Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

Διωγμός και Προσφυγιά



Μνήμες του διωγμού και της προσφυγιάς




Μοναδική ανέκδοτη μαρτυρία του 
Θανάση Γ. Κακογιάννη* 
από Αλάτσατα Ερυθραίας

τον Σεπτέμβριο του '87

στον Δημήτρη Κρασσά

Πάντα ξυπνούν οι βαθιά θαμμένες μα ολοζώντανες, φοβερές κι ανατριχιαστικές παιδικές θύμησες. Να, εκεί, που όσο περνούν τα χρόνια, γυρίζει ο νους πολλές φορές σε όλα εκείνα που έζησε κανείς και τα θυμάται ένα-ένα, με τα κύρια και καταλυτικά γεγονότα, χωρίς να τα ‘χει αμαυρώσει ο χρόνος, με τις εικόνες των ζωηρές και ανεξίτηλες, γεγονότα και εικόνες που σημάδεψαν τη ζωή των όσων τα έζησαν και τις είδαν. Ακόμα εκεί που διαβάζεις κείμενα για τη Μικρασία, εκεί που αναζητάς στον όποιο χάρτη δεις τα παράλια της Μικρασίας, τον τόπο που γεννήθηκες με τα νησιά μας απέναντι. Και σε κάθε πια επέτειο, ατόφιες μπροστά σου οι σκηνές, οι γιομάτες δέος και ανατριχίλα θανάτου, οι σκηνές του βασανισμού, του βιασμού και της ατίμωσης, βαθιά χαραγμένες και άσβεστες.

Η πονεμένη μορφή της χαροκαμένης μάνας, η ορφάνια, τα πονεμένα παιδικά πρόσωπα, είναι ό,τι απόμεινε από εκείνη την εποχή του διωγμού και μετά για πολλά κατοπινά χρόνια. Και μέσα σ’ αυτό το ζοφερό κύκλο του φονικού, της καταστροφής και του ξεριζωμού, άσβεστη και ζωντανή η απέραντη άφθαρτη μνήμη.



Το δίλημμα μετά την πρώτη προσφυγιά

Έτσι κι έγινε στη Μικρασία, στα ξακουστά ελληνικά παράλια της. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, που άρχισε το 1914, άγγιξε από τις πρώτες του μέρες εκείνους τους τόπους. Κι οι πάτριοι εκείνοι τόποι με τη σφύζουσα ελληνική πνοή και πίστη άδειασαν. Ο αλλόθρησκος εχθρός σκόρπισε τους πληθυσμούς των Χριστιανών κατοίκων στην Ελλάδα. Προσφυγιά κάπου έξι χρόνια. Κι’ ύστερα ξαναγύρισμα στις Πατρίδες. Μύριοι κόποι να ξαναναστηθεί στους πατρογονικούς τόπους η ζωή.

Στα Αλάτσατα, μία μικρή κωμόπολη με 15.000 κατοίκους Έλληνες και ελάχιστους Τούρκους, που βρίσκεται στη χερσόνησο Ερυθραίας, δυτικά της Σμύρνης, και σε απόσταση 70 χλμ., είχε φθάσει εκείνο τον Αύγουστο του 1922 ο απόηχος του Ελληνοτουρκικού Πολέμου, στο μέτωπο της Μικρασίας. Ημέρα με την ημέρα βάραινε πάνω σε όλους τους κατοίκους το φοβερό προαίσθημα της επερχόμενης συμφοράς. Μία αβεβαιότητα ανάμικτη με τρόμο σκέπαζε το χωριό, όπως έλεγαν τη μικρή τους κωμόπολη οι κάτοικοί της, όσο πλήθαιναν τα νέα του μετώπου που κατέρρεε. Οι κάτοικοι, μπροστά στ’ αποκαρδιωτικά μηνύματα της υποχώρησης του στρατού μας και της καθόδου των διαβόητων Τσετών και του Τουρκικού Στρατού, που μαζί απλώνονταν αιμοχαρείς, νικηφόροι και εκδικητές προς τη Σμύρνη και τα παράλια, αντιμετώπιζαν το παράλογο δίλημμα να μείνουν στον τόπο τους, στην πατρίδα, ή να την αφήσουν πάλι και να φύγουν στην ξενιτιά.

Στη μικρή αυτή πολιτειούλα ήταν πολύ ζωντανά τα πατριωτικά αισθήματα των κατοίκων της και βαθιά η χριστιανική πίστη τους. Ήταν αφέλεια ακόμα και η σκέψη να μείνουν. Κι όμως ο καημός και τα βάσανα της πρώτης προσφυγιάς, κι ύστερα το ξαναζωντάνεμα της πατρίδας, να, η αιτία του διλήμματος. Οι χριστιανοί ήταν σχεδόν το σύνολο των κατοίκων. Ελάχιστες οι τουρκικές οικογένειες, γι’ αυτό και πολύ λίγοι κάτοικοι ήξεραν την τουρκική γλώσσα.

Στο γυρισμό, στα 1920, ύστερα από τον πρώτο διωγμό στα 1914, όσοι γύρισαν στην πατρίδα είχαν ξαναδημιουργήσει τα νοικοκυριά τους. Ξανακαλλιέργησαν την καρπερή γη της πατρίδας, ξαναστόλισαν τις εκκλησίες τους, αποτελείωσαν και τον Άγιο Κωνσταντίνο στο Κάτω Χωριό και τον στύλωσαν ωραίο κι επιβλητικό. Η σταφίδα γέμισε και πάλι τα σπίτια, τα χέρσα χωράφια με τα σπαρτά και τα καρποφόρα δέντρα ομόρφυναν όπως πριν τον τόπο τους. Το εμπόριο με τη Σμύρνη ξανάρχισε και η ζωή είχε βρει ξανά τον ήρεμο ρυθμό της, με τις καινούργιες εμπειρίες της προσφυγιάς μα και της προόδου.

Και να τώρα, μπροστά στο αδυσώπητο δίλημμα: Να τ’ αφήσουν πάλι όλα, χαμένος πάλι ο ιδρώτας και ο μόχθος, και να φύγουν, να πάρουν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς, ή να μείνουν;


Ολέθρια συμβουλή

Όντας μακριά από τα μέτωπα, δεν είχαν επίγνωση των καταστροφών, των φονικών μαχών, του ολέθρου που κάθε μάχη σκορπούσε παντού. Έτσι τους έμενε κάποια αμυδρή ελπίδα πως ίσως δεν πειραχτούν από τον Κεμάλ. Με κάποιες τέτοιες σκέψεις, ολότελα αντίθετες με την εξέλιξη του πολέμου, οι Προεστοί συμβούλεψαν να μην εγκαταλειφθεί ο πατρογονικός τόπος.

