Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Πάσχα του 1928






Δύο οικογένειες, η οικογένεια Σκαβάρα και η οικογένεια Δροσόπουλου-Ράγα στην αυλή του Σκαβαρέικου, ανήμερα του Πάσχα του ’28.

Το Σκαβαρέικο σπίτι, κολλητά με το σπίτι του Δροσόπουλου- Ράγα, ήταν στη σημερινή οδό Π. Μελά στο Αγρίνιο που είναι ένα μικρό στενάκι κάθετα με την οδό Παλαμά.

Ξύλινα σουβλιά, ο πρεσβύτερος των οικογενειών να φτιάχνει την φωτιά, οι γυναίκες να έχουν επωμισθεί το γύρισμα των αρνιών, καθισμένες πάνω σε πέτρες και τα παιδιά ολόγυρα.

Όλα τα κορίτσια με τα καπέλα τους, ο νεαρός στην γωνία με ένα μικρό αρνί αγκαλιά, το τσούγκρισμα των κόκκινων αυγών, τα ποτήρια γεμάτα κόκκινο κρασί, όλα έτοιμα…. και το κλικ του φωτογράφου αποθανάτισε την στιγμή….


Μία εκπληκτική φωτογραφία που μου έστειλε ο κ. Γεράσιμος Γερολυμάτος. 
Τον ευχαριστώ θερμά!!!!! 

Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Άγιος Κωνσταντίνος


21 Μαΐου 1946
Λιτάνευση της εικόνας του Αγίου Κωνσταντίνου




Ανήμερα της γιορτής του Αγίου Κωνσταντίνου, έξω από την εκκλησία.




Η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου κατά την περίοδο επέκτασης της εκκλησίας.


Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

19 Μαΐου «Ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο»



Για ορισμένους, η Γενοκτονία των Ποντίων, μοιάζει με παραμύθι. Σε άλλους φαντάζει ως ένα απόμακρο τραγικό γεγονός που συνέβη κάπου, κάπως, κάποτε. Κάποιοι δεν γνωρίζουν. Για μερικές χιλιάδες αποτελεί ημέρα μνήμης: 353.000 Έλληνες, άνδρες και γυναίκες, παιδιά, έφηβοι, νέοι και γέροι, πεταμένοι κάπου στις πλαγιές, στα χωράφια, στις ρεματιές, χωρίς ποτέ κανένας να μπορέσει να θάψει τα κορμιά τους. Oι εναπομείναντες…λίγοι και ακόμη λιγότεροι εκείνοι που ως σήμερα ζουν, θυμούνται και εξιστορούν στα παιδιά, στα εγγόνια, στα δισέγγονα και στα τρισέγγονά τους όσα έζησαν... τον διωγμό, την μεταφορά και την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. 



Ακριβή στοιχεία για το ποσοστό των Ποντίων που δέχθηκε η Ελλάδα στην δεκαετία του ’20, από τους 1.220.000 συνολικά πρόσφυγες, δεν υπάρχουν.

Τα ποντιακά σωματεία υπολογίζουν ότι 400.000 Πόντιοι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Ο κύριος όγκος των Ποντίων προσφύγων εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία και τη Θράκη, στους νομούς Θεσσαλονίκης, Ξάνθης, Καβάλας, Δράμας, Σερρών, Κιλκίς, Ημαθίας, Πιερίας, Κοζάνης, Πέλλας, Φλώρινας, Καστοριάς και αλλού. Αρκετοί παρέμειναν στην περιοχή της πρωτεύουσας – Καλλιθέα, Δραπετσώνα, Χασάνι (Ελληνικό) κ.τ.λ. – και ένας μικρός αριθμός εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλία, την Ήπειρο, την Αιτωλοακαρνανία, την Πελοπόννησο και τα νησιά.

Πολλοί περισσότεροι από τους 400.000 που τελικά έφτασαν στην Ελλάδα είχαν ξεκινήσει από τα γενέθλιά τους εδάφη, όμως στην διαδρομή και κατά τη μεταφορά τους με τα πλοία, λόγω των άθλιων συνθηκών, πέθαναν πολλοί. Και εδώ, στις περιοχές που πρωτοεγκαταστάθηκαν οι λιμοί, οι αρρώστιες και οι κακουχίες τους θέρισαν.

Η αντιμετώπιση των Ελλαδιτών απέναντι στους εξαθλιωμένους Ποντίους ήταν ρατσιστική και πολλές φορές εχθρική. Και αυτοί με πολύ κόπο προσπάθησαν να προσαρμοστούν στο νέο, δύσκολο και εχθρικό περιβάλλον, και τα κατάφεραν.

Οι Πόντιοι που κατάφεραν να φτάσουν στην περιοχή μας, από διάφορες περιοχές του Πόντου, εγκαταστάθηκαν στα χωριά Ματσούκι, Σφήνα (Κυψέλη), Άγιο Νικόλαο Κατούνας, Άγιο Νικόλαο Βονίτσης, λίγες οικογένειες σε χωριά της Μακρυνείας και μερικοί στον Άγιο Κων/νο Αγρινίου.

Τον Νοέμβριο του 1922, το φορτηγό πλοίο «Ακταίο», αποβιβάζει στο λιμάνι της Αμφιλοχίας έναν μικρό αριθμό Ποντίων από την Κεπέκκλησια του Πόντου και τις κοντινές σ’ αυτήν περιοχές. Εγκαταστάθηκαν αρχικά στο σχολείο και λίγο αργότερα σκορπίστηκαν σε αποθήκες και σκηνές που τους παραχώρησε το κράτος. Οι επιδημίες που ξέσπασαν στους καταυλισμούς των προσφύγων θέρισαν τους ήδη εξουθενωμένους και αδύναμους πρόσφυγες. Όσοι επέζησαν άρχισαν να δουλεύουν στα χωράφια της περιοχής, να κόβουν και να πωλούν ξύλα, να κάνουν ότι δουλειά έβρισκαν για να επιζήσουν. Στην Αμφιλοχία έμειναν για περίπου έναν χρόνο. 
Τον Σεπτέμβριο του 1923 αποφασίζουν να εγκαταλείψουν ομαδικά την Αμφιλοχία. Προχωρούν ανατολικά και εγκαθίστανται στον παραπόταμο του Αχελώου, τον Ίναχο, στην επαρχία του Βάλτου. Η περιοχή που επέλεξαν να στήσουν την νέα τους ζωή ήταν ένας λόγγος γεμάτος δέντρα, ένα μεγάλο δάσος γεμάτο άγρια ζώα. Μένοντας σε σκηνές, άρχισαν να ξελογγώνουν το δάσος, να κάνουν χωράφια και να χτίζουν σιγά-σιγά τα νέα τους σπιτικά. Δίπατα σπίτια που το κάτω μέρος το χρησιμοποιούσαν για στάβλο. Έτσι άρχισε να δημιουργείται ένα χωριό γεμάτο ζωή. Ονόμασαν το χωριό που δημιούργησαν Νέα Κεπέκκλησια για να τους θυμίζει την γενέτειρά τους. Η ονομασία αυτή όμως άλλαξε γρήγορα και ονόμασαν το χωριό τους Μπαμπαλιό. 



Περίπου 60 οικογένειες ήταν οι κάτοικοι του νέου χωριού. Λίγα χρόνια αργότερα ήρθαν και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή και άλλες οικογένειες από τον Μεσόπυργο Άρτας και την Βαρετάδα.

Το 1924, με ομαδική δουλειά, χτίζουν την εκκλησία τους, τους Αγίους Ταξιάρχες. Στον περίβολο της εκκλησίας έκαναν το νεκροταφείο τους. Το 1925 χτίζουν και δεύτερη εκκλησία, την Αγία Παρασκευή.

Τον Ιούλιο του 1925 οι 60 οικογένειες πλήρωσαν από 1725 δραχμές η καθεμιά, για να αγοράσουν συνεταιρικά τον νερόμυλο και τα χωράφια που ήταν γύρω από αυτόν και ανήκαν στον Αμφιλοχιώτη τσιφλικά Καζάζη.



Το 1930 άρχισαν να χτίζουν με δικά τους έξοδα και με προσωπική εργασία το Σχολειό τους. Λένε οι παλιότεροι ότι κουβαλούσαν από αρκετή απόσταση στους ώμους τους, πέτρες και λάσπη για να χτιστεί το σχολειό. Και τα κατάφεραν. Μια μεγάλη αίθουσα, με μεγάλα παράθυρα και γραφείο, στέγη με κεραμίδια και πάτωμα από σανίδες. Εκεί θα μάθαιναν τα παιδιά τους ανάγνωση και γραφή. Σ΄αυτό το κτίριο φοίτησαν για πολλά χρόνια όχι μόνο τα παιδιά τα δικά τους αλλά και τα παιδιά από τα γειτονικά χωριά, Μαλατέικα και Αμοργιανοί, μέχρι το 1968. Εκείνη την χρονιά τοποθετήθηκε από τον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων ένα προκατασκευασμένο κτίριο που χρησίμευε για σχολείο.



Τον Σεπτέμβριο του 1931, η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων, μοίρασε στις 60 οικογένειες, με κλήρο, τα χωράφια που οι ίδιοι οι Πόντιοι είχαν διαμορφώσει, δίνοντας σε κάθε οικογένεια από 16 περίπου στρέμματα γης.

