συναξάρι του ΙΑ' αιώνα, όταν ο Άγιος Χριστόφορος οδηγούνταν στο μαρτύριό του, ύψωσε τα μάτια του και τα χέρια του στον ουρανό και είπε:
"Κύριε, επειδή πολλοί ζητούσι με εις πόλιν έχειν ή χώραν ή αγρόν ή εν οιοδήποτε τόπω, παρακαλώ μη επέλθει αυτοίς εκεί Δέσποτα, χάλαζα, μηδέ θυμός, μηδέ αφορία αμπέλου...φύλαξον τους τόπους αυτών".
Έτσι επιλέχτηκε ο Άγιος για φύλακας άγγελος του Αγρινίου.

Χρόνια αργότερα κι ενώ η πόλη αναπτυσσόταν προς το κέντρο, ο μικρός ναός στις παρυφές της πόλης φάνταζε απόμακρος, δυσπρόσιτος  και μικρός για τις ανάγκες των πολιτών. 
Αποφασίστηκε λοιπόν να κτιστεί νέος ναός στο κέντρο της πόλης, στην περιοχή "Τριανταφυλλιά", σε οικόπεδο 3 στρεμμάτων που είχε δωρίσει ο Αναστάσιος Ροκάς.





Οι εργασίες άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 1923 και στις 20  Μαρτίου του 1938 έγιναν τα εγκαίνια του Νέου Αγίου Χριστοφόρου με βυζαντινή μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα.

Κι εμείς οι Αγρινιώτες κάθε χρόνο στις 9 Μαΐου τιμάμε τον Άγιό μας με ευλάβεια και λαμπρότητα.


======================
======================

Πηγή : Άγιος Χριστόφορος Αγρινίου, 
           Η ιστορία δύο Ναών, Ιωάννου Κωστάκη

Άγιος Χριστόφορος


Στις 9 Μαΐου η πόλη μας γιορτάζει τον Άγιό της. 

Γιορτάζει τον φύλακα άγγελό της.

 Ο Άγιος Χριστόφορος έζησε τον 3ο μ.X αιώνα. 

Η πατρίδα του δεν είναι γνωστή αλλά σύμφωνα με αρχαία παράδοση της Εκκλησίας μας, καταγόταν από βαρβαρική χώρα της Ανατολής και από φυλή ανθρωποφάγων.  
Το όνομά του ήταν Ρεμπρόβος.
Όταν ήταν ακόμη κατειχούμενος, για να ευχαριστήσει τον Χριστό, εγκαταστάθηκε σε επικίνδυνο πέρασμα ποταμού και μετέφερε δωρεάν στους ώμους του εκείνους που επιθυμούσαν να διασχίσουν τον ποταμό. 
Μια μέρα παρουσιάσθηκε ένα μικρό παιδί, το οποίο τον παρακάλεσε να τον περάσει στην απέναντι όχθη. Ο Ρεμπρόβος πρόθυμα το έβαλε στους ώμους του και στηριζόμενος στο ραβδί του μπήκε στον ποταμό. Όσο όμως προχωρούσε,  το βάρος του παιδιού αυξανόταν τόσο, που με μεγάλο κόπο κατόρθωσε να φθάσει στην απέναντι όχθη.
Μόλις έφθασε στον προορισμό του, κατάκοπος είπε στο παιδί ότι και όλο τον κόσμο να σήκωνε δεν θα ήταν τόσο βαρύς. 
Το παιδί του απάντησε: 
«Μην απορείς, διότι δεν μετέφερες μόνο τον κόσμο όλο, αλλά και Αυτόν που έπλασε τον κόσμο. Είμαι Εκείνος στην υπηρεσία του Οποίου έθεσες τις δυνάμεις σου και σε απόδειξη αυτού φύτεψε το ραβδί σου και αύριο θα έχει βλαστήσει», και αμέσως εξαφανίσθηκε.
Ο Ρεμπρόβος φύτεψε το ραβδί και την επομένη το βρήκε πράγματι να έχει βλαστήσει. Μετά το περιστατικό αυτό βαπτίσθηκε Χριστιανός από τον Άγιο Ιερομάρτυρα Βαβύλα, ο οποίος τον μετονόμασε σε Χριστόφορο.