Όλοι έρμαια των Τσετών μετά την αποχώρηση του Ελληνικού Στρατού

Στο μεταξύ οι φήμες μέρα με τη μέρα προμηνούσαν τον όλεθρο. Ο τρόμος και η αγωνία συνείχε τους πάντες. Η δράση των άτακτων Τούρκων, των Τσετών, ήταν από παλιότερα γνωστή. Εκείνες τις μέρες του τρόμου και της αγωνίας, κατέφθασε στα Αλάτσατα, οπισθοχωρώντας, η οπισθοφυλακή του Ελληνικού Στρατού με τον Πλαστήρα επί κεφαλής. Το μόνο που είπε στους κατοίκους που είχαν συγκεντρωθεί στην είσοδο του χωριού ήταν ο πικρός του λόγος: «Λυπάμαι που σας αφήνουμε…».

Ήταν πια οι πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη του 1922. Ο Ελληνικός Στρατός είχε αποχωρήσει. Ο Τουρκικός Στρατός, με προπομπό τους άτακτους Τσέτες, κατέβαινε στις πόλεις και στα χωριά. Κι άρχισε το απερίγραπτο δράμα των χριστιανών.

Στις 4 του Σεπτέμβρη εισέβαλαν με πυροβολισμούς και κραυγές. Τα σπίτια αμπαρώθηκαν, ερημιά παντού. Έρμαια της μανίας των άτακτων στιφών τα πάντα. Όλοι περίμεναν τη μοίρα τους. Πολλές οικογένειες μαζεύονταν σ’ ένα σπίτι, έτσι για να μη μένουν μόνοι και με την παρηγοριά ο ένας του άλλου. Οι χτύποι στις πόρτες, οι κοντακιές και τα σπασίματα για ν’ ανοίξουν και να μπουν μέσα στα σπίτια, η χλαλοή και τα τρεχοβολητά, κατακορύφωναν το δέος και την αγωνία. Όσο μπορούσαν οι κάτοικοι να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, μάθαιναν τα όσα γίνονταν. Παντού σφαγή, βασανισμοί και βιασμοί. Όλοι έρμαια των Τσετών. Έτσι, μια παγωμένη θανατερή αναμονή πλάκωνε τις καρδιές όλων.

Και η σειρά μας ήρθε

Μαζεμένοι στο σπίτι του παππού, η οικογένεια ζούσε τον εφιάλτη της προσμονής της δικής μας δοκιμασίας. Οι Τσέτες μπαινόβγαιναν και ανεβοκατέβαιναν στα σπίτια των χριστιανών. Σκοπός τους η διαρπαγή, η λεηλασία, η σφαγή, οι βιασμοί. Το ακόρεστο πάθος κυρίαρχο και ανελέητο καταπάνω σε γέροντες, γυναίκες και παιδιά. Με αισθήματα αφόρητης αγωνίας, περίμεναν οι μεγάλοι, ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα και ο Μήτσος μας τη σειρά μας. Τα μικρά, εμείς, κουλουριασμένα, φοβισμένα και χωρίς συναίσθηση του τι μας περίμενε, το ένα κοντά στο άλλο, πιασμένα από τα φουστάνια της μάνας και της γιαγιάς. Ο πατέρας άφαντος κάπου για να γλιτώσει.

Και η σειρά μας ήρθε. Ά
γρια χτυπήματα στην αμπαρωμένη πόρτα με φοβερές φωνές. Ο μεγάλος αδελφός, ο Μήτσος, κατέβηκε και άνοιξε την πόρτα. Ήταν ο πρώτος που δοκίμασε την επιδρομή μιας ομάδας από Τσέτες. Αφού τον κοπάνισαν με τα κοντάκια των τουφεκιών τους, αγρίμια αληθινά, όρμησαν ανεβαίνοντας τις σκάλες. Άρπαξαν το γέρο παππού ζητώντας να τους δώσει χρήματα και ό,τι άλλο είχε. Συνέχεια άρπαξαν από τα μαλλιά τη γιαγιά και ζητούσαν να τους δώσει δαχτυλίδια, ρούχα και τρόφιμα. Δεν τους έφταναν ό,τι έπαιρναν. Άρχισαν να χτυπούν. Μ’ ένα γουδοχέρι πέτρινο έσπασαν το κεφάλι του παππού, συνέχισαν τα χτυπήματα στη γιαγιά, ώσπου και οι δύο τους έπεσαν αναίσθητοι. Όλοι κλαίγαμε, το μωρό στην αγκαλιά της μάνας τσίριζε. Ένας θρήνος γιόμισε το σπίτι, που εν τω μεταξύ το είχαν κάμει άνω-κάτω ψάχνοντας, ζητώντας πουγκιά και χρυσαφικά. Αγρίμια αληθινά, δεν αρκέστηκαν σε ό,τι βρήκαν και άρπαξαν.

Οι βιασμοί

Σε μια γωνιά του σπιτιού ήταν καθισμένη, έχοντας στα γόνατά της το μικρό της γιο, μια γειτόνισσα που είχε ζητήσει να μείνει μαζί μας από το φόβο που ήταν μοναχή και έρημη. Πριν από έναν μήνα είχε μάθει το θάνατο του άνδρα της που σκοτώθηκε στο μέτωπο. Είχε φορέσει ό,τι παλιόρουχα είχε κι είχε σκεπάσει το κεφάλι της με διπλό τσεμπέρι για να κρύψει το πρόσωπό της και τα χρόνια της. Πώς όμως να ξεφύγει η δύστυχη από τ’ άγρια θηρία;

Μυρίστηκαν το θήραμά τους. Κοντοστάθηκαν απέναντί της, έσκυψαν και με μιας της τράβηξαν τα τσεμπέρια από το κεφάλι. Ξεχύθηκαν τα μαύρα μαλλιά της και άστραψαν μπροστά τους τα μεγάλα μαύρα μάτια της και το ωραίο λευκό πρόσωπο. Με βία παραμέρισαν το αγόρι της και την τράβηξαν σέρνοντάς την στο διπλανό δωμάτιο. Σε λίγες στιγμές ακούσαμε τα βογκητά και τις οιμωγές της… Μια κρυάδα μ’ έναν αποτροπιασμό μας πάγωσε μικρούς και μεγάλους. Η φρίκη γιόμισε όλο το σπίτι μπροστά στο κατοπινό θέαμα της βιασμένης γυναίκας. Ένα ματωμένο κουρέλι σύρθηκε κοντά μας με σκισμένα τα ρούχα και ματωμένο όλο της το κορμί, με ασταμάτητους λυγμούς. Μάζεψε το αγόρι της και διπλώθηκε στα γόνατά της. Η γιαγιά πήγε κοντά της και με λίγο νερό της ξέπλυνε το πονεμένο της πρόσωπο.