Το Μπαμπαλιό, μέχρι το 1932, διοικητικά υπαγόταν στην κοινότητα Βαρετάδας και αργότερα στην κοινότητα Καστρακίου. Αργότερα αποτέλεσε χωριστή κοινότητα, την κοινότητα Μπαμπαλιού. Αυτή η νέα κοινότητα, όμως, ήταν αποκομμένη από το Αγρίνιο. Δρόμος προς το Αγρίνιο δεν υπήρχε. Άρχισαν, λοιπόν, με ομαδική δουλειά να ξελακώνουν, να σκάβουν, να φτιάχνουν τον δρόμο που θα τους ένωνε με το Αγρίνιο. Και τα κατάφεραν. Και ήταν οι πρώτοι κάτοικοι του Βάλτου που είδαν για πρώτη φορά να φτάνει στο χωριό τους αυτοκίνητο.



Το 1950, κτίστηκε η κεντρική εκκλησία του χωριού, η Κοίμησις της Θεοτόκου. Και γι αυτό βοήθησαν όλοι οι κάτοικοι. Κουβάλησαν πέτρες, λάσπη, έδωσαν χρήματα.

Κατάφεραν μέσα σε λίγα χρόνια να κάνουν το χωριό τους το κέντρο της γύρω περιοχής. Με μόχθο, κούραση και πολύ δουλειά κατάφεραν να κάνουν το Μπαμπαλιό ένα από τα καλύτερα χωριά του Βάλτου.

Αλλά….

Η μοίρα τους κτυπά αλύπητα για δεύτερη φορά!!

Το 1960, έγινε γνωστό ότι η ΔΕΗ θα κατασκεύαζε κοντά στο Καστράκι, φράγμα.

Τα νερά του Αχελώου θα συγκεντρώνονταν σε μία λίμνη, τεχνητή. Τα νερά της λίμνης θα σκέπαζαν όλα αυτά που με τόσο κόπο και κούραση είχαν δημιουργήσει. Τα νερά της λίμνης θα έπνιγαν τα σπίτια τους, τα χωράφια τους, το βιός τους.

Για μια ακόμη φορά πρόσφυγες…

Στις 19 Ιανουαρίου του 1969, το φράγμα έγινε… τα νερά του Αχελώου άρχισαν να σχηματίζουν λίμνη… ο κάμπος του χωριού τους άρχισε σιγά-σιγά να σκεπάζεται από τα νερά… και η λίμνη μεγάλωνε κι όλο μεγάλωνε. Τα σπίτια, ο δρόμος, η εκκλησία, όλα αυτά που έχτισαν με τα ίδια τους τα χέρια, όλα χάνονται κάτω από τα νερά. 40 χρόνια κόπος, 40 χρόνια όνειρα, κάθε τι αγαπημένο θάφτηκε στον υγρό αυτό τάφο.

Οι κάτοικοι, με σπαραγμό ψυχής ξεριζώθηκαν για άλλη μία φορά και σκορπίστηκαν…άλλοι στο Αγρίνιο, άλλοι στην Αθήνα, άλλοι στα γύρω χωριά… . Άλλοι πάλι δυσκολεύτηκαν, να το πάρουν απόφαση, βουνίσιοι να ζήσουν στον κάμπο και έμειναν στο Μπαμπαλιό, να καλλιεργήσουν όπου είχαν μείνει χωράφια που δεν τα είχαν πνίξει τα νερά της λίμνης. Κάθε χρόνο όμως όλο και λιγόστευαν. Μέχρι που το χωριό κρίθηκε επικίνδυνο κατολίσθησης και έφυγαν και οι τελευταίοι κάτοικοι. Το Μπαμπαλιό «έσβησε». 



Ο φωτογράφος Κώστας Μπαλάφας, φωτογράφος της ΔΕΗ τότε, περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τις δραματικές εκείνες στιγμές:

«…Οι κάτοικοι των χωριών αυτών, άνθρωποι αγρότες κατά το πλείστον με λιγοστή κτηνοτροφία, που ξεριζώθηκαν απ' τις πατρογονικές τους εστίες, πήραν το δρόμο για το άγνωστο με την περιορισμένη αποζημίωση που κοστολόγησε την περιουσία τους η επιτροπή απαλλοτρίωσης.
Δραματικές ήταν οι στιγμές, όταν ήρθε η ώρα της φυγής, απ' τον τόπο που γεννήθηκαν κι έθαψαν τους προγόνους τους. Πολλοί πριν ακόμα φύγουν, πήγαν με τον παπά στο νεκροταφείο για ένα τρισάγιο, το τελευταίο πριν μείνουν για πάντα κάτω απ' το νερό. Άλλοι πάλι ξέθαψαν τα μνήματα, για να πάρουν τα κόκαλα των δικών τους μ' ότι άλλο είχαν και αγκαλιά με την τραγική τους μοίρα για ν' αναζητήσουν νέα πατρίδα….»
(Διαβάστε για το φράγμα, την δημιουργία της λίμνης και το δράμα των κατοίκων εδώ: http://agriniomemories.blogspot.gr/search/label/**%CE%9B%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7%20%CE%9A%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CF%8E%CE%BD )

Τον Φεβρουάριο του 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου, ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1916-1923. Η αναγνώριση αυτή, παρόλη την εβδομηκονταετή καθυστέρηση, δικαίωσε ηθικά τον ποντιακό ελληνισμό και συνέδεσε το σύγχρονο ελληνισμό με την ιστορική του μνήμη.

ΠΗΓΕΣ: «Της Προσφυγιάς η Μοίρα», του Κώστα Δημ. Κονταξή
pontos.gr
pontosworld.com
thehistoryofgreece.gr

Επιτροπή Ποντιακών Μελετών

Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Η Παρέα της "Γκρίνιας"...

...και
Η Ταβέρνα του Σπανού.

Η Ταβέρνα του Σπανού, βρισκόταν πολύ κοντά στην κεντρική πλατεία, στο πρώτο στενό αριστερά της σημερινής οδού Παπαστράτου.
Μια ταβέρνα με αυλή. Την είχαν τα δυό αδέλφια, ο Αποστόλης και ο Κώστας Σπανός.
Εκεί τότε, την δεκαετία του ’30, σύχναζαν όλοι οι Βραχωρίτες και μία μόνιμη παρέα της ταβέρνας αποτέλεσαν την παρέα της «Γκρίνιας», όπως την ονόμασαν αυτοί οι ίδιοι.
Μια παρέα κεφάτη με όρεξη πάντα για πλάκες και αστεία, μια ζωντανή παρέα που έδινε άλλο χρώμα όχι μόνο στην ταβέρνα αλλά και σ’ όλο το Αγρίνιο.

 
Από το βιβλίο του Αρ. Μπαρχαμπά «Το Αγρίνιο Κάποτε» διαβάζουμε (διατηρούμε την ορθογραφία του πρωτοτύπου):

 « Είναι στιγμές που ο νους ακούραστος ταξειδευτής, γυρίζει στα παληά και ψάχνοντας στα συρτάρια της ζωής, ανασκαλεύει πίκρες και αντάμα γλυκές θύμησες και ζητάει να τις ξαναζωντανέψει. Κι ακούραστη η καρδιά τον συντροφεύει έτοιμη ν’ ανεβάσει πικρό το δάκρυ στα μάτια μας θρηνώντας έτσι το θάνατο της νειότης.
Αποσταμένο τ’ όνειρο – ζητάει ξεκούραση σ’ ένα ποτήρι κοκκινέλι, μπρούσκο ή ξανθιά ρετσίνα, χρυσή κεχριμπαρένια σέρνει τα βήματά του και χώνεται μέσ’ στην «υπόγεια την ταβέρνα» του Αποστόλη και Κώστα Σπανού, δυο καλοκάγαθων ταβερνιάρηδων που πάντα μένουν αξέχαστοι στο βιβλίο της μνήμης των Αγρινιωτών.
Ταβέρνα που τη καταβρόχθησε το τσιμέντο μιας πολυκατοικίας. Ταβέρνα που δεν είχε τίποτε να ζηλέψει απ’ τα Πλακιώτικα κουτούκια τα πολυτραγουδισμένα.
Ένα κατοστάρι –ζούσε τότε η οκά- δυο ελιές κι ένα σκόρδο, λίγο ταραμάς και απαλό ψωμί απ’ το γείτονα φούρναρη –μακαρίτης κι αυτός- Βαγγέλη Παπαδόπουλο, έφταναν για να πεις "έξω φτώχεια, έξω φροντίδα της καθημερινής ζωής, έξω πίκρα, ναρκώσου καϋμέ μεσ’ στης καρδιάς την άβυσσο".
Μόνιμη παρέα της ταβέρνας λίγοι Βραχωρίτες ζωντανοί, ζεστοί άνθρωποι με καρδιές ολάνθιστοι μπαξέδες. Άνθρωποι που στα χείλη τους άνθιζε το γέλιο, το κέφι ξεχνώντας την κούραση της ολοήμερης δουλειάς – σαν σουρούπωνε- άραζαν στην...
«Ταβέρνα του Σπανού».