Διά χειρός Α. Ναστούλη
Κατά τον τότε διωγμό εναντίον των Χριστιανών, λίγο μετά την βάπτισή του, είδε Χριστιανούς να κακοποιούνται από τους ειδωλολάτρες. Από αγανάκτηση επενέβη και τους έκανε δριμύτατες παρατηρήσεις. Καταγγέλθηκε όμως στον αυτοκράτορα και διατάχθηκε η σύλληψή του. 
Για τον σκοπό αυτό στάλθηκαν διακόσιοι στρατιώτες. Αυτοί, αφού ερεύνησαν σε διάφορα μέρη, τον βρήκαν την στιγμή που ετοιμαζόταν να γευματίσει ένα κομμάτι ξερό ψωμί. 
Κατάκοποι οι στρατιώτες και πεινασμένοι ζήτησαν από τον Άγιο Χριστόφορο να τους δώσει να φάνε και σαν αντάλλαγμα του υποσχέθηκαν ότι δεν θα τον κακομεταχειρίζονταν.
Ένας από τους στρατιώτες, βλέποντας ότι  δεν είχε καμία άλλη τροφή εκτός από ένα κομμάτι ξερό ψωμί , ειρωνευόμενος τον Χριστόφορο, του είπε ότι ευχαρίστως θα γινόταν Χριστιανός, εάν είχε την δύναμη να τους χορτάσει όλους με το κομμάτι εκείνο του ψωμιού.
Τότε ο Άγιος, αφού γονάτισε, άρχισε να παρακαλεί τον Χριστό να πολλαπλασιάσει το κομμάτι εκείνο , όπως πολλαπλασίασε τους πέντε άρτους στην έρημο, για να χορτάσουν οι πεινασμένοι στρατιώτες και να φωτισθούν στην αναγνώριση και ομολογία Αυτού. Η παράκληση του Αγίου εισακούσθηκε και το κομμάτι του ψωμιού πολλαπλασιάσθηκε. 
Βλέποντας οι στρατιώτες το θαύμα αυτό, έπεσαν στα πόδια του Αγίου και τον παρακαλούσαν να τους γνωρίσει καλύτερα τον Θεό του. Ο Άγιος μίλησε με απλότητα για τη Χριστιανική διδασκαλία και αφού όλοι εξέφρασαν την επιθυμία να γίνουν Χριαστιανοί, τους οδήγησε στον Επίσκοπο Αντιοχείας Βαβύλα, ο οποίος, αφού τους κατήχησε, τους βάπτισε.
Όταν ο αυτοκράτορας Δέκιος πληροφορήθηκε το γεγονός, τους μεν στρατιώτες τους συνέλαβε και τους αποκεφάλισε, τον δε Χριστόφορο προσπάθησε με υποσχέσεις και κολακείες να μεταπείσει, αλλά οι προσπάθειές του απέβησαν άκαρπες.
Τότε έστειλε σ' αυτόν δύο γυναίκες, την Ακυλίνα και την Καλλινίκη, ελπίζοντας ότι με τα θέλγητρά τους θα τον σαγήνευαν και θα τον παρέσυραν. Οι δύο γυναίκες, αφού άκουσαν την προτροπή του Αγίου, για να επανέλθουν στον δρόμο της αγνότητας και της αρετής, έγιναν Χριστιανές και, αφού παρουσιάσθηκαν ενώπιον του αυτοκράτορα Δεκίου, ομολόγησαν τον Χριστό. Γι' αυτό και βρήκαν μαρτυρικό θάνατο.
Στη συνέχεια ο Άγιος Χριστόφορος υποβλήθηκε σε φρικτά βασανιστήρια και τέλος θανατώθηκε με αποκεφαλισμό. 
Ήταν 9 Μαΐου του έτους 292 μ.X. 
Ο Άγιος Χριστόφορος είναι προστάτης των οδηγών.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.Στολαῖς ταῖς ἐξ αἵματος, ὡραϊζόμενος, Κυρίῳ παρίστασαι, τῷ Βασιλεῖ οὐρανῶν, Χριστοφόρε ἀοίδιμε· ὅθεν σὺν Ἀσωμάτων, καὶ Μαρτύρων χορείαις, ᾄδεις τῇ τρισαγίῳ, καὶ φρικτῇ μελῳδίᾳ, διὸ ταῖς ἱκεσίαις ταῖς σαῖς, σῶζε τοὺς δούλους σου.


Κοντάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.Χριστὸν φέρων ἔνδοξε, ἐν τῇ ψυχῇ σου, ἰσχυρῶς κατέβαλες, τῶν ἐναντίων τὰς ἀρχάς· διὸ Χριστὸν ἐκδυσώπησον, ὦ Χριστοφόρε, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


Μεγαλυνάριον. Μάρτυς ἀκατάπληκτος καὶ στερρός, πέλων τῇ ἰδέᾳ, Χριστοφόρε καὶ τῷ νοΐ, τῶν ἀντικειμένων, κατέπληξας τὰ στίφη, ἀθλήσας ὑπὲρ φύσιν, πόθῳ τοῦ Κτίστου σου.





=============================
=============================

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Οι μαζωχτάδες του καπνού...


...αυτοί οι δουλευτάδες!



Περίπου δύο μήνες μετά το φύτεμα, έφθανε ο καιρός που ωρίμαζε ο καπνός κι έπρεπε να μαζευτεί. Το μάζεμα έπρεπε να γίνει στην ώρα του κι αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι καπνάδες: «ούτε άγουρα, ούτε πολύ γινωμένα» να ’ναι τα φύλλα του. Έτσι άρχιζαν οι μαζωχτάδες να μαζεύουν με τη σειρά τα καπνόφυλλα, χέρια, χέρια όπως τα ’λεγαν.
Εκείνη την εποχή του μαζώματος, όλο το χωριό ήταν στο πόδι!
Οι μαζωχτάδες κινούσαν νύχτα-νύχτα, στις τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα για τα καπνοχώραφα. Φορούσαν τα πιο παλιά ρούχα που είχαν, γιατί καταστρέφονταν από το χώμα και την κόλλα του καπνού, για να πάνε να μαζέψουν. Οι γυναίκες μεταμορφώνονταν σε γύφτισσες με τα μακριά φουστάνια, τις ποδιές ζωσμένες στη μέση, τα τσεμπέρια στο κεφάλι, τις κάλτσες τις «χουλαχού», τα παλιοπάπουτσα στα πόδια και το σακούλι με το ψωμοτύρι και το νερό στον ώμο…
Και οι άντρες με παλιά πουκάμισα και μπλούζες ξεθωριασμένες, με σακάκια στους ώμους για το κρύο, φθαρμένα παντελόνια, χοντροπάπουτσα στα πόδια και καπέλα για τον ήλιο του μεσημεριού, ήταν αγνώριστοι…
Σαν έβλεπες αυτές τις φιγούρες μέσα στα παλιόρουχα με τους πιο τρελούς συνδυασμούς σχεδίων και χρωμάτων (σαν τον Ταμτάκο της ταινίας) να γυρνάνε απ’ τα καπνοχώραφα , το γέλιο που μόλις έσκαγε αθέλητα στα χείλη, πάγωνε στη σκέψη, ότι αυτοί είναι οι άνθρωποι του μόχθου, οι ήρωες της καθημερινότητας!...
Φωνές ακούγονταν στις αυλές και στις γειτονιές όταν ξεκινούσαν για δουλειά και ο θόρυβος απ’ τα συμπράγκαλα» που κουβαλούσαν μαζί τους: κοφίνια, σακούλια, τσόλια, φαναράκια…καθώς κι ο ρυθμικός ήχος από τα πέταλα των ζώων στα σοκάκια, απλωνόταν παντού.