Μα της δύστυχης δεν της έφτανε το δικό της μαρτύριο. Πάνω σ’ όλα αυτά, να κι ένας πολίτης Τούρκος. Θα ήταν έως είκοσι χρονών, ήταν από τους λίγους Τούρκους του χωριού. Χωρίς μιλιά γύρισε μια ματιά σε όλους κι ύστερα κοντοστάθηκε μπροστά στη γυναίκα που ολοφυρόταν. Έσκυψε και σήκωσε το αγόρι και κρατώντας το από το χέρι, τράβηξε κατά τη σκάλα. Η δύστυχη με το έντονο προαίσθημα του κακού για το αγόρι της, χίμηξε ν’ αρπάξει από τα χέρια του μισερού τουρκόπουλου το παιδί της. Κι ο νεαρός, πάντα στυγνός και αμίλητος, με μια κλωτσιά την ξάπλωσε στο πάτωμα κι ευθύς τραβώντας το παιδί, κατέβηκε. Λίγο πιο κάτω από το σπίτι του παππού ήταν κάτι χαλάσματα. Από το μισάνοιχτο παραθύρι έγειρε ο Μήτσος μας και είδε πως έσυρε το αγόρι μέσα σ’ εκείνα τα χαλάσματα… Δεν θα είχε περάσει μισή ώρα και το αγοράκι γύρισε κατατρομαγμένο και μέσα στα κλάματα. Εξουθενωμένο έπεσε στην αγκαλιά της βιασμένης μάνας του. Του σήκωσε τα ρουχαλάκια του κι ύστερα με λίγο νερό προσπάθησε να το συνεφέρει. Μια νεκρική σιγή σκέπασε όλο το σπίτι. Οι μεγάλοι αμίλητοι κι εμείς τα μικρά τρέμαμε ολοσούσουμα.
Οι στιγμές ήταν αβάσταχτες. Σε λίγο τα δάκρυα και οι λυγμοί μας έπνιγαν όλους, μικρούς και μεγάλους, κι ο τρόμος κυρίαρχος ως την τελευταία ικμάδα της ύπαρξής μας. Έτσι, ξημερωθήκαμε.

Δεν άργησαν πάλι τα χτυπήματα της πόρτας

Την άλλη μέρα, κι ενώ οι πυροβολισμοί και τα τρεχοβολητά δικών μας που έτρεχαν να κρυφτούν και των Τούρκων που κυνηγούσαν τα θύματά τους, ανήμποροι να κάνουμε οτιδήποτε, μιας και βρισκόμασταν στο έλεος των αιμοδιψών πάνοπλων ληστών, περιμέναμε ανυπεράσπιστοι την τύχη μας. Και δεν άργησαν πάλι τα χτυπήματα της πόρτας. Έφτασε αυτή τη φορά ένα μπουλούκι. Άρχισαν κι έψαχναν παντού, μοιράζοντας κοντακιές. Τσουβάλια με σταφίδα, τενεκέδες με πετιμέζι και τυριά, ό,τι ρούχα είχαν απομείνει από τους χτεσινούς. Βρισιές, κλωτσιές και με τις λόγχες κομμάτιαζαν τις εικόνες. Ύστερα φόρτωναν τη λεία τους κι έφευγαν, ώσπου να έρθουν άλλοι για ν’ αποσώσουν τη διαρπαγή.

Άλλοι, μη βρίσκοντας ό,τι γύρευαν, ξεσπούσαν πάνω στα κορμιά μικρών και μεγάλων. Η σαδιστική μανία τους ξεπερνούσε κάθε όριο. Έφτασαν ν’ αρπάξουν από την αγκαλιά της μάνας μας το μωρό της έξι μηνών, να το αναποδογυρίσει ο άγριος Τσέτης, να το κρατήσει ανάποδα από τα δυο του ποδαράκια και με ξεγυμνωμένο μαχαίρι να θέλει να το σχίσει στα δύο. Μπροστά στα ουρλιαχτά της μάνας κι όλων μας και στην προτροπή ενός συντρόφου του ν’ αφήσει το μωρό, το πέταξε κάτω και παίρνοντας ό,τι ρουχικό και τρόφιμα βρήκαν, βρίζοντας στη γλώσσα τους έφυγαν. Έτσι κόρεσαν τα πάθη τους τα στίφη των Τσετών. Μετά από κάθε αναχώρηση, χαμός και θρήνος.

Η θεία Γιασεμή και ο θείος ΤζώρτζηςΗ θεία Γιασεμή, η μικρή αδελφή της μάνας, ως είκοσι χρονών, λίγο ακόμα και θα έσκαζε μέσα στο αμπάρι με το σιτάρι που από την αρχή κάθε τόσο την έχωνε ο παππούς για να γλιτώσει το βιασμό. Μόλις κατέβαιναν τα μπουλούκια, ο θείος Τζώρτζης Γκίρδης, αδελφός της μάνας, που έκανε τον σφαγμένο κι ήταν ξαπλωμένος πάνω από το αμπάρι που μέσα του κρυβόταν η θεία, ανασηκωνόταν να πάρει κι αυτός αναπνοή. Ήταν σκεπασμένος μ’ ένα σεντόνι που ήταν καταματωμένο από τις πληγές που μόνος του προκάλεσε στο σώμα του. Στην τελευταία επιδρομή, μόλις έφυγαν, τράβηξε μια τάβλα πάνω από το αμπάρι, το άνοιξε για να πάρει αέρα η αδελφή του. Και μόλις ήταν καιρός, μελανιασμένη και λιγοθυμισμένη την τράβηξαν στο δωμάτιο με χίλιους φόβους. Τη δρόσισαν και πάλι ύστερα στο αμπάρι, κι από πάνω βουτηγμένος στα αίματα ο θείος Τζώρτης και σκεπασμένος με το σεντόνι.

Με το αιμάτινο αυτό καμουφλάζ ο θείος Τζώρτης περίμενε να σωθεί. Η οικογένειά του, που γλίτωσε στη Χίο, τον είχε για χαμένο. Τελικά ανταμώθηκαν, όταν γύρισε από την αιχμαλωσία, από την όποια όμως δεν κατάφερε να γλιτώσει.

Οι χτύποι και τα τρεχοβολητά στους δρόμους, από τους κυνηγημένους κι από τις ομάδες των Τσετών, μας έκαναν όλους να τρέμουμε από το φόβο. Αυτοί οι χτύποι σημάδεψαν τα παιδικά μας και τα εφηβικά μας χρόνια. Κατοπινά, κι ύστερα ακόμα από μερικά χρόνια οι χτύποι στις πόρτες τη νύχτα, θες από τους αέρηδες ή από τους γειτόνους και τους επισκέπτες, ζωντάνευαν τις φριχτές ώρες της αγωνίας και του τρόμου. Και στον ύπνο πάντα ο εφιάλτης του απάνθρωπου Τσέτη.

Έφυγαν οι Τσέτες, ήρθε ο Τουρκικός Στρατός και η αιχμαλωσία

Το μαρτύριο της επιδρομής των Τσετών, με τους ξυλοδαρμούς, τις λεηλασίες και τους βιασμούς, κράτησε πέντε ολόκληρα μερόνυχτα. Κι αφού πια είχαν κορέσει κάθε ταπεινό τους ένστιχτο, τα άταχτα μπουλούκια τους τραβήχτηκαν σε άλλους τόπους για να συνεχίσουν το μισερό τους έργο.