Και γύρω τα τραπέζια γέμιζαν απ’ άλλους που ερχόταν να γευτούν μιάν αξέχαστη βραδυά, στιγμές κεφιού, στιγμές απίκραντες.
Μια παρέα αγαπημένη, μονιασμένη, αδέλφια όλοι τους. Έφτυνε ο ένας κι έγλυφε ο άλλος, όπως λέμε. Και την είχαν βαφτίσει μόνοι τους «Γκρίνια» κι ας μην γκρίνιαζαν ποτέ τους κι ας ήταν όλοι τους η άδολη αγάπη.
Σκαλεύει η μνήμη για να τους βρει όλους αυτούς τους γλετζέδες, μα της είναι ανήμπορο. Βρίσκει μονάχα τ’ αδέρφια Κώστα και Πάνο Κροτσέτη, το Μίμη Καπέρδα, το Μπαρχαμπά, τον Κώστα, τον Βαγγέλη Κουκούλη, τον Θανάση Κρικοχωρίτη, τον Γάκια Ψιλόπουλο, τ’ αδέρφια Μίμη και Νιόνιο Τσακανίκα, τον Αποστόλη Γιώτη, το Μήτσο Ζαχαρόπουλο και τον Πάνο Βλασόπουλο, δημοσιογράφο – εκδότη Εφημερίδας που πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο Αγρίνιο.
Μια ζωή χαράς μεσ’ στην ταβέρνα σαν άρχιζαν τα τραγούδια τους. Και δεν ήταν ένας που να μην παίζει ένα όργανο. Φωνές λαγαρές, αυτοδίδακτοι μουσικοί οι περισσότεροι, σύνθεταν μια κομπανία απλήρωτη τραγουδιστών για το σεβντά τους, για το μεράκι τους.
Τα καλαμπούρια τους, τα πειράγματά τους, τ’ ανέκδοτα που διηγούνταν, οι φάρσες που σκάρωναν, οι μιμήσεις άλλων Αγρινιωτών, οι αυτοσχεδιασμοί σατιρικών μαντινάδων, οι μεταμφιέσεις τους, όλα της στιγμής και πάνω στη γλετζέδικη διάθεσή τους είχαν φέρει τη φήμη τους και στην Αθήνα ακόμα.
Τροβαδούροι αξέχαστοι της «Γκρίνιας» τα παιδιά, δεν είχαν σε τίποτα να παρατήσουν τα όργανά τους και τις παληές γλυκιές καντάδες τους και να σηκωθούν να παραστήσουν την «Γκόλφω» ή τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας». Ήταν υπέροχοι όλοι τους.


Τα χρόνια –ποτάμι αγύριστο- πέρασαν. Και το όνειρο της κάθε βραδυάς που έπλαθε η «Γκρίνια» με τις εκδηλώσεις της διαλύθηκε. Και τα παιδιά της σκόρπισαν αφήνοντας κενό ανεκπλήρωτο στη νυχτερινή καντάδα του Αγρινίου, στο κέφι της αφροντισιάς.
Τα χρόνια τραγάνισαν τη ζωή τους. Κι όλοι σκεπάστηκαν απ’ τη μάνα γη. Με εξαίρεση –αν η μνήμη δε λαθεύει- τον αειθαλέστατο Μίμη Καπέρδα, το Μίμη που με την κιθάρα με τα δυο τα μπράτσα ακόμα –αν και κρεμασμένη για πάντα στον τοίχο του σπιτιού του- φέρνη στ’ αυτιά τον απόηχο των γλυκών τραγουδιών της «Γκρίνιας». Φέρνη μπροστά μας όλους της παρέας του που θα μείνουν αξέχαστοι, που θα μείνουν ανεπανάληπτοι».


 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 Όταν το Βραχωρίτικο αυτό στέκι σωριάστηκε για να χτιστεί στη θέση του, μια πολυκατοικία ο Πάνος Βλασσόπουλος έγραψε ένα εκπληκτικό άρθρο στην εφημερίδα του. Ένα άρθρο-λυγμό, από ένα από τα μέλη της «Γκρίνιας». 

ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΗ ΦΩΛΙΑ

Τα μοντέρνα σκαφτικά μηχανήματα, που ξηλώνουν αράδα παλιές  οικοδομές, θεριά αδηφάγα που καταβροχθίζουν ακατάπαυστα, σαν από μανία, το παρελθόν και τις ιστορίες του, για να δημιουργήσουν τον ακαταλαβίστικο, τον ξέφρενο μηχανικό κόσμο, εσκόρπισαν προχτές σ' ερείπια και κορνιαχτό κι άλλη μια ιστορία που όσοι την έζησαν, δάκρυσαν στο χαλασμό της. Γιατί ήταν μια ιστορία που βάσταξε 35 χρόνια. Κι ήταν μια ιστορία που, μ' όλη την απλότητά της, έκλεινε στις σελίδες της τον χαρακτήρα, το πνεύμα, τα όνειρα, τους ψυχικούς κόσμους, μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής που τ' απομεινάρια της τώρα είναι ελάχιστα και ελάχιστοι εκείνοι που μπορούν να αισθανθούν τη νοσταλγία της.
Όμως, γι' αυτούς, ήταν μια ιστορία όμορφη. Κι αλίμονο, μια ιστορία που δεν μπορεί πια να ξαναγραφεί. Γιατί πέρασε η εποχή που γράφονταν τέτοιες ιστορίες. Τα γκρέϊντυ και οι μπουλντόζες ανοίγουν το δρόμο σ' άλλες ιστορίες, ιστορίες τέλεια διαφορετικές.
Αυτή που έπεσε προχθές σ' άμορφους σωρούς, ήταν γνωστή με το όνομα 
«Ταβέρνα Σπανού». Ταβέρνα-ιστορία!! 


Ναι. Η ιστορία ενός κόσμου που χάνεται, που χάθηκε. Κι ο κόσμος εκείνος, τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της ιστορίας του, τις έγραψε στις ταβέρνες.
Πόσο με συντάραξε το θέαμα του γκρεμισμένου τοίχου της, το ξήλωμα του κυματιστού ταβανιού της που θαρρούσες πως θάπεφτε στο κεφάλι σου το ξερίζωμα της κληματαριάς της! Βλέποντας, νόμιζα το Χάρο να στριφογυρίζει το δρεπάνι του πάνω από το κεφάλι μου! Είμαι κι εγώ αλίμονο από τα λίγα απομεινάρια της εποχής της, της γενιάς που χάνεται.
Πόσο θάθελα νάκανα πλούσιο το μνημόσυνο της γκρεμισμένης αυτής ταβέρνας! κι ας με κατηγορήσουν οι νεώτεροι πως θέλω να βρυκολακιάσω πεθαμένους. Ας ησυχάσουν. Δεν πρόκειται το ξέρω να επηρεάσει τη ζωή τους. Μνημόσυνο θα κάμω. Ύστερα, οι βρυκόλακες, θα ξαναγυρίσουν στο μνήμα τους. Δεν έχουν καμία αξίωση vα ξαναζήσουν. Το ξέρουν ότι δεν γίνεται. Θα ιδείτε άλλωστε ότι είναι τόσο καλοί οι βρυκόλακές μου! Δεν θα ρουφήξουν αίμα. Θα τραγουδήσουν. Δεν θα ξεσχίσουν σάρκες με τα νύχια των. Θα παίξουν κιθάρες. Μνημόσυνο, είπα, θα κάμω. Κι ύστερα όλα περασμένα ξεχασμένα. Το μνημόσυνο ετούτο δεν θα εμποδίσει τις μπουλτόζες να γκρεμίζουν, ούτε το ραδιοπικάπ για να σταματήσει το τσα-τσα.