Ήταν πίσσα σκοτάδι όταν δεν είχε φεγγάρι, γι’ αυτό έπαιρναν τα φαναράκια μαζί τους να φωτίζουν. Αν και στα σκοτεινά κι ακόμα και με κλειστά μάτια, ήξεραν οι μαζωχτάδες  να μαζεύουν τα καπνόφυλλα. Άρχιζαν από κάτω και προχωρούσαν μέχρι την κορυφή. Πρώτο, δεύτερο, τρίτο…χέρι.
Αχ! αυτό το πεντάφυλλο! Ήταν «χτικιό» αυτό το φύλλο. Τα χέρια σχίζονταν από τις μπλάνες και τις πέτρες, γι’ αυτό φρόντιζαν να τα δένουν με πανιά ή να φοράνε κάλτσες παλιές αντί για γάντια! Υπήρχε κι ο φόβος μην τους τσιμπήσει κανένα φίδι, καμιά αράχνη ή κανένας σκορπιός! Δεν έλειπαν και τέτοια περιστατικά αραιά ευτυχώς…
Μάζευαν τα φύλλα στην ποδιά τους ή στην αγκαλιά τους, αν ήταν μεγάλα. Και τα άδειαζαν στα κοφίνια ή τα πόστιαζαν εδώ κι εκεί ανάμεσα στις αυλακιές όταν μαζεύονταν πολλά. Από κει οι άντρες τα μάζευαν και τα στοίβαζαν με προσοχή μέσα στα μεγάλα κοφίνια, πριν τα δει ο ήλιος και τα μαράνει.
Όλοι δούλευαν γρήγορα-γρήγορα σα μηχανές, για να τελειώσουν πριν βγει ο ήλιος, γιατί τότε ο καπνός μαραίνεται και τα φύλλα του δεν σπάζουν εύκολα, αλλά και οι ίδιοι αποκάμνουν από τη ζέστη.
Τέτοια εποχή ο ήλιος «βαράει κατακέφαλα» τους άκουγες να λένε. Στο μάζεμα οι γυναίκες ήταν ασυναγώνιστες! Τακ-τακ έσπαζαν τα φύλλα με τα δάχτυλά τους και προχωρούσαν, τακ-τακ με δεξιοτεχνία κι όλο τακ-τακ…για να τελειώσουν τα αυλάκια του καπνού.

Κι όταν πια είχαν γεμίσει τα κοφίνια ή τα τσόλια κι ο ήλιος τους είχε καλημερίσει για καλά, φόρτωναν στα ζώα τα κοφίνια και γύριζαν σπίτι, εξαντλημένοι από την κούραση…Πρώτα-πρώτα ξεφόρτωναν τα ζώα, άφηναν στον ίσκιο τα κοφίνια κι έπαιρναν νερό και πράσινο σαπούνι για να πλύνουν πολύ καλά τα χέρια τους, που ήταν μαύρα απ’ το χώμα και την κόλλα του καπνού.
Κι ύστερα αφού έτρωγαν λίγο ψωμοτύρι ή κάνα πιάτο γάλα απ’ τη γίδα τους, στρώνονταν στο αρμάθιασμa με την ατσάλινη βελόνα. Τότε δεν υπήρχαν μηχανές. Στο αριστερό τους χέρι κρατούσαν τη βελόνα και με το δεξί έσπρωχναν ένα-ένα τα φύλλα του καπνού. Κι όταν γέμιζε η βελόνα την άδειαζαν στο σπάγγο που είχαν δέσει στο πίσω μέρος της που είχε μια τρύπα. Κι έτσι έκαναν τις αρμάθες. Όταν γέμιζε ο σπάγγος έδεναν στις δύο άκρες του τις αγκλίτσες και τις κρεμούσαν μετά στα κρεβάτια για να λιαστούν. Έπρεπε να ξεραθούν και να πάρουν ένα ωραίο χρώμα για να αρέσει στον έμπορα. Να γίνουν «λίρα», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά.