Θα ‘ταν η 10 του Σεπτέμβρη, όταν μπήκαν στα Αλάτσατα τμήματα του Τούρκικου Στρατού. Η πρώτη διαταγή τους ήταν να παρουσιαστούν όλοι οι άντρες από 18 χρονών μέχρι 60. Έτσι μάζεψαν όλους, όσους δεν είχαν καταφέρει να φύγουν. Ανάμεσά τους ο Δημητρός μας, ο θείος Τζώρτζης, που γλίτωσε την κακοποίηση χάρη στο ματωμένο σεντόνι με το οποίο είχε κουκουλωθεί, όχι όμως και την αιχμαλωσία, οι δύο θείοι Γιαννακός και Δημήτρης Κακογιάννης κι άλλοι πολλοί φίλοι και συγγενείς της οικογένειας. Ο πατέρας από κεραμίδι σε κεραμίδι είχε ξεφύγει στην αρχή από τους Τσέτες, μα δεν ξαναφάνηκε ποτέ πια. Κάπου άφησε το κορμί του. Ποιός ξέρει πώς. Πάντως ανάμεσα στους αιχμαλώτους Αλατσατιανούς δεν ήταν.

Σε μακρινές σειρές, χωρίς να μπορέσουν να πάρουν τίποτα μαζί τους, πήραν το δρόμο της αιχμαλωσίας μαζί με τους άντρες άλλων χωριών και πόλεων της Μικρασίας. Από τη Σμύρνη που έφτασαν, τράβηξαν ως τα βάθη της Ανατολής. Η αιχμαλωσία με ανείπωτα μαρτύρια διάρκεσε δύο και πλέον χρόνια. Όσοι μπόρεσαν κι επέζησαν, γύρισαν στην Ελλάδα. Μα αυτοί ήταν πολύ λίγοι. Οι πολλοί περισσότεροι άφησαν τα κόκαλά τους στους κάμπους και στις ερημιές της Μικρασίας.

Η αρχή της προσφυγιάς

Αφού μάζεψαν τους άντρες, με άλλη διαταγή όλα τα γυναικόπαιδα μαζί με τους ηλικιωμένους έπρεπε να μαζευτούμε στις εκκλησίες και ιδίως στη μεγάλη εκκλησία Εισοδίων της Θεοτόκου. Εκεί, στο προαύλιο της εκκλησίας ήταν ένα πηγάδι. Οι φήμες λένε ότι έπεσαν μέσα για να γλιτώσουν το βιασμό από τους Τούρκους πολλές νέες. Η μάνα με το μωρό της στην αγκαλιά και με μια σκεπασμένη εικόνα της Υπαπαντής, που δεν την αποχωρίστηκε σε όλες τις μέρες της δοκιμασίας, κρύβοντάς την κατά τις επιδρομές των Τσετών, μας μάζεψε σε μια γωνιά. Η δύσμοιρη, μονάχη, χωρίς τον νοικοκύρη της, χωρίς τον μεγάλο αδερφό, με τέσσερα παιδιά από έξι μηνών έως δώδεκα χρονών. Όλη τη νύχτα βαριαναστέναζε κι έκλαιγε σιωπηλά. Σαν σταματούσαν τα δάκρυα, ένωνε μαζί με τις άλλες γυναίκες και μανάδες τις προσευχές της. Έτσι ξενυχτήσαμε τα γυναικόπαιδα δυο βραδιές. Την άλλη μέρα, νηστικούς και πεινασμένους, μας ξεσήκωσαν για τον Τσεσμέ, όπως ήμασταν, χωρίς να πάρει κανείς τίποτα μαζί του. Πολλοί γυμνοί και ξυπόλητοι ξεκίνησαν. Οι μεγάλοι κατάλαβαν πως οδηγούμασταν στην προσφυγιά.

Θυμάμαι που φεύγοντας για τον Τσεσμέ περάσαμε μπροστά από το σπίτι μας, που ήταν στον κεντρικό δρόμο. Η πόρτα του ισογείου ήταν ανοιχτή. Η μάνα γύρισε και κοίταξε, θυμάμαι. Το ίδιο κι εγώ. Είδαμε το μαξούλι της χρονιάς, το σωρό της ψιλόροης σταφίδας που ήταν μαζεμένη εκεί μπροστά να την τσουβαλιάζουν οι Τούρκοι. Η μάνα δεν κρατήθηκε, κοντοστάθηκε, κοίταξε για μια στιγμή με πίκρα και για τελευταία φορά το σπίτι μας και συνέχισε ύστερα από την προσταγή του στρατιώτη που βάδιζε παράπλευρά μας. Τα δάκρυα την είχαν πνίξει. Θρήνος για τον χαμένο πατέρα, για τον αιχμάλωτο γιο, για ό,τι αφήναμε, σπίτι και πατρίδα.


Ο δρόμος για τον Τσεσμέ και μετά στο άγνωστο

Μαζεμένα πλάι της και πιασμένα από τη φούστα της, συνεχίσαμε, κάτω απ’ τον καυτό ήλιο εκείνων των πρώτων ημερών του Σεπτέμβρη, το δρόμο για τον Τσεσμέ. Πεινασμένοι, ρακένδυτοι, άυπνοι, συντρίμμια, σερνόμασταν. Η μάνα δεν είχε αποχωριστεί από τις πρώτες μέρες της συμφοράς την κάπως μεγάλη εικόνα της Υπαπαντής που είχαμε στο εικονοστάσι του σπιτιού μας. Την είχε σκεπάσει μ’ ένα τραπεζομάντιλο και τη φύλαγε όλες εκείνες τις μέρες, έχοντάς την κρυμμένη πότε εδώ και πότε εκεί. Την είχε σαν τα μάτια της. Όσο είχε την έγνοια για μας, άλλο τόσο και για την Παναγιά. Κι όσο ήμασταν στο σπίτι του παππού κι ύστερα στην εκκλησιά κλεισμένοι, δεν έδινε βάρος για τη φύλαξή της. Τώρα όμως στην πορεία, ήταν δύσκολο το έργο της μάνας. Είχε στην αγκαλιά το μωρό, τη μικρή μας αδελφούλα, μαζί και την εικόνα. Ο δρόμος μακρύς και η κούραση έλυνε τα γόνατα. Όταν πια είχε αποκάμει από την κούραση, κοντοστάθηκε. Δίνει στο πιο μεγάλο αδέρφι, τον Γιαννάκη μας, να κρατήσει για λίγο το μωρό κι εκείνη γρήγορα-γρήγορα σκύβει και απιθώνει τη σκεπασμένη εικόνα στο πλαϊνό χαντάκι. Γονατίζει, σταυροκοπιέται και την ασπάζεται. Τη σκεπάζει όσο πιο καλά γίνεται κι ύστερα με δακρυσμένα μάτια, ολολύζοντας σα να ‘χε απέναντί της την ίδια την Παναγιά, μονολογάει: «Παναγιά μου, συγχώρεσέ με, ή το παιδί μου πρέπει ν’ αφήσω ή Εσένα». Ξανάκανε το σταυρό της, ξαναπήρε το μωρό στην αγκαλιά της και συνεχίσαμε το δρόμο.