Στοιχειά της ταβέρνας ο Αποστόλης και ο Κώστας Σπανόπουλοι και ο Βαγγέλης ο Κουκούλης. Και κόσμος της ένας ολόκληρος χορός γνωστός σαν «ΓΚΡΙΝΙΑ». Ήταν μια παρέα. Παρέα ατράνταχτη, πάντα έτοιμη για γκρίνια και... για γλέντι. Και τι κλιμάκωμα! Από καπνέμπορο, δημόσιο υπάλληλο, λόγιο, ποιητή, καλλιτέχνη έως τον μπαλωματή. Ο τελευταίος ήταν και η...κλώσσα της παρέας. Φτωχιά κλώσσα που, όταν η καμπάνα της Ζωοδόχου Πηγής χτυπούσε μεσημέρι, πετούσε το τσαγκαροσούφλι κι έβαζε το ρέκο: ω! ω! ω! Για να καταλήξει σ' ένα απελπιστικό, σπαραχτικό: Πεινώ!' (Τι νάκανε μια φόλα σ' ένα παληοπάπουτσο στο στομάχι ενός τριαντάχρονου δουλευτή;). 
Μα σαν βράδιαζε, ξεχνούντουσαν όλα μπροστά σ' ένα ποτήρι κοκκινέλι. Και πείνα και δυστυχία. Γύρω τότε από το φτωχό μπαλωματή, μαζευόταν όλη η κλωσσοφωλιά. Γελαστή, χαρούμενη, ασυλλόγιστη. Του καθένα δε η είσοδο χαιρετιούταν με σχετικό ανάκρουσμα. Και θυμάμαι, στην είσοδο του υποφαινόμενου, έπρεπε ν' ακουστεί πάντα το «Τραγούδι των τσιγγάνων» από το Τροβατόρε του Βέρντι. Ο τίτλος της όπερας τούτης ήταν, τότε, το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο. 
Σειρά στο τραπέζι της παρέας τα ποτήρια. Ο Μήτσος ο αυτοκινητιστής, θα κερνούσε πάντα το πρώτο:  Ένα γκαζοντενεκέ κρασί! Με το δευτέρωμα του ποτηριού - ο μεζές εσπάνιζε - άρχιζε ...η συναυλία. Μη σας φανεί παράξενο, υπερβολικό. Μάλιστα, συναυλία. Και συναυλία με αξιώσεις. Συναυλίες ασύγκριτα ανώτερες απ' εκείνες για τις οποίες ανάβουνε τα δημοτικά τόξα. Γιατί, όλη εκείνη η κλωσσοφωλιά, είχε φωνές και γύρω στον τοίχο, πλήθος τα μαντολίνα, τα μπάτζο, οι κιθάρες.
Τα βράδια της «Γκρίνιας» ήσαν οι μουσικές εσπερίδες του τότε Βραχωριού και η Ταβέρνα Σπανού η αίθουσα - να ειπούμε - Κολόν. Κάθε το εκλεχτό, το πλούσιο σε διανόηση, σε καλλιτεχνικό αίσθημα, σε ψυχικές ανατάσεις (χωρίς να λείπει βέβαια και η σνομπαρία) έδινε εκεί το ραντεβού της. Εκεί, ανάμεσα σε θεόρατα παλιά βαρέλια, που, στου καθένα τον καθρέφτη, ήταν το όνομα μιας... όπερας! Λουτσία, Τροβατόρε, Μπαντερφλάϋ, Μποέμ, Αϊντα κ.λπ.
Το «πρόγραμμα» της συναυλίας άρχιζε με κλασσικά τραγούδια και μουσική, για να περάσει στο πνευματικό σπινθηροβόλημα μ' απαγγελίες και πικάντικες ιστορίες, που θα έδιναν κι αυτές κατόπι θέση στο μαστορεμένο κουτσομπολιό που πρωταγωνιστούσαν  η... «σουμπρέτα» της παρέας (ο Τόλιας ο Σπανός) και το «ντούο πεινάλε» (ο Γάλης και ο Βαγγέλης). Κουτσομπολιό που έκαιγε με το μπαμπάκι. Κουτσομπολιό που δεν άφηνε τίποτε «νέο της ημέρας» έξω. Πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό. Και συνέχιζε στερνά το λαϊκό τραγούδι, ώσπου το «Γαμήλιο Εμβατήριο» του Μέντελσον και το κουδούνι πού 'ταν κρεμασμένο στην πόρτα της ταβέρνας, εσήμαναν ότι... η συναυλία ετελείωσε. Όλα δε εκεί σ' ατμόσφαιρα ευγενική, πολιτισμένη. Καυγάς, δεν εσημειώθηκε ποτέ στην ταβέρνα του Σπανού. Κι όταν η ταβέρνα έκλεινε, η μελωδία ξεχύνονταν στους δρόμους ως που να βγη τ' αστέρι της χαραυγής. Ήταν οι ώρες της καντάδας, του έρωτα. Κι άνοιγαν γρύλιες και σκιαγράφονταν κεφαλάκια αγαπημένα... 

Και η Ταβέρνα του Σπανού έγινε τόσο ξακουσμένη και η παρέα του φτωχού μπαλωματή (του Πάνου Κορτσέτη) τόσο σεβαστή, που δε παρουσιάζονταν ποτέ καλλιτέχνης του τραγουδιού και της μουσικής μπροστά στο κοινό του Αγρινίου, πριν περάσει από την Ταβέρνα αυτή και πριν γνωριστεί με τα μέλη της «Γκρίνιας». Έτσι, στους ασβεστωμένους τοίχους του Βραχωρίτικου ε κ ε ί ν ο υ «Μουλέν Ρουζ», ο.. καλλιτεχνικός του Δ/ντής, ο Βαγγέλης ο Κουκούλης, μαζί με τα έξυπνα αποφθέγματά του σαν το «κούπαις κτώνται τ' αγαθά» είχε γράψει ονόματα διελθόντων πανελλήνια τότε γνωστά σαν του Γιάννη Αγγελόπουλου, της Κυπαρίσση, της Βλαχοπούλου, του Βλαχοπούλου, του Ν. Μωραίτη, του Θωμάκου, της Ζαγκαρόλα, της Λουκάσεβιτς, του Πέτρου Επιτροπάκη, του Σπύρου Καψάλη, του Βακόντιου, του Μολότσου, του Δελένδα, του Πρεδάρη, του Γιάννη Μαρσέλλου και πλήθους καλλιτεχνών της ελαφράς λυρικής σκηνής και της πρόζας από της Ηρούς Χαντά ως του Αλεξανδράκη. Και μαζί, τα ονόματα του Καπράλου, του Μπόγρη, του Παντελή Χορν, του Μαυροκέφαλου κ.ά. 
         Τα χρόνια επέρασαν. Ο Αλβανικός πόλεμος, η ξενική κατοχή, ο συμμοριτοπόλεμος και τα ίδια τα χρόνια, σκόρπισαν τη «Γκρίνια», έκαμαν σιγά-σιγά την ταβέρνα να βουβαθεί. Του κάκου κατοπινές προσπάθειες να της ξαναδώσουν τη φωνή της. Τον Ανδρέα, τον άλλον Ανδρέα, τον Τάσο, τον Μάρκο, τον Λάκη, τον Γρηγόρη, τους επήρε ο Χάρος. Τη «κλώσσα» τον Πάνο, τα αδέλφια Μίμη και Γιώργο, τον Γάλη τους τράβηξε μια μεγάλη πολιτεία. Του καπνέμπορα έφυγαν τα δόντια κι έσπασε η κιθάρα, τον Θανάση τον σακάτεψε το τσόλι του καπνομάγαζου, ο Βαγγέλης αποτραβήχτηκε σ' απόμερο παίρνοντας μαζί του στο νέο πόστο του λίγες αναμνήσεις, του Μήτσου έσπασε η ρόδα, ο υποφαινόμενος ο τότε άδων γίνηκε άδους, οι Σπανοί παράτησαν την Ταβέρνα. Και τέλος, η ταβέρνα και η κληματαριά σωριάστηκαν. Η φωλιά που κελαηδούσε, σώπασε για πάντα. Μια ιστορία έκλεισε, μια εποχή διάβηκε αγύριστα. Την επήρε η μπουλτόζα. Ω τέμπορα!!!

Πάνος Ι. Βλασσόπουλος


Με την σάτιρα λέμε τα πιο σοβαρά πράγματα….

Μερικά από τα συνθήματα που κρατούν.

Για δες καιρό που διάλεξε
ο χάρος να τον πάρει,
τώρα που θα τους τρώγαμε
Σοφούλη και Τσαλδάρη


Ο Πλαστήρας προ των πυλών
τους πάντας απειλών


Ο ύπνος είναι θάνατος
και το κρεβάτι μνήμα
το γιλεκάκι ένδυμα
που γίνεται με νήμα


        ΜΗΔΕΝ
Το δις διχοτομείν
ουκ ανδρός σοφού
όρα και το περίσσευμα
του προϋπολογισμού


RADIO ΓΚΑΡΑ-ΜΑΓΚΙΩΡΟΥ
ΡΑΔΙΟ-ΦΟΝΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ
           ΕΚΠΟΜΠΕΣ

ΝΤΟΥΤΣΑΓΑ  Αχ! Μάναμ.
ΓΚΕΝΟΒΑ       Λαχανάδες
ΦΟΥΣΚΑΡΗ    Ο Αρτέμης
ΕΡΥΘΡΑΙΑ    Ογλάν-Ογλάν


 Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Αρ. Μπαρχαμπά.






ΚΑΖΑΜΙΑΣ 1936

Δρυμίτατον ψύχος
Δέκα Υπό το Μηδέν

1. Σοφούλης
2. Τσαλδάρης
3. Θεοτόκης
4. Παλλαϊκόν
5. Καφαντάρης
6. Παπαναστασίου
7. Κοντζαμάνης
8. Μεταξάς
9. Τουρκοβασίλης
10. Ράλλης




Ο Γεώργιος Σουρής
Κι ο σημερινός ΜΑΡΗΣ

Αβάντι, ριχτείτε
κοιλιές ξεσφιχτήτε
γεμίστε στομάχι
κι ας κλαίει όποιος τα ‘χει
Μη κάντε νισάφι
βουτήχτε χρυσάφι


Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

Μεγάλη Παρασκευή του 1944


Εγώ, καπνοπώλης στην Παπαστράτου 2! Η κυκλοφορία στους δρόμους ξεκινούσε μισή ώρα μετά την ανατολή και τέλειωνε μισή ώρα πριν τη δύση. Ο πατέρας μου τότε είχε κάποια προβλήματα με το στομάχι του (ο αδελφός μου ήταν αντάρτης) κι έτσι, εκείνη την ημέρα, κατέβηκα εγώ στο μαγαζί για να πουλήσω κάνα τσιγαράκι «στούκας», να βγάλουμε το ψωμάκι μας.
Απ’ τον Αγγελόπουλο με τους καφέδες μέχρι την πλατεία Μπέλλου γινόταν κάθε μέρα μαυραγορά. Πούλαγε κι αγόραζες ότι ήθελες!
Εκείνη όμως τη μέρα, Μεγάλη Παρασκευή του ’44, καθώς κατέβαινα για το καπνοπωλείο, είδα ότι δεν ήταν τόσοι πολλοί μαυραγορίτες όπως τις προηγούμενες ημέρες. Κάποιους γνωστούς μου, όπως τον Κώστα τον Παπασίγκα, τον Τζίμη απ’ τον συνοικισμό, τον Αλέκο, τον Χρήστο κ.α. δεν τους είδα…
Πήγα στο μαγαζί, ανοίγω τη «φυσαρμόνικα» τη σιδερένια κι όταν έβγαλα το ένα φύλλο της πόρτας και πήγα να το αποθέσω δίπλα, κοιτάω μπροστά στο περίπτερο του Καραχρήστου, που ήταν μπροστά απ’ το ξενοδοχείο «Αθήναι», τι να δω; Ο ένας κρεμασμένος!! Πω, πω….