Τα χέρια στο αρμάθιασμα μαυρίζουν πάλι κι οι μπλούζες των ανδρών κι οι ρόμπες των γυναικών στο στήθος αριστερά γίνονταν κατάμαυρες από την κόλλα του καπνού! Κι αυτό το σκύψιμο όλη μέρα να «σουφλάς» τα φύλλα στο κοτσάνι ψηλά, ένα-ένα, μέχρι ν’ αδειάσει η στοίβα ήταν πολύ κουραστικό!
Είχε βέβαια ένα μεγάλο διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι. Συνήθως δροσιστικό και κύριο πιάτο ήταν η ντοματοσαλάτα, με ολόφρεσκες ντομάτες και κρεμμύδια από τον κήπο. Αλλά και κολοκυθοπατάτες και γεμιστά και μπριάμ ήταν τα συνηθισμένα φαγητά της εποχής. Και το καρπούζι που το ‘φερναν οι πλανόδιοι μανάβηδες στο χωριό και το έτρωγαν κρατώντας το με τη φλούδα για να μην πικρίζει απ’ τα χέρια τους, ήταν γλυκύτατο τότε! Φυσικά σε κάποιο άλλο διάλειμμα γεύονταν το εύκολο και φθηνό γλύκισμα: το υπέροχο υποβρύχιο, τη γνωστή μας βανίλια με μπόλικο νεράκι για να δροσιστούν.
Εκτός από τις γλυκές γεύσεις, υπήρχαν κι άλλα καλά τότε: Υπήρχε αυτή η συντροφικότητα, το κουβεντολόι, τα καλαμπούρια, τα παραμύθια και τα τραγούδια!  Παρόλη την κούραση και τα ξενύχτια τους, οι άνθρωποι συζητούσαν, αστειεύονταν, έλεγαν ιστορίες και ανέκδοτα με τις ώρες, εκεί στον ίσκιο κάτω από το τσαρδάκι ή στην αποθήκη αργότερα. 
 Ωραίες θύμησες αυτές! Γλυκές και πικρές μαζί, σαν την πίκρα του καπνού που αρμαθιάζαμε τότε και σαν την γλύκα όλης της οικογένειας που ήταν μαζεμένη ολόγυρά του…
Κι όταν τέλειωνε κάποτε η στοίβα του καπνού, σηκώνονταν και πήγαιναν να δώσουν ένα χέρι βοηθείας στο γείτονα, που δεν είχε τελειώσει ακόμα. Υπήρχε βλέπετε η αλληλεγγύη τότε στα χωριά. Ο ένας βοηθούσε τον άλλο, έτσι ήταν κάποτε…
 Αργά το βράδυ όταν τελείωναν πια αποκαμωμένοι, οι άνδρες έτρεχαν να περιποιηθούν τα ζώα  και οι γυναίκες να κάμουν τις δουλειές του σπιτιού: να σκουπίσουν, να συγυρίσουν τα δωμάτια, να βάλουν κάτι στην κατσαρόλα να βράσει.
Δύσκολα χρόνια.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν δούλευαν οχτάωρο, δε μετρούσαν καν τις ώρες τότε! Από νύχτα σε νύχτα στη δουλειά. Λίγες ώρες ήταν ο ύπνος τους. Κι απορούσε κανείς με τόση κούραση κι αϋπνία πως έβρισκαν τη διάθεση για κουβεντολόι και καλαμπούρια. 
Είναι αξιοθαύμαστη αυτή η γενιά, η γενιά των γονιών μας.
  Αξίζει το σεβασμό και την αγάπη μας!


Μαρία Αγγέλη
Φιλόλογος

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Το Ξηρόμερο...

...με τα μάτια των περιηγητών*

Χάρτης της περιοχής του 1829

Ο Leon Heuzey, Γάλλος αρχαιολόγος, περιηγήθηκε στην Ελλάδα από το 1856 έως το 1858.
Περιγράφει το Ξηρόμερο σαν περιοχή όλο οροπέδια και βουνά. 
«… έχει λευκό ή γκριζωπό πέτρωμα που οι ντόπιοι το λένε «βελαώρα». Οι χείμαρροι που σχηματίζονται αμέσως μετά την βροχή δημιουργούν βυθίσματα, «γρούσπες». Κρατιέται νερό στις «λούτσες», στις γούρνες…»
Ο Heuzey  πίστευε πως κοντά στην Κατούνα Ξηρομέρου υπήρχε ίσως κοίτασμα γαιάνθρακα ή ανθρακίτη. Οι κάτοικοι του Αετού έδειχναν ένα βάλτο του οποίου η λάσπη είχε την μοναδική ικανότητα να βάφει μαύρα τα μάλλινα υφάσματα.
Ο Heuzey αναφέρει ότι «… οι κάτοικοι του Ξηρομέρου θεωρούν τους εαυτούς τους πολιτισμένους. Έχουν και ένα τραγούδι που λέει:

Η Άρτα πέτρα να γενεί κι ο Βάλτος να βουλιάξει,
Το δόλιο το Ξηρόμερο Θεός να το φυλάξει.
Aπόχει τα γλυκά κρασιά και όμορφα κορίτσια.

Οι Ξηρομερίτες αποκαλούν τους Βαλτινούς λύκους, αρπαχτικά ζώα, μονομάτηδες, δηλαδή μονόφθαλμα τέρατα. Έχουν μάλιστα και μία παροιμία που λέει: «Βαλτινός και καλός γίνεται;»…»
Ο Heuzey  παρατήρησε με προσοχή τα ήθη των Ξηρομεριτών και διαπίστωσε ότι ουσιαστικά δεν διέφεραν καθόλου από αυτά των Βαλτινών. Στις αναφορές του διαβάζουμε ότι οι Ξηρομερίτες τότε,
είχαν τον ίδιο χαρακτήρα με τους Βαλτινούς, αλλά μ’ έναν αέρα πιο ατίθασο. Είχαν τα ίδια ελαττώματα και τις ίδιες αρετές. Ήταν περήφανοι, ανήσυχοι, φιλοπόλεμοι, λιγότερο φίλοι της δουλειάς απ’ ότι της κίνησης. Διέθεταν πηγαίο χιούμορ, ήταν γενναιόδωροι και τους διέκρινε μία ζωηρή φιλαυτία.
Ήταν ψηλοί με κομψό παρουσιαστικό, πρόσωπα με όμορφα χαρακτηριστικά, ήταν φιλότιμοι και περιποιητικοί.
Κατοικούσαν σε μεγάλα χωριά και τα σπίτια τους ήταν δίπατα και χτισμένα με την άσπρη πέτρα του τόπου. Είχαν όλοι μεγάλα μερίδια γης, αλλά δεν ήταν οι άνθρωποι που θα δούλευαν τα χωράφια τους. Κάθε χρόνο τα χωράφια τους τα δούλευαν Επτανήσιοι.
Σε όλο το Ξηρόμερο δεν συνάντησε κανένα χωριό χωρίς σχολείο.
Κατά την εκτίμησή του, απ’ όλες τις επαρχίες της χώρας, το Ξηρόμερο, είχε διατηρήσει τα ήθη της αρχαίας Ελλάδας, όπως η φιλοξενία, οι προσκλήσεις μεταξύ τους για φαγητό στο σπίτι καθώς και ο τρόπος που έτρωγαν. Κάθονταν οκλαδόν γύρω από ένα μικρό, χαμηλό τραπέζι. Όλοι είχαν την θέση τους και μετά το φαγητό άρχιζαν τις διηγήσεις.

Κατούνα (αρχείο Πολιτιστικός σύλλογος Κατουνιωτών Φίλιππος ο Ακαρνάν) 

Το 1780, οι Γάλλοι Foucherot και Fauvel διέσχισαν το Ξηρόμερο, το οποίο αναφέρουν ότι κατοικούνταν από Αλβανούς με άγρια όψη. Για αυτό και κατά την διαδρομή τους στην Κατούνα, Μαχαλά και Πρόδρομο, είχαν για συνοδεία είκοσι με τριάντα αρματωμένους. Στον Μαχαλά θα είχαν άσχημη υποδοχή αν δεν φρόντιζε ένας ισχυρός της επαρχίας Ξηρομέρου, ο Κώστας Μαυρομμάτης, ο οποίος έμενε στην Κατούνα.
Στους δύο Γάλλους περιηγητές, εντύπωση έκανε τα σπίτια των εύπορων κατοίκων του Ξηρομέρου. Αναφέρουν χαρακτηριστικά:
«…είναι πύργοι, διάτρητοι από πολεμίστρες όπου μπαίνει κανείς με κινητές γέφυρες. Η σκάλα της καμάρας του πύργου κλείνει με βαριά καταπακτή. Έχει κανείς την εντύπωση ότι ζουν μόνιμα σε κατάσταση πολέμου και ότι δεν αφήνουν ποτέ από τα χέρια τους τα άρματα…»