Ύστερα από μια κουραστική πορεία τριών και πλέον ωρών, διψασμένοι, κατάκοποι και με ματωμένα τα πόδια, φτάσαμε στον Τσεσμέ. Μας μάζεψαν στις εκκλησίες. Το δικό μας μπουλούκι το σπρώξανε στον πολιούχο του Τσεσμέ, τον Άγιο Χαράλαμπο. Εκεί που μας πήγαιναν, πριν μπούμε στην εκκλησιά, είδα χάμω στα βοτσαλάκια ένα μικρούτσικο βιβλιαράκι μ’ ένα σταυρό ζωγραφισμένο στο εξώφυλλό του. Έσκυψα το πήρα και το έχωσα στην τσέπη μου. Ήταν μια ιερή σύνοψη. Θυμάμαι αργότερα στη Μυτιλήνη, σημείωσα στο τελευταίο λευκό φύλλο του: «Ιερό ενθύμιο των αλησμόνητων ημερών του διωγμού μας, 12 Σεπτεμβρίου 1922» και το όνομά μου από κάτω. Αυτό το μικρό ενθύμιο το έχω πάντα στη βιβλιοθήκη μου. Ξεφυλλίζοντάς το, να μπροστά μου μια-μια οι φοβερές κι αξέχαστες εκείνες ημέρες.

Μυτιλήνη – Σάμος και η απαρηγόρητη μάνα

Μα να, ύστερα από ένα ταξίδι μιας ημέρας, μας έβγαλαν σε μια προκυμαία. Ήμασταν στη Μυτιλήνη. Όλη την οικογένεια μας πήγαν σ’ ένα στάβλο. Θυμάμαι τις αγελάδες που ήταν αραδιασμένες και αναμασούσαν την τροφή τους. Όσο κι αν οι μεγάλοι ένοιωθαν άβολα, όμως η λύτρωση από τους Τσέτες ήταν η πιο μεγάλη ανακούφιση.

Οι φοβερές νύχτες με τις θυμίσεις των Τσετών και οι μέρες αγωνίας

Εκείνες τις πρώτες νύχτες ο ύπνος δεν μας έπαιρνε. Ήταν φοβερές, σαν να ξαναζούσαμε τα όσα μαρτύρια ζήσαμε πριν από λίγες μέρες. Η έντονη και έμμονη θύμησή τους μας έριχναν σε μια αβάσταχτη θλίψη που κορυφωνόταν με το ασίγαστο κλάμα της μάνας. Οι νύχτες ήταν φοβερές. Οι δυνατοί άνεμοι χτυπούσαν μέρα-νύχτα τις ξεχαρβαλωμένες πόρτες και τα παραθύρια. Τις νύχτες ήταν που ολοζώντανες οι μνήμες ξανάφερναν μπροστά μας τους Τσέτες, τη δύστυχη γειτόνισσα με το μικρό της γιο, τους ξυλοδαρμούς του παππού, της γιαγιάς, της μάνας με το μωρό που θέλησαν να σφάξουν. Κάθε κτύπος στις πόρτες και στα παράθυρα απ’ τους αέρηδες μάς ανατάραζε όλους, μικρούς και μεγάλους. Σα να ήταν ν’ ανεβούν οι Τσέτες. Κατατρομαγμένα, ιδίως εμείς τα μικρά, ζαρώναμε το ένα πάνω στο άλλο. Όλα μα όλα όσα ζήσαμε, τα ξαναζούσαμε. Ήταν τόσο ζωντανές στη φαντασία μας όλες εκείνες οι σκηνές, οι βασανισμοί, ο βιασμός κι ο θρήνος, το αλαφιασμένο βλέμμα και τα δάκρυα του μικρού που τρέμοντας έπεσε στην αγκαλιά της πονεμένης μάνας του σαν γύρισε από τα χαλάσματα, η θέα της πρησμένης μέσα στο αμπάρι θείας Γιασεμής, το ματωμένο σεντόνι που σκέπαζε το θείο Τζώρτζη.

Οι μέρες περνούσαν χωρίς να ξέρουμε πού θα εγκατασταθούμε και τι θ’ απογίνουμε. Τα λιγοστά τρόφιμα που μας χορηγούσαν και η ευσπλαχνία που έδειχναν οι Καρλοβασίτες, δεν έφταναν να καλύψουν τις ανάγκες μας. Πάσχιζαν ο παππούς, η γιαγιά, η μάνα πηγαίνοντας στο Καρλόβασι να μάθουν τι μας μέλλεται, αν θα μέναμε, αν θα φεύγαμε πάλι και προς πού. Κι ακόμα αν μπορούσαν να δουλέψουν πουθενά για να συντηρηθούμε. Όμως ο τόπος ήταν μικρός και δουλειές δεν υπήρχαν. Έτσι στερημένα περνούσε εκείνος ο καιρός. Και σα να μην έφτανε η τόση δυστυχία μας, είχαμε γίνει και αντικείμενα περιέργειας. Κάθε τόσο μας έρχονταν περίεργοι επισκέπτες, ιδίως μερικοί νεαροί να δουν τους πρόσφυγες και πρώτα-πρώτα τις προσφυγοπούλες. Ανάμεσα στους επισκέπτες και κάποτε-κάποτε μερικοί που έρχονταν μας έφερναν ό,τι μπορούσαν για να μας βοηθήσουν.

Μετά από δυο μήνες περίπου, παραχώρησε η Κοινότητα στην οικογένειά μας ένα δωμάτιο σ’ ένα ερειπωμένο κι ακατοίκητο σπίτι στον Όρμο, κοντά στη θάλασσα, για να κατοικήσουμε. Τον παππού κάπου εκεί στα πευκάκια. Μια ξυλένια σκάλα, ξεχαρβαλωμένη, ήταν ένας κίνδυνος για μας τα παιδιά. Έτσι η μάνα μας κρατούσε όσο μπορούσε στο δωμάτιο, και μόνο για τις ανάγκες μας μάς άφηνε να πάμε εκεί κοντά σ’ ένα χωράφι, είτε έβρεχε, είτε χιόνιζε.

Οι δάσκαλοι θυμάμαι με είδαν με στοργή. Καλοί και πονετικοί για το προσφυγάκι. Και δεν άργησαν οι φιλίες που πράυναν και μαλάκωναν τον πόνο και την τόση δυστυχία. Όμως οι καημοί κι ο αβάσταχτος πόνος της μάνας, οι κάθε λογής στερήσεις, ήταν το καθημερινό βίωμα εκείνου του καιρού της προσφυγιάς. Αχ, έλεγε και ξανάλεγε, να όψονται οι αίτιοι.