Κοιτάω απέναντι στο καφενείο του Ψαρά, στο περίπτερο του Χώχου…κι άλλος κρεμασμένος!! Κοιτάω στο «Ακροπόλ», προς το περίπτερο του Παπαγεωργίου ….ο τρίτος κρεμασμένος!
Τότε ήμουνα 15 χρονών παιδάκι. Φοβήθηκα! Κλείνω το μαγαζί κι έρχομαι ξανά στο σπίτι. Καθ’ οδόν για το σπίτι, από τον κόσμο, έμαθα ότι οι Γερμανοί σκοτώσανε τους 120 στην Αγία Τριάδα και κρέμασαν τους τρεις στην πλατεία Μπέλλου. Όμως, όπως έλεγαν, μετά απ’ αυτό, «η ζωή στη πόλη κυλάει ομαλά!»
Έτσι ξεκινάω ξανά για το καπνοπωλείο, παίρνοντας μαζί την πετσέτα μου με τη μπομποτούλα και τις ελίτσες.
Κατά τις 5 το απόγευμα, βγήκε μια πληροφορία που έλεγε ότι, οι αντάρτες στο Πλατανόρεμα (στη Σπολάιτα πιο κάτω) έκαναν σαμποτάζ στους Γερμανούς κι αυτοί, ως αντίποινα, το βράδυ, όποιους άντρες έβρισκαν μέσα στο Αγρίνιο θα τους εκτελούσαν!
Ξανακλείνω το καπνοπωλείο, πάω τροχάδην στο σπίτι, το λέω στο πατέρα μου (εμείς είχαμε αδελφό αντάρτη και φοβόμασταν επιπλέον) και με λίγη μπομπότα στην πετσετούλα, φεύγουμε με προορισμό τη Βελάουστα.
Ο πατέρας μου ήταν κουτσός. Στηριζόταν στο μπαστούνι του και στον δικό μου ώμο σ’ αυτή τη διαδρομή προς το ρέμα, όπου εκεί, υπήρχε μία μπάρα την οποία κι έπρεπε να περάσουμε μισή ώρα πριν τη δύση του ηλίου.
Άλλοι έφευγαν απ’ το δρόμο που πήραμε εμείς, άλλοι απ’ του Τσιλιαπάνου κι άλλοι από την Αγία Παρασκευή. Όλοι αυτοί οι δρόμοι συγκλίνανε στη Βελάουστα.
Ψηλά απ’ του Τσιλιαπάνου, όπου είχαν πάει οι περισσότεροι, μας φώναζαν να πάμε πιο γρήγορα -λόγω του προβλήματος του πατέρα μου είχαμε μείνει τελευταίοι- γιατί οι Γερμανοί μας πλησίαζαν! Κάποιος απ’ αυτούς φώναξε στο πατέρα μου: «Μπάρμπα- Γιώργο, κάτσε εσύ σε μια μεριά κι άσε το παιδί να φύγει!»


Μετά τα σπίτια στα Νταλιανέικα, ένα κοριτσάκι έβοσκε κατσικάκια. Εκεί έμεινε ο πατέρας μου, αφού πρώτα με φίλησε και χαιρετηθήκαμε. Έτρεξα και πρόλαβα τους άλλους που ήταν ψηλότερα. Ευτυχώς, οι Γερμανοί ήθελαν να συλλάβουν κάποιους (το οποίο δε κατάφεραν τελικά) και να τους ανακρίνουν για το λόγο που φεύγαμε. Έτσι, δε σκόπευσαν από μακριά. Αν σκόπευαν θα μας σκότωναν!
Πήγαμε στη Βελάουστα. Βράδυ Μεγάλης Παρασκευής…
Εκείνη την ώρα έβγαινε ο Επιτάφιος και πίσω ήταν οι πιστοί με τα κεράκια. Από μακριά, εγώ νόμισα ότι ήταν ενέδρα των Γερμανών και με έλουσε κρύος ιδρώτας! Προχωρήσαμε επιφυλακτικά στο χωριό όπου βεβαίως δε μας περίμενε κανείς! Περάσαμε τη βραδιά μέσα σ’ ένα παλιό σπίτι, με συντροφιά το τζάκι.
Την άλλη μέρα, όταν βγήκε για τα καλά ο ήλιος, έγινε συγκέντρωση στην οποία μας μίλησε ο Τάσος ο Πετρίδης, ο οποίος ήταν καπνεργάτης και καπετάνιος στο εκεί αντάρτικο. Είπε διάφορα λόγια εθνικού περιεχομένου και μας πληροφόρησε ότι η ζωή στο Αγρίνιο το προηγούμενο βράδυ κύλησε ομαλά κι ότι δεν έγιναν συλλήψεις.
Μας είπε επίσης ότι, όποιος θέλει μπορεί να φύγει, να επιστρέψει στην εστία του, με τη προϋπόθεση η επιστροφή να γίνει απ’ τον ίδιο δρόμο και ανά πεντάδες. Επίσης, μας είπε ότι, όποιος θέλει, μπορεί να παραμείνει και να πλαισιώσει τις ανταρτικές δυνάμεις. Επειδή, το να επιστρέψει κανείς στην εστία του έκρυβε τον κίνδυνο να συλληφθεί και να οδηγηθεί στις φυλακές κι από κει στην εκτέλεση –κανείς δεν ήξερε τι του ξημέρωνε- γι’ αυτό, εκείνη τη μέρα, πάνω από διακόσια άτομα έμειναν με τις αντάρτικες δυνάμεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν πολιτικά προσκείμενοι σ’ αυτούς. Αφενός, προστάτευαν τον εαυτό τους και αφετέρου, προσέφεραν στον αγώνα της πατρίδας ενάντια στους δεινούς κατακτητές.
Όταν έφτασα στο σπίτι βρήκα το πατέρα μου ο οποίος είχε περάσει το βράδυ στο σημείο εκείνο που τον είχα αφήσει, ευτυχώς, χωρίς κανένα δυσάρεστο συμβάν. Η ζωή, κατά τ’ άλλα, στη πόλη κυλούσε ομαλά…
Μετά από μέρες και σύμφωνα με πληροφορίες, μάθαμε ότι, τη στιγμή της εκτέλεσης των 120, ένας εξ αυτών, ονόματι Δημήτρης Τσίτος, δάσκαλος στο επάγγελμα, ψηλός με χαρακτηριστική ψιλή φωνή, γλίτωσε!
Η σφαίρα που του έριξε ο Γερμανός στρατιώτης, πέρασε κάτω από τη μασχάλη κι απλά του μάτωσε το σημείο ανάμεσα στο χέρι και στα πλευρά του.
Έπεσε κάτω μαζί με τους άλλους ήρωες.
Πολλοί είπαν ότι είχε μαζί του το Τίμιο ξύλο! Πάντως, αν δεν είχε Άγιο προστάτη ο δάσκαλος, σίγουρα έπεσε σε δεινό σκοπευτή που δεν ήθελε να τον σκοτώσει.
Μετά την απελευθέρωση της πόλης, ο δάσκαλος βολτάριζε πάνω-κάτω στην πλατεία Μπέλλου κι όλοι έλεγαν για την περίπτωσή του…
Ότι, μόλις οι Γερμανοί τέλειωσαν τις εκτελέσεις κι απασχολήθηκαν με κάτι άλλο, αυτός σύρθηκε στο χωράφι με τα σιτάρια που ήταν πίσω του και βρήκε καταφύγιο στο ρέμα που ήταν πιο κάτω.
Κι έπειτα, έφυγε μεσ’ απ’ τα καπνοχώραφα…

ΑΦΗΓΗΣΗ: Γιάννης Κανάτας
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:Βασίλης Τραπέτσας
Από το http://www.agrinioculture.gr

Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Το Χρονικό της Σφαγής και οι 120

Μεγάλη Παρασκευή 1944 - 14 Απριλίου     
Μεγάλη Παρασκευή 2017 – 14 Απριλίου

Φέτος, για πρώτη φορά μετά από 73 χρόνια,  ημερολογιακά η Μ. Παρασκευή συμπίπτει με την Μ. Παρασκευή του 1944. Με την μαύρη εκείνη Μεγάλη Παρασκευή που έχει σημαδέψει την πόλη του Αγρινίου.