Ο Άγγλος  Martin Leake, περιηγήθηκε στην Ελλάδα για έξι ολόκληρα χρόνια, από το 1804 έως το 1809.
Το 1806 επισκέφθηκε την Κατούνα. Εκεί κατέλυσε στο σπίτι του Γιώργου Μαυρομμάτη. Από τις αναφορές του μαθαίνουμε ότι από τα 100 σπίτια του χωριού, τα 70 είχαν εγκαταλειφθεί γιατί οι κάτοικοι δεν άντεχαν να τρέφουν τους διερχόμενους Αλβανούς.
Στην Κατούνα, αναφέρει ότι εκτρέφονταν πολλά πρόβατα και γελάδια και στις λάκες παράγονταν σιτάρι και κριθάρι.
Στις 18 Μαρτίου του 1806, ο  Martin Leake, φεύγει από την Κατούνα κι αφού περάσει από τα μικρά χωριά Κονωπίνα, Άννινο, Παπαδάτες ή Παπαλάτες, θα φτάσει στον Μαχαλά. Για τον Μαχαλά αναφέρει ότι έχει περίπου 50 σπίτια και έχει τη φήμη ότι είναι το υγιεινότερο μέρος του Κάρλελι.
 Από τον Μαχαλά πηγαίνει στον Πρόδρομο.
Για το χωριό Πρόδρομος, ο  Leake αναφέρει ότι: «… οι Προδρομίτες καλλιεργούν σιτάρι και κριθάρι και μαζεύουν βελανίδι, «κηκίδι» κι ένα σπόρο ή «μαύρο», που το μεταχειρίζονται στην βαφή και το λένε «μερζόσπορο».
«…Το σιτάρι «γκρινιάς» το σπέρνουν από τον Νοέμβριο  ως τον Ιανουάριο. Το «διμήνι» από τις 10 Φεβρουαρίου έως τις 25 Μαρτίου. Το κριθάρι το σπέρνουν την ίδια εποχή με το «γκρινιά» και ο θερισμός γίνεται στα μέσα Ιουλίου. Για τον καιρό που δίνει πλούσια σοδειά λένε το γνωμικό:
Χαρά Χριστούγεννα στεγνά,
τα Φώτα χιονισμένα
με την Λαμπρή βρεχούμενη
τ’ αμπάρια γιομισμένα….»


Το 1860 ο Άγγλος D.E. Colnaghi, διέσχισε το Ξηρόμερο και αναφέρει για την Ζαβέρδα:
«…το χωριό Ζαβέρδα είναι τοποθετημένο όμορφα πάνω σ’ ένα λοφίσκο…και έχει 1200 κατοίκους. Εμπορεύεται κυρίως βόδια τα οποία εξάγει στα Ιόνια νησιά».




*Οι περιηγητές έκαναν ταξίδια σε ξένες συνήθως χώρες για διαφόρους λόγους. Κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους, ότι έβλεπαν, άκουγαν, παρατηρούσαν.
Από την Ελλάδα πέρασαν πολλοί και οι αναφορές τους για τις περιοχές της χώρας μας πολλές και σημαντικές.