Ο γυρισμός του Δημήτρη

Κατά το τέλος του 1924, γύρισε από την αιχμαλωσία ο Δημήτρης μας. Ευτυχώς γύρισε γερός. Μέρες και νύχτες μάς ιστορούσε το τι πέρασε αυτός και χιλιάδες Μικρασιάτες αιχμάλωτοι. Η μάνα το πρώτο που τον ρώτησε, ήταν αν συνάντησε ή αν άκουσε τίποτα για τον πατέρα μας. Ο αδελφός μου γυρίζοντας από την αιχμαλωσία, περίμενε πως θα εύρισκε τον πατέρα μαζί μας. Ούτε είχε μάθει, ούτε είχε ακούσει τίποτε, γι’ αυτό και περίμενε να τον βρει μαζί μας. Τότε κατάλαβε πως εκείνες τις μέρες της επιδρομής των Τσετών χάθηκε, όπως χάθηκαν και τα αδέρφια του, οι θείοι μας, Γιάννης και Δημητρός…

Κι άρχισε να μας διηγείται τις ατέλειωτες ιστορίες της φοβερής εκείνης αιχμαλωσίας. Τις ολοήμερες πορείες, το γδύσιμο από τα ρούχα και τα παπούτσια τους. Το σχίσιμο, το γδάρσιμο των ποδιών, την αφόρητη καθημερινή πείνα και δίψα. Και κει στο δρόμο του Γολγοθά τους, κάθε τόσο κι αραίωνε η φάλαγγά τους από όσους έμεναν πίσω, που δεν τους ξανάβλεπαν. Η άφατη, η απέραντη αγωνία όταν ξεδιάλεγαν οι Τούρκοι χωρικοί όσους ήθελαν για να κορέσουν το μίσος τους, ήταν μια καθημερινή δοκιμασία που τους παρέλυε. Τα τσουβάλια, που ήταν το κοινό ρούχο όλων των αιχμαλώτων, γιομάτο από την ψείρα, κι από το χτύπημά τους με την πέτρα για να λυτρωθούν από το μαρτύριό της, είχε καταντήσει ένας σκληρός κετσές που σκέπαζε χειμώνα-καλοκαίρι το βασανισμένο κορμί. Το ξεθέωμα στους δρόμους, μέσα στο χιόνι το χειμώνα και κάτω από το λιοπύρι το καλοκαίρι, με το σπάσιμο της πέτρας για χαλίκι. Το ξεφόρτωμα από τα τραίνα των τσουβαλιών με λογής-λογής περιεχόμενο. Την καθημερινή εξάντληση κι από πάνω το μαστίγωμα για όσους έπεφταν λιπόθυμοι.

Τα Τουρκιά στο Αξάρι, στο Ικόνιο, στο Αϊδίνι που μαζεύονταν στο πέρασμα των αιχμαλώτων κι ο καταβασανισμός τους με πετροβολητό, με φτυσίματα, με ξυλοδαρμούς, κι ακόμα οι σκοτωμοί εκεί στις ξέρες που τους τραβούσαν. Για τις αρρώστιες; Πως τους θέριζε η δυσεντερία κι ο τύφος. Πως όσοι αρρώσταιναν έμεναν στο δρόμο όπου τους αποτελείωναν. Για το μαρτύριο της δίψας μέσα στο κατακαλόκαιρο, που δεν τους άφηναν περνώντας από πηγές να πιουν νερό και πως τους άφηναν να πέφτουν στα βαλτονέρια κι ύστερα οι θανατεροί πόνοι της κοιλιάς, ο τύφος και στο τέλος ο μαρτυρικός θάνατος. Η καθημερινή πίκρα για το χάσιμο των συντρόφων που άφηναν το κουφάρι των για βορά στα όρνια και στα τσακάλια.

Μία δίχρονη βασανιστική πορεία χωρίς καμιά προσωπικότητα, ένα ασκέρι μισόγυμνων βασανισμένων ανθρώπων. Κι ήταν θείο δώρο όταν Τούρκοι χωρικοί ξεδιάλεγαν όσους ήθελαν για να τους πάρουν για δουλείες και αγγαρείες. Κι όταν κάθε τόσο σταματούσαν τα κοπάδια αυτών των ανθρώπων που σέρνονταν χωρίς κανένα οίκτο για να σπάνε το χαλίκι, για να ξεφορτώνουν και να κουβαλούν φορτία ολόκληρα στις πλάτες, να, κατέφθαναν οι αχόρταγοι κανίβαλοι Τσέτες κι οι Εφέδες τους, εκεί στους υπαίθριους καταυλισμούς, περικύκλωναν τη φάλαγγα και ορμούσαν στο πανάθλιο πλήθος των αιχμαλώτων χριστιανών.

Δεν ήθελαν μόνο να σκοτώσουν, ήθελαν να βασανίσουν, ήθελαν ακόμα να εκτονωθούν πάνω στα βασανισμένα κορμιά, να κορέσουν τα πάθη των. Κι όσες γυναίκες έτυχε να συμπορεύονται με τους άνδρες των και τα παιδιά τους, αφού τις βίαζαν μπροστά τους, στο τέλος τις ξεκοίλιαζαν. Μέσα στις κοπριές των ζώων χωμένοι, προσπαθούσαν να ζεστάνουν τα κορμιά τους.

Ναι, διαβάζοντας ύστερα από χρόνια το «Νούμερο 31328» του Ηλία Βενέζη, ήταν σαν μία επανάληψη των όσων ο αδελφός μας εξιστορούσε εκείνες τις πρώτες μα και τις κατοπινές ημέρες. Σελίδες ολόκληρες δεν παράλλαζαν από τις αφηγήσεις του αδελφού. Στο τέλος κάθε αφήγησης η μάνα αναστέναζε κι ανέβαινε στα χείλη της το χιλιοειπωμένο: Ας όψονται οι αίτιοι.

Σάμος – Αγρίνιο ...
και ο χαμός του 14άχρονου αδελφού

Όλα πια είχαν τελειώσει. Κι ο πατέρας ουσιαστικά χαμένος κι ο αδελφός κοντά μας, ευτυχώς γερός. Η προσφυγιά έχει τους δικούς της νόμους. Ν’ αποζητά ο ξεριζωμένος από τον πατρογονικό τόπο του να ριζοβολήσει για να ξαναστεριώσει με όσα δεινά κι αν πέρασε. Το πρόβλημα της επιβίωσης αμείλιχτο για μία οικογένεια με τέσσερα ανήλικα, χωρίς σπίτι, χωρίς κανένα πόρο, χωρίς γνωστούς και φίλους, ξένοι και πάρα πολλές φορές χωρίς καμία κατανόηση ή και συμπαράσταση σε αυτή τη δοκιμασία από τους συνανθρώπους τους.

Γι’ αυτό κι η προσφυγιά μάς οδήγησε, χωρίς να ξέρουμε πού πάμε, σε άλλους τόπους. Κι ο μεγάλος αδελφός, που γύρισε από τη δίχρονη θανατερή πορεία ως τα βάθη της Μικρασίας, να τώρα, μοναδικός προστάτης της απορφανισμένης οικογένειάς μας.