Το Χρονικό της Σφαγής και οι 120

Απρίλης του 1944

Αρχές του μήνα και πολλές συμπλοκές έγιναν μέσα στην πόλη του Αγρινίου όπου έφεδροι ελασίτες συγκρούστηκαν με περιπόλους ταγματασφαλιτών τόσο στο Πάρκο όσο και στην πλατεία Καραπανέικα. Σ΄αυτές τις συμπλοκές το τάγμα υπέστη πολλές απώλειες. Πολλές συμπλοκές είχαν προηγηθεί από τον Φλεβάρη και τον Μάρτη και ο Τολιόπουλος αποφάσισε να κάνει γενική εκκαθάριση και στα πλαίσια της εκκαθάρισης συνέλαβε πολλούς πολίτες γεμίζοντας τις φυλακές της πόλης.

9 Απρίλη 1944. Κυριακή των Βαΐων.

Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ που δρούσαν στην περιοχή του Ξηρομέρου, παίρνουν διαταγή από τον Στέφανο Σαράφη  να ανατινάξουν μία αμαξοστοιχία των Σιδηροδρόμων της Βορειοδυτικής Ελλάδος η οποία  θα μετέφερε πολεμικό υλικό και καύσιμα για τα γερμανικά αεροπλάνα που βρίσκονταν στο αεροδρόμιο του Αγρινίου. Πράγματι μία ομάδα 100 ανταρτών έστησε ενέδρα ανάμεσα στα χωριά Σταμνά και Αγγελόκαστρο. Η επίθεση στέφθηκε από μεγάλη επιτυχία. Ολόκληρη η αμαξοστοιχία καταστράφηκε και μαζί και το πολύτιμο πολεμικό υλικό των Γερμανών και στην μάχη που ακολούθησε σκοτώθηκαν δεκάδες Γερμανοί, μεταξύ των οποίων ένας ταγματάρχης των S-S καθώς και πολλοί  τραυματίστηκαν και αιχμαλωτίστηκαν. Από την πλευρά των ανταρτών υπήρξε ένας τραυματίας.

11 Απριλίου 1944

Δυό μέρες μετά την ανατίναξη του συρμού, ανήμερα Μεγάλης Τρίτης , μέλη του ΕΑΜ και αντάρτες του ΕΛΑΣ στην επιστροφή τους από το Πυργί,  όπου είχαν μεταφέρει τρόφιμα στους αντάρτες του ΕΛΑΣ, δέχονται επίθεση από Γερμανούς και  ταγματασφαλίτες, κοντά στην εκκλησία των Αγίων Αποστόλων στην Μεγάλη Χώρα (Ζαπάντι)

Συνελήφθησαν και εκτελέσθηκαν επί τόπου οι :
Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης – Καλύβια
Γαλανόπουλος Βασίλης – Καλύβια
Ζαπαντιώτης Φώτης – Καλύβια
Κοτρώτσος Γιώργος – Καλύβια
Φαναριώτης Νίκος – Καλύβια
Καραμπίνης Χρήστος – Αγρίνιο
Μαγνήσαλης Γιάννης – Αγρίνιο
Πετρούλας Νίκος – Αγρίνιο
Τσαπάρας Γρηγόρης – Αγρίνιο
Τσακαρδάνος Κώστας – Μεγάλη Χώρα
Θεοδωρόπουλος Δημήτρης – Χούνη
Μπαμπάνης Βασίλης – Ξηρόμερο

Ομαδική εκτέλεση


Μάρτης του 1944

Αρχές του Μάρτη του 1944 και η μοίρα αρχίζει να υφαίνει έναν ιστό και να ενώνει το Αγρίνιο με ένα χωριό της Πρέβεζας, την Κρυοπηγή Πρεβέζης.
Όλα ξεκίνησαν κάποια κρύα ημέρα του Μάρτη. Το χωριό αναστατώθηκε, καθώς δύο λόχοι Γερμανών το «έζωσαν» από δύο πλευρές. Ο ένας λόχος ήρθε από το Λούρο και ο άλλος από την Πρέβεζα. Οι κάτοικοι «πάγωσαν». Μαζί τους, σύμφωνα με μαρτυρίες κατοίκων, ήταν και Έλληνες συνεργάτες τους, που τους γνώρισαν από τη διαφορετικότητα στη στολή, αλλά δε φανερώθηκαν.
Οι Γερμανοί και οι συνεργάτες τους εγκαταστάθηκαν στο χωριό και έστησαν την επιμελητεία τους, μαζί με ασύρματο. Οι κάτοικοι θεώρησαν ότι πρόκειται για επιχείρηση εκφοβισμού και πλιάτσικου. Τους έδωσαν αρνιά, κότες, γάλα, αλεύρι... Οι κατακτητές όμως «διψούσαν» για κάτι άλλο.
Δε μπορούσαν να... χωνέψουν με τίποτα πως οι αντάρτες του ΕΛΑΣ μπαινόβγαιναν στο χωριό με το κεφάλι ψηλά, πραγματοποιούσαν εκδηλώσεις στην Κρυοπηγή, τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο, εμψυχώνοντας τους κατοίκους. Ένα μεγάλο τραπέζι του ΕΑΜ στο σχολείο της Κρυοπηγής, όπου μύρισε ο αέρας της λευτεριάς, εξόργισε τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους που κατέγραψαν στα κατάστιχά τους με κόκκινη μπογιά τη φράση «μικρή... Μόσχα», αναφερόμενοι στην Κρυοπηγή. Και δεν άργησαν να «χτυπήσουν». Αν έβρισκαν μάλιστα πυρομαχικά ή αντάρτες του ΕΛΑΣ στο χωριό θα το ισοπέδωναν από άκρη σε άκρη. Έκαψαν μόνο δύο σπίτια.
Ήθελαν να κάμψουν το φρόνημα του λαού και των ανταρτών, που σήκωσαν κεφάλι μπροστά στο χιτλερικό στρατό. Συγκέντρωσαν 30 άντρες κατοίκους και κατηφόρισαν προς τον κεντρικό δρόμο. Η αρχή του δράματος μόλις είχε εκτυλιχθεί μπροστά στα μάτια όλων. Στον κεντρικό δρόμο οι Γερμανοί έδιωξαν δύο μικρά παιδιά τότε, επειδή ήταν ξυπόλυτα και κρύωναν. Είχαν έστω ελάχιστη... τσίπα ανθρωπιάς. 
Οι 28 Κρυοπηγήτες οδηγήθηκαν στην παλιά Συναγωγή της Πρέβεζας, όπου κρατήθηκαν για 10-15 ημέρες περίπου και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν στην έδρα της Κομαντατούρ στη Δυτική Ελλάδα, στο Αγρίνιο.
Στη θέση Αγία Τριάδα στις 14 Απριλίου 1944, το πρωί, τα πολυβόλα των Γερμανοτσολιάδων κροτάλισαν. Χάθηκαν 23 ψυχές, ενώ μόλις 5 διέφυγαν της εκτελέσεως.

Τα ονόματα των 23:
Ζήκας Βασίλειος
Ζήκας Κωνσταντίνος
Ζήκας Μιχαήλ
Κουρούπης Αντώνιος
Κίτσος Χρήστος
Μπαρτζώκας Σταύρος
Ντελής Αλέξιος
Ντελής Ιωάννης
Ντελής Χρήστος
Πάνης Ευάγγελος
Πάνης Γεώργιος
Παππάς Διονύσιος
Παππάς Ιωάννης
Πέππας Χαράλαμπος
Σοπικιότης Βασίλειος
Σοπικιότης Χαράλαμπος
Σοπικιότης Νικηφόρος
Τζίμας Σπυρίδων
Τζίμας Γεώργιος
Τσούτσης Δημήτριος
Τσούτσης Μιλτιάδης
Τσούτσης Μιχαήλ
Τσούτσης Χαράλαμπος
                                                                                          ΠΗΓΗ:.atpreveza.gr

Αρχές Απρίλη του 1944

Στην Κατούνα ο πρώτος που συνελήφθη ήταν ο Κωνσταντίνος Μπλίτσας του Πέτρου στην περιοχή του Αγίου Νικολάου Βελαώρας, ο οποίος αφού αρχικά βασανίστηκε, στάλθηκε στις φυλακές της Αγίας Τριάδας Αγρινίου. Στην συνέχεια και όταν δόθηκε η εντολή από το αρχηγείο του Αγρινίου για μαζικές συλλήψεις, δόθηκε διαταγή και στην Κατούνα να μαζευτεί το χωριό στην πλατεία, έξω από τον πολιούχο Άγιο Αθανάσιο. Εκεί έγινε το ξεκαθάρισμα, υποδείχθηκαν τα υπόλοιπα οχτώ παιδιά και συνελήφθησαν.     
Όλοι τους αξιόλογοι άνθρωποι, πραγματικά παλικάρια, σε νεαρά ηλικία. Φορτώθηκαν στα γερμανικά αυτοκίνητα και οδηγήθηκαν στις φυλακές τις Αγίας Τριάδας Αγρινίου. Τα εννέα  παλικάρια που συνελήφθησαν τότε,  συμπλήρωσαν τον αριθμό των 120.
1. Ταμπάκης Κων/νος του Δημητρίου
2. Σαμαντάς Χρήστος του Αλεξάνδρου
3. Καρέλος Θεόδωρος (Λόλος) του Αθανασίου
4. Τσικώνης Γεράσιμος Του Δημητρίου
5. Παπακωνσταντής Χρήστος του Αλεξάνδρου
6. Βλάχας Αλέκος του Βασιλείου
7. Μπλίτσας Κωνσταντίνος Πέτρου
8. Κοκορόμπας Γεώργιος του Αθανασίου
9. Τσιτσώνης Σταμούλης του Γεωργίου

14 Απριλίου 1944

Τα αντίποινα των Γερμανών για την ανατίναξη του συρμού ανάμεσα στα χωριά Σταμνά και Αγγελόκαστρο. ήταν η εκτέλεση 120 κρατουμένων στον περίβολο της Αγίας Τριάδας.