ΠΗΓΗ: "Η Αιτωλοακαρνανία με τα μάτια των περιηγητών"
του Ευθύμιου Πριόβολου

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Στο Μακρονήσι. Το νησί της "Αναμόρφωσης"




Τέλη Δεκέμβρη του 1949.
O χειμώνας ήταν σκληρός, έπεσε και χιόνι στο νησί, μας βάζουν την ημέρα να καθόμαστε κατάχαμα. Απαγορεύεται  να βάλεις ένα κουρελάκι για να καθίσεις, ή μια πέτρα, για να μην είσαι καθισμένος μέσα στις λάσπες και το νερό. Απαγορεύεται κάθε κίνηση,  απαγορεύεται να στρέψεις δεξιά η αριστερά. Εκεί υποχρεωμένος να βλέπεις προς μια κατεύθυνση, χωρίς να στρίβεις το κεφάλι. Και η παραμικρή κίνηση κολάζεται με ξυλοδαρμό. Το σώμα σου πιάνεται από την υγρασία και γίνεται ένα με τις λάσπες και τη γη. 
Φαγητό μας δίνουν κάθε δεύτερη ή και κάθε τρίτη μέρα. Το φαγητό είναι δυο μπουκιές ψωμί και λίγα χόρτα, χωρίς λάδι....
...Μόλις νυχτώσει, μας βάζουν μέσα στα αντίσκηνα…όταν μας κλείνουν στ’ αντίσκηνα, μας χύνουν στην πλάτη πάνω από το σβέρκο νερό…
Κάθε βράδυ, κατεβάζουν κανα δυό στο φυλάκιο. Δε μας παίρνουν μαζί.
Παίρνουν πρώτα τον ένα κι ύστερα τον άλλον, αφού τελειώσουν με τον πρώτο. Οι βασανιστές εναλλάσσονται στο « έργο» τους, για να μην κουράζονται. 
Την πρώτη θέση κατέχουν οι φάλαγγες, τα χτυπήματα στα άκρα, παντού. Αλλά και τα αδέσποτα χτυπήματα, κλοτσιές, κοντακιές, γροθιές, δε λείπουν. Στήνουν χορό γύρω σου και ουρλιάζουν. «απόψε θα την κάνεις, θα την κάνεις (τη δήλωση δηλαδή). Ήρωας δε θα βγεις από το Μακρονήσι.».....
....Ο επικεφαλής αξιωματικός άρχισε τη διάλεξη…στο τέλος της ομιλίας, όμως σηκώνει το ποτήρι το νερό από το τραπέζι του, σαν είδος χαιρετισμού προς τους τραμπούκους που  ωρύονταν. Αυτό ήταν το σύνθημα. Πέφτουν επάνω μας με ρόπαλα και ο καθένας αξιοποιούσε την πείρα των βασανιστηρίων της Μακρονήσου.  
Ο Τατάκης βασανίζεται στο δρομάκι, μπροστά στα μαγειρεία. Ακούγεται πνιγμένος ο  πόνος. Δεν ήθελε ο Μήτσος να βγάλει ούτε αχ, για να μη δώσει ικανοποίηση στους σαδιστές δήμιους. 
Ο Κιουρτσής, ο Μποζαντζίδης, ο Πολύβιος βασανίζονται και εγκαταλείπονται αιμόφυρτοι στο δρόμο. Προς την απομόνωση. Ορισμένοι πετάγονται από το βράχο στη θάλασσα.

(αποσπάσματα από μαρτυρία Γιάννη Παλαβού).

 1949
 Μία παρέα Αγρινιωτών εξόριστων στην Μακρόνησο.

                                           
 Δημήτρης Καρύτσας, Σπύρος Φύλακτος, Ντίνος Συγκούνας, Νίκος Βασιλόπουλος, Παλιούρας...μερικοί από αυτούς που πέρασαν από την "κολυμπήθρα του Σιλωάμ" για "ιδεολογική αναβάπτιση"...

Μία φωτογραφία που μου παραχώρησε η αγαπημένη μου εξαδέλφη 
και σύζυγος του Δημήτρη Καρύτσα. 
Την ευχαριστώ πολύ!!


Το στρατόπεδο «πειθαρχημένης διαβιώσεως» εγκαινιάστηκε το Νοέμβριο του 1948 από μια ομάδα 40 εξόριστων αντιστασιακών, που το Δεκέμβριο αυξήθηκαν σε 1000. Το καλοκαίρι του 1949, οι πολιτικοί κρατούμενοι στο «νησί της αναμόρφωσης», ξεπερνούσαν τις 10.000.