Έτσι αφήσαμε τη Σάμο. Μαζί με άλλες οικογένειες, ένα καραβάνι πάμπτωχο κι ορφανεμένο, με κατάληξη εκεί, στο Αγρίνιο, όπου, όπως έλεγαν, στις καπναποθήκες δούλευε πολύς κόσμος. Τον τελευταίο καιρό στο Καρλόβασι, το μεγαλύτερο από μένα αδελφάκι η μάνα το ‘χε βάλει σε μία οικογένεια σαν παραγιό. Το καημένο, αδύνατο όπως όλοι μας, δουλεύοντας μέρα-νύχτα στο σπίτι και στο καφενείο του αφεντικού για ένα πιάτο φαΐ, είχε καταντήσει φυματικό, χωρίς κανένας να το πάρει είδηση. Σ’ ένα χρόνο ύστερα από το φευγιό μας από τη Σάμο, η δύστυχη μάνα το πήρε και το πήγε στην Αθήνα, όπου το έβαλε για νοσηλεία στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο. Ολομόναχη, χωρίς καμία βοήθεια, έμεινε κοντά του όσες μέρες έζησε. Η καλπάζουσα το είχε σακατέψει το άμοιρο. Μονάχη της του έκλεισε τα μάτια και ολομόναχη το ‘θαψε κάπου σ’ ένα νεκροταφείο της Αθήνας. Μονάχη της, χωρίς την παρηγοριά κανενός, το αγοράκι της, 14 μόλις χρονών. Η δύστυχη μάνα, τσακισμένη, γύρισε πάνω στο μήνα. Πού τη βρήκε εκείνη τη δύναμη να σταθεί ολόρθη για να μπορέσει να διαφεντέψει μια ορφανεμένη οικογένεια, να μεγαλώσει τρία ανήλικα, με μοναδική βοήθεια το μεροκάματο στην καπναποθήκη του μεγάλου αδελφού;

Καινούργια ζωή… με τη θλιβερή επέτειο

Ως εδώ τα παιδικά χρόνια. Μια καινούργια ζωή άρχιζε. Πικρή, πολύ πικρή η προσφυγιά. Η ορφάνια, η μεγάλη φτώχια, η στερημένη ζωή, σημάδευε τα παιδικά και τα πρώτα εφηβικά χρόνια. Οι μνήμες βαθιά ριζωμένες, ένα με την ύπαρξη των κατατρεγμένων προσφύγων. Η αναπόληση των όσων δεινών, ένα καθημερινό βίωμα εκείνα τα πρώτα χρόνια. Μα και τα κατοπινά. Ένας ολόκληρος κόσμος, χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες καταβασανισμένες οικογένειες ζούσαν την προσφυγιά, κατασπαρμένες σε όλη την Ελλάδα, που όμως ταυτόχρονα πορεύονταν μιαν άλλη καινούργια ζωή.

Και κάθε χρόνο, η θλιβερή επέτειος που φέρνει στο νου τις αναλλοίωτες φοβερές μνήμες, που ασίγαστες, άφθαρτες, πάντα ζωντανές, μας φέρνουν κοντά στα όσα έζησε εκεί, στην πανέμορφη Ιωνία, ένας ολόκληρος κόσμος.


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Θανάσης Κακογιάννης


Ο Θανάσης Κακογιάννης γεννήθηκε το 1914 στα Αλάτσατα, πόλη της Ερυθραίας χερσονήσου Μικράς Ασίας κι έζησε και τους δύο διωγμούς των Ελλήνων, της Ιωνίας το 1914 και του όλου ελληνικού πληθυσμού, το 1922. Το 1914 λαμβάνει χώρα ο πρώτος διωγμός των Ελλήνων της περιοχής. Η οικογένεια για πρώτη φορά επαναπατρίζεται και εγκαθίσταται στο Αγρίνιο σε σπίτι παρόδου της οδού Δαγκλή. Το 3918-19 η οικογένεια επιστρέφει στα Αλάτσατα και μετά το 1922 και το θάνατο του πατέρα (σκοτώθηκε από τους Τούρκους) για δεύτερη φορά εγκαθίσταται πάλι στοΑγρίνιο σε πάροδο της οδού Αγίου Χριστόφορου. Στην προσφυγιά η πολυμελής του οικογένεια, απορφανισμένη, μετά το χαμό του πατέρα του από τους Τούρκους, κατέφυγε στο Καρλόβασι της 2άμου και μετά την επιστροφή του μεγαλύτερου αδελφού από την αιχμαλωσία, η οικογένεια με άλλες μαζί κατέφυγε στο Αγρίνιο για μια πιο υποφερτή εγκατάσταση. Στο Αγρίνιο αποφοίτησε από το Γυμνάσιο και αργότερα εισήχθη στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Στον Αλβανικό Πόλεμο υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός στον Ε' Όρχο Μηχανικού. Το 1942 πήρε το πτυχίο του και άρχισε να δικηγορεί στο Αγρίνιο. Κατά την περίοδο της Κατοχής έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ και τον Μάιο του 1944 εκλέχτηκε Εθνοσύμβουλος Αγρινίου και έλαβε μέρος στις εργασίες του Εθνικού Συμβουλίου στους Κορυσχάδες Ευρυ­τανίας.

Μετά την απελευθέρωση του Αγρινίου από τους Γερμανούς και το Τάγμα Ασφαλείας ορίστηκε, και αργότερα, εκλέχθηκε Δήμαρχος της πόλης. Υπηρέτησε στην Αυτοδιοίκηση του Δήμου από τις 14 Σεπτεμβρίου 1944 ως τις 31 Μαρτίου 1945. 

Στη συνέχεια άσκησε τη δικηγορία μέχρι τα μέσα Ιουλίου 1946, οπότε συνελήφθη κι εκτοπίστηκε στην Άνδρο, Ικαρία και Μακρόνησο, από όπου μετακομίσθηκε στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο στις 29 Μαΐου 1950, και στη συνέχεια εγκλείσθηκε μαζί με άλλους δέκα εξόριστους από τη Μακρόνησο στο δημόσιο Ψυχιατρείο (Δαφνί). Τελικά με την υπ' αριθμό 21 απόφαση της 7.12.1951 της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Ασφαλείας Αττικής έπαυσε οριστικά η εκτόπιση του. Έκτοτε άσκησε τη δικηγορία στην Αθήνα μέχρι τον Μάιο 1958 οπότε εκλέχθηκε Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας του κόμματος της ΕΔΑ, επανεκλέχθηκε δε στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 1963. Τις πρώτες μέρες της δικτατορίας συνελήφθη και καταδιώχθηκε. Από το 1974 μέχρι το 1983 δικηγορούσε στην Αθήνα. Είχε δυο αδελφές και ένα αδελφό ο οποίος εξελίχθηκε σε ικανότατο στέλεχος των καπναποθηκών Παναγοπούλου. Παντρεύτηκε την Αντιγόνη Κυριάκου - Τσίτση. Ο πατέρας της ήταν βορειοηπειρωτικής καταγωγής και η μητέρα της από την Κωνσταντινούπολη. Απέκτησαν μία κόρη, την Εύα. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ασχολήθηκε με την ιστορική συγγραφή.