Φυλακές Αγίας Τριάδος


 Ο στρατιωτικός διοικητής των Γερμανικών μονάδων Ηπείρου, εξέδωσε την ακόλουθη ανακοίνωση:

Την 9ην Απριλίου 1944 ο εκ Μεσολογγίου προς Αγρίνιον κατευθυνόμενος σιδηροδρομικός συρμός, υπέστη βορείως της Σταμνάς επίθεσην κομμουνιστικών συμμοριών και επυρπολήθη. Γερμανοί στρατιώται και συνταξιδεύοντες Έλληνες πολίται εφονεύθησαν ή ετραυματίσθησαν, τραυματισμένοι Γερμανοί στρατιώται εφονεύθησαν ή ηπήχθησαν ανάνδρως.
Ως αντίποινα των υπούλων τούτων πράξεων, αίτινες πλήττουν αφ’ ενός τον Γερμανικόν Στρατόν και αφ’ ετέρου τους ειρηνικούς κατοίκους, ελήφθησαν και εξετελέσθησαν τα κάτωθι μέτρα:

1ον) Σήμερον 120 κομμουνισταί εκ χωρίων κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής και εκ Παναιτωλίου, οίτινες ως διεπιστώθη, έλαβον μέρος εμμέσως ή αμέσως εις την εν λόγω πράξιν, ετυφεκίσθησαν ή απηγχονίσθησαν εν Αγρινίω.

2ον) Εις Σταμνάν και Παναιτώλιον, ορισμένος αριθμός οικιών, εις τας οποίας είχον διαμείνει συμμορίται ή ανευρέθησαν εν αυταίς όπλα και πυρομαχικά, κατεστράφη.

3ον) Δέκα χωρία, εξ ων προήρχοντο οι λησταί, ή τα οποία κείνται κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής, υπεχρεώθησαν εις την καταβολήν μεγάλης χρηματικής ποινής.

Ο Διοικητής του Τάγματος Ασφαλείας, Γεώργιος Τολιόπουλος σε έκθεσή του για την εκτέλεση των 120 αναφέρει: 

Τον Απρίλιον μήνα και περί το ΙΙ δεκαήμερον, εκ της δράσεως των δρώντων παρά τω Αιτωλικώ ανταρτών και της ενεργείας των την Κυριακήν των Βαΐων απετεφρώθη μία εμπορική αμαξοστοιχία έμφορτος με υγρά καύσιμα μεταξύ Αιτωλικού - Σταμνών. Το αποτέλεσμα της τοιαύτης ενεργείας των όσον και πατριωτικόν ήθελεν παρουσιασθή εν τούτοις με την δολοφονίαν και 12 Γερμανών στρατιωτών υπήρξεν σκληρότατον και εγκληματικώτατον διά τους κατοίκους της περιοχής, οίτινες όλως αδίκως εθυσιάσθησαν εις αντίποινα εκ μέρους των Γερμανών την Μεγ. Παρασκευήν εντός του Αγρινίου και όπισθεν της εκκλησίας Αγίας Τριάδος "περί την δ/γήν της εκτελέσεως 120 ατόμων, το Τάγμα διά καταλλήλων ενεργειών του περιώρισε τον αριθμόν των εις 85".
Ο Συντάξας
ΓΕΩΡΓ. ΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ




Οι 120

Αγγελάκης Γεώργιος – Άγιος Κωνσταντίνος Αγρινίου                     
Αλεξανδρής Κωνσταντίνος - Αγρίνιο
Αναστασίου Χρήστος - Αγρίνιο
Αναστασιάδης Αβραάμ - Αγρίνιο
Αντωνόπουλος Γεράσιμος - Αγρίνιο
Αντωνόπουλος Χρήστος - Αγρίνιο
Βλάχας Αλέκος – Κατούνα Ξηρομέρου
Βλάχος Δημήτρης- Αγρίνιο
Βίτσας Γιάννης – Άγιος Αντρέας Μεσολογγίου
Γράψας Βασίλης -Λευκάδα
Γιάγκας Σπύρος – Όχθια Αιτωλ/νίας
Γυφτομήτσος Γιώργος – Λεπιανά Ευρυτανίας
Δανίας Γεώργιος – Καμαρούλα Αγρινίου
Διαμαντής Γεώργιος – Παναιτώλιο Αγρινίου
Ζήκας Κωνσταντίνος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Ζήκας Μιχάλης - Κρυοπηγή Πρεβέζης
Καρέλος Θεόδωρος –Κατούνα Ξηρομέρου
Κούρτης Βαγγέλης - Αγρίνιο
Κατσαρός (Καραγιάννης) Γιώργος - Λευκάδα
Καρφής Γιώργος – Διαμαντέικα Αγρινίου
Κασαγιάννης Πάνος - Αγρίνιο
Κολοβός Χαράλαμπος - Αγρίνιο
Καλλίμαχος Σωτήρης - Αγρίνιο
Καταπόδης Κώστας· - Λευκάδα
Κυριλής Χρήστος – Δοκίμι Αγρινίου
Κοκορόμπας Γιώργος – Κατούνα Ξηρομέρου
Καβγιούλας Γιάννης - Αγρίνιο
Καλυβιώτης Κωνσταντίνος – Δοκίμι Αγρινίου          
Κίτσος Χρήστος - Πρέβεζα
Κουκουμίλος Βασίλης – Παναιτώλιο Αγρινίου
Κατσάμπελος Νικόλαος - Αγρίνιο
Κουρούπης Αντώνιος – Κρυοπηγή Πρεβέζης                            
Μαριώλης Βασίλης - Αγρίνιο                                   
Μπέλλος Δημήτρης - Αγρίνιο

Χατζάρα Κατίνα

Μπλήτσας Κωνσταντίνος – Κατούνα Ξηρομέρου
Μιχαλόπουλος Δήμος – Δοκίμι Αγρινίου
Μπαρτζώκας Σταύρος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Νικολάου Χρήστος - Αγρίνιο
Νιάφας Απόστολος – Δοκίμι Αγρινίου
Ντελής Αλέξανδρος- Κρυοπηγή Πρεβέζης
Ντελής Ιωάννης - Κρυοπηγή Πρεβέζης
Ντελής Χρήστος- Κρυοπηγή Πρεβέζης
Παπαπάνου Γεώργιος - Αγρίνιο
Παπανίκος Γιάννης – Νέα Αβόρανη Αγρινίου
Παπακωνσταντής Χρήστος – Κατούνα Ξηρομέρου
Παπαδήμος Σταύρος - Αγρίνιο
Παπαευθυμίου Ανδρέας – Λαμπίρι Τριχωνίδας
Πάνης Γεώργιος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Πάνης Ευάγγελος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Παππάς Δημήτριος – Λεπιανά Ευρυτανίας
Παππάς Διονύσιος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Παππάς Ιωάννης – Κρυοπηγή Πρεβέζης

Χατζηελευθερίου Νικόλαος

Πέππας Χαράλαμπος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Σαλάκος Χρήστος - Αγρίνιο
Σβώλης Χρήστος - Αγρίνιο
Σισμάνης Φώτης - Αγρίνιο
Σταυρόπουλος Σπύρος
Σκιαδάς Κώστας - Αγρίνιο
Σκαρλάτος Γιάννης – Αγρίνιο
Σούλος Παναγιώτης - Αγρίνιο
Σοπικιώτης Βασίλης – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Σοπικιώτης Νικηφόρος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Σοπικιώτης Χαράλαμπος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Τσικώνης Γεράσιμος – Κατούνα Ξηρομέρου
Τζαμίλης Αντώνης – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Τσίρκας Γιάννης - Αγρίνιο
Τσιτσώνης Σταμούλης – Κατούνα Ξηρομέρου
Ταμπάκης Κωνσταντίνος – Κατούνα ξηρομέρου
Τσίπης Βασίλης - Αγρίνιο
Τζίμας Γιώργος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Τζίμας Σπύρος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Τσούτσης Δημήτριος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Τσούτσης Μιλτιάδης – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Τσούτσης Μιχάλης – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Τσούτσης Χαράλαμπος – Κρυοπηγή Πρεβέζης
Χαραλαμπίδης Παρασκευάς – Άγιος Κωνσταντίνος Αγρινίου
Χατζάρα Κατίνα – Κομπότι Άρτας
Χατζηελευθερίου Νικόλαος – Άγιος Κωνσταντίνος Αγρινίου
Χρηστάκης Γεώργιος - Αγρίνιο
Χρήστου Αριστείδης – Τσικλίστα Ευρυτανίας
Χολέβας Γεώργιος – Νέα Αβόρανη Αγρινίου
Σταυράκης Χριστόφορος - Αγρίνιο
Σαμαντάς Χρήστος – Κατούνα Ξηρομέρου
Σωκρατάκης Πάνος – Αγρίνιο


ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ 120 εδώ: http://agriniomemories.blogspot.gr/search/label/**120

Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Οδός Ηλία Ηλιού....