Ο συγγραφέας, πολιτικός και άνθρωπος θ. Κακογιάννης αφήνει την τελευταία του πνοή στις 1-5-2002 και κηδεύτηκε στις 2-5-2002 στο Παλαιό Φάληρο αφήνοντας μία ισχυρή παρακαταθήκη στις νεώτερες γενιές ήθους και εντιμότητας.





Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

25η Μαρτίου 1943… στο Αγρίνιο


Τη μέρα αυτή έγινε στο Αγρίνιο η κορυφαία αντικατοχική εκδήλωση, που δεν γνωρίζουμε να είχε γίνει παρόμοια αλλού, με τόση περιφρόνηση του κατακτητή.
Η Επιτροπή Πόλης του ΕΑΜ είχε αποφασίσει να γιορτασθεί η επέτειος της Εθνικής Ανεξαρτησίας με παλλαϊκή εκδήλωση στην Ιταλοκρατούμενη πόλη του Αγρινίου. Το πρόγραμμα προέβλεπε το κλείσιμο των καταστημάτων, την αποχή όλων από κάθε εργασία και την συγκέντρωση της νεολαίας και του Αγρινιώτικου λαού στην πλατεία Στράτου. Από ‘κει, όλοι μαζί θα πορεύονταν προς το πάρκο, για να στεφανωθεί η στήλη των πεσόντων, η οποία ήταν στημένη εκεί, στην είσοδό του.
Ήταν μία παράτολμη απόφαση. Η Ιταλική Διοίκηση που είχε πληροφορηθεί τις προθέσεις και τα σχέδια της οργάνωσης. Με διαταγή της η οποία τοιχοκολλήθηκε, απειλούσε ότι θα χρησιμοποιήσει τα όπλα προς αντιμετώπιση κάθε «αναρχικής», όπως την χαρακτήριζε, εκδήλωσης. Πύκνωσε λοιπόν τις περιπόλους στην πόλη.
Για τους Ιταλούς, βέβαια, η 25η Μαρτίου ήταν μία συνηθισμένη μέρα, σαν όλες τις άλλες.
Όμως ο ανυπότακτος λαός του Αγρινίου δεν πτοήθηκε.
Το πρωί της 25ης, οι καταστηματάρχες της πόλης κατέβασαν τα ρολά των καταστημάτων τους και κατευθύνθηκαν  στην πλατεία Στράτου, η οποία ήταν γεμάτη ασφυκτικά από κόσμο. Και ακολούθησε η πιο συγκλονιστική αντιστασιακή εκδήλωση μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Ιταλών.
Άρχισαν να ανεβαίνουν την οδό Παπαστράτου προς το πάρκο και όταν έφτασαν μπροστά στην στήλη των πεσόντων, ένας εργάτης, ο Τάσος Πετρίδης, σε μία σύντομη ομιλία αναφέρθηκε στο νόημα της ημέρας και στη συνέχεια στεφάνωσε την στήλη.
Και οι Ιταλοί;
Βλέποντας  την αποφασιστικότητα των Αγρινιωτών, παραμέριζαν, έπιαναν τα πεζοδρόμια και άφηναν χώρο να περάσει η πορεία.

Παράνομο φύλλο εφημερίδας "Φλόγα"
Ημερομηνία έκδοσης 25 Μαρτίου 1944
Εκδιδόταν στο Μεσολόγγι
ΠΗΓΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Μνήμες και Σελίδες της Εθνικής Αντίστασης
του Θανάση Κακογιάννη.



Στο Μεσολόγγι, την παραμονή της 25ης Μαρτίου του 1943, νέοι και νέες της πόλης έγραψαν συνθήματα στους τοίχους κατά των κατακτητών και ανήμερα της 25ης Μαρτίου, κατά την ώρα της θείας λειτουργίας στον μητροπολιτικό ναό του Μεσολογγίου, κοπέλες της ΕΠΟΝ ανέβηκαν στον γυναικωνίτη και μόλις οι ιερείς είπαν τις τελευταίες λέξεις, πέταξαν στο εκκλησίασμα μικρά χαρτάκια με απελευθερωτικά μηνύματα. Μέσα στην σύγχυση που δημιουργήθηκε, έφυγαν και καμμία δεν συνελήφθη.

Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Αγρίνιο… Στου καπνού τα βήματα


Το παρακάτω βίντεο βραβεύτηκε, παίρνοντας το 3ο βραβείο, στον Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Ιστορικού Ντοκιμαντέρ, με τίτλο: "Προσεγγίζουμε κριτικά το παρελθόν"


Μουσικό Γυμνάσιο – Λ. Τ. Αγρινίου

Διοργάνωση:
Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Ιστορική Έρευνα, Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες» του Ιονίου Πανεπιστημίου
Νέα Παιδεία
ΕΡΤ

Χορηγοί:
Ίδρυμα "Μιχάλης Κακογιάννης"
Εκδόσεις Μεταίχμιο
Studio Wayfarer

video



Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Δευτέρα, 3 Νοεμβρίου 2014

Γ.Ε.Α. Τμήμα Μπάσκετ




Κατασκευή του παλιού γηπέδου της ΓΕΑ,
στην σημερινή Πλατεία Δημάδη
Μέχρι το 1956, το μπάσκετ στο Αγρίνιο, παιζόταν σε παρεΐστικο επίπεδο από μερικούς ρομαντικούς νεαρούς. 
Σε έναν χώρο που τους είχε παραχωρηθεί από τον Νίκο Γράψα, εκεί ψηλά στην οδό Παπαστράτου 77, στον χώρο που αργότερα έγινε ο καλοκαιρινός κινηματογράφος «Πάνθεον».Έναν χώρο που τον είχαν διαμορφώσει μόνοι τους αυτοί οι νεαροί Αγρινιώτες. Λάκης Μπουρλάς, Λάκης Ζούρκας, Νώντας Γιάγκας, Κώστας Ταμπάκης, Κώστας Σαξάμης, Θάνος Σωχωρίτης, Βαγγέλης Κρικοχωρίτης, Κώστας Ζήνας, Δήμος Φαρμάκης προπονούνται σ’ αυτό το γηπεδάκι και καταφέρνουν να ενταχθούν στο περιφερειακό πρωτάθλημα και να παίζουν με πατρινές ομάδες.

Κατασκευή του παλιού γηπέδου της Γ.Ε.Α.,
στην σημερινή Πλατεία Δημάδη

Μετά από 4-5 χρόνια, μία επιτροπή της ΓΕΑ, ζήτησε από τον τότε δήμαρχο Παπαϊωάννου, τον χώρο του παλιού νοσοκομείου (στην σημερινή πλατεία Δημάδη) για να φτιάξουν εκεί το γήπεδο μπάσκετ της ΓΕΑ. Για την κατασκευή του δαπανήθηκε τότε το καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 100.000 δρχ.

Κατασκευή του παλιού γηπέδου της Γ.Ε.Α.,
στην σημερινή Πλατεία Δημάδη