....την δεκαετία του '60

ΗΛΙΑΣ ΗΛΙΟΥ





Ο γνωστός σε όλους μας πεζόδρομος «Ηλία Ηλιού», που παλαιότερα ονομαζόταν οδός Παπαγιάννη, πήρε την ονομασία του από τον Μικρασιάτη καπνέμπορο και ευεργέτη της πόλης του Αγρινίου Ηλία Ηλιού.

Γεννημένος στο Αζάριο της Μικράς Ασίας και μετά το ξερίζωμα της οικογένειάς του με τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής εγκαθίστανται στο Αγρίνιο και ασχολείται με το εμπόριο καπνού. Γίνεται ένας από τους σπουδαιότερους καπνέμπορους της περιοχής. Σπουδαία υπήρξε η συμβολή του στην αντιμετώπιση του οξύτατου προβλήματος της στέγασης των προσφύγων που έφτασαν στο Αγρίνιο το 1922 και ζούσαν πρόχειρα σε σκηνές του Ελληνικού Στρατού στον πεδινό χώρο ανάμεσα στις περιοχές «Ερυθραία» και «Τσίτα». 
 Τα χρόνια περνούσαν και το πρόβλημα ζητούσε επιτακτικά οριστική λύση. Το 1932 προτάθηκε η επίταξη του χώρου του πάρκου, ιδιοκτησίας αδελφών Παπαστράτου, για να οικοδομηθούν εκεί σπίτια για τους πρόσφυγες. Οι Παπαστραταίοι αντέδρασαν έντονα επειδή είχαν αποφασίσει να δωρήσουν τον χώρο του πάρκου στον Δήμο Αγρινίου.

Τότε ο Ηλίας Ηλιού με προσωπικές δαπάνες ζήτησε να απαλλοτριωθεί έκταση γης στον σημερινό Άγιο Κωνσταντίνο για να χτιστούν εκεί σπίτια και να μπορέσουν επιτέλους να ριζώσουν οι εξαθλιωμένοι πρόσφυγες. Έτσι κι έγινε. Επίσης διέθεσε χρήματα για την ανέγερση του ιερού ναού Αγίου Κωνσταντίνου καθώς και για το Δημοτικό Σχολείο.

Με την σύζυγό του Κατίνα δεν απέκτησαν παιδιά. Στην ιδιόγραφη διαθήκη του εκτός των άλλων σημειώνει και τα εξής, όσον αφορά την τύχη της σημαντικής περιουσίας που δημιούργησε:

«….μη έχων τέκνα αισθάνομαι κατά την ιεράν ταύτην στιγμήν την υποχρέωση να μεριμνήσω υπέρ της αγαπητής ταύτης πόλεως του Αγρινίου, της καταστάσης δευτέρας μου πατρίδος, εν τη οποία και τη βοηθεία της οποίας εσχημάτισα την περιουσίαν μου ήτις δικαιούται να εξυπηρετηθεί παρ΄εμού όσον τουλάχιστον και εγώ παρά ταύτης…..»

Στην συνέχεια ορίζει όπως την περιουσία του την διαχειρίζεται η σύζυγός του Κατίνα, «…..μετά δε τον θάνατον ταύτης η ακίνητος περιουσία μου να χρησιμεύση δια την ίδρυσιν και συντήρησιν εν Αγρινίω Ορφανοτροφείου…..».

Το μεγάλο κτίριο των αποθηκών καπνού που χαρακτηρίστηκε διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού δεν έχει ακόμη αξιοποιηθεί. Το εντυπωσιακό σπίτι του κατεδαφίστηκε και στο οικόπεδο χτίστηκε παιδικός σταθμός.


Στο παρακάτω σκαρίφημα βλέπουμε τα μαγαζιά που υπήρχαν την δεκαετία του '60 στην οδό Ηλία Ηλιού.





1. Ξενοδοχείο «ΑΚΡΟΠΟΛ», των αδελφών Στρανομίτη. Στο ισόγειο στεγαζόταν το πρακτορείο εφημερίδων και βιβλιοπωλείο του Δημ. Αλμπάνη. Ο τσαγκάρης Ασημάκης, οι ασφάλειες και τα γραφεία της Ολυμπιακής των αδελφών Κυλπάση και ο τσαγκάρης Σάββας Καλημέρης. 

2. Το κουρείο του Αντρέα Καρούσου.

3. Το αρτοποιείο του Νικολάου Παππά.

4. Το φωτογραφείο των αδελφών Ξυθάλη. Το δικηγορικό γραφείο του Χαρίλαου Φαφούτη, το ραφείο του Κώστα Ξυθάλη, το καφενείο του Δημήτρη Παγωμένου, το δικηγορικό γραφείο του Νούλη (Σεβαστιανού) Καρβούνη και ο ηλεκτρολόγος Παπαφώτος.

5. Το Πρωτοδικείο Αγρινίου. Όταν το Πρωτοδικείο μεταφέρθηκε τέρμα Τσαλδάρη στην πλατεία Χατζοπούλου, στο οίκημα έγινε το εντευκτήριο της Ιεράς Μητρόπολης και η αίθουσα διαλέξεων του Αρχιμανδρίτη Θεόκλητου Φεφέ.

6 και 7. Το δικηγορικό γραφείο του Κωνσταντίνου Ροκόφυλου και έπειτα το δικηγορικό γραφείο του Κ. Χατιάδη.

 Το κομμωτήριο της Μαριγούλας Παντούλα
από το αρχείο της Βάσως Παντούλα.


8. Οικία γιατρού δερματολόγου Σίσκου και στο ισόγειο το κατάστημα του Γεωργίου Σάσσου με λάστιχα αυτοκινήτου και πετρογκάζ και στο υπόγειο η ταβέρνα του Αθανασίου Σταθελάκη. Αργότερα στο σπίτι του γιατρού Σίσκου στεγάστηκε η κλινική του Κωνσταντίνου Παπαθανασιάδη. 

9. Οικία Ραφτόπουλου.

11. Το πρατήριο βενζίνης και γκαράζ αυτοκινήτων του Σταύρου Τσικνιά. Το κομμωτήριο της Μαριγούλας Παντούλα, το τεχνικό γραφείο του Τάκη Μελισσινού και μέσα στην πάροδο η αποθήκη ξυλείας του Βεντζούρη.

12. Οικία Ηλία Μανέτη και στο ισόγειο το γαλακτοπωλείο του Κίτσου, το τυπογραφείο του Μανθόπουλου και Σκαμνέλη και αργότερα ο Δομοζόπουλος με γραφομηχανές. Το κουρείο του Κώστα Σκουλαρίκου και στην γωνία με την οδό 39ου Συντάγματος το πρατήριο τσιγάρων Ματσάγγου του Πάνου Μελισσινού και το κρεοπωλείο του Σπύρου Γεωργόπουλου.

13. Οικία γιατρού Ιωάννη Μπαϊμπά.

14. Οικία διευθυντού τραπέζης Δημητρίου Μπαϊμπά και στο ισόγειο το δικηγορικό γραφείο του Δημητρίου Βότση και το δικηγορικό γραφείο του Κώστα Βεργώνη.

15. Το δικηγορικό γραφείο του Λάμπρου Παπαβασιλείου και το δικηγορικό γραφείο των Κώστα Διαμαντή και Μάνθου Βεργώνη.

φωτογραφία του 1952, στην οδό Ηλία Ηλιού και 39ου Συντάγματος, έξω από το πρατήριο
τσιγάρων Ματσάγγου και Πάνου Μελισσινού.

16. Οικία Ιωάννη Παππά.

17. Οικία Λάμπρου και Τασίας Τσιτσιμελή. Στο ισόγειο στεγαζόταν το δικηγορικό γραφείο των Νίκου Ανδρικόπουλου και Ναπολέοντα Οικονομίδη.

18. Ταβέρνα Νίκου Τζάνη και μετά το ξενοδοχείο του Γ. Κοντόβα.

19. Οικία Ηλία Μανιάτη και στο ισόγειο το ζαχαροπλαστείο των αδελφών Γαϊτάνη.

20. Οικία Μητροπάνου και στο ισόγειο ο δερματέμπορας Σπυρόπουλος.

21. Τ.Ε.Α. (Τάγμα Εθνοφυλακής Αγρινίου), στο ισόγειο ο Γεώργιος Καμποσιώρας και στο υπόγειο η ταβέρνα του Γ. Κοντόβα.


Εάν στο παραπάνω κείμενο υπάρχουν λάθη ή παραλείψεις
περιμένω τις διορθώσεις σας στο gitsanas@gmail.com

Το σκαρίφημα και το κείμενο μας το έστειλε
η φίλη Μαίρη Κ., η οποία το βρήκε στην "ΡΙΖΑ ΑΓΡΙΝΙΩΤΩΝ". 
Δυστυχώς μας το έστειλε χωρίς το όνομα του δημιουργού.
Αν κάποιος γνωρίζει το όνομά του ας μας ενημερώσει 
να το συμπληρώσουμε.

Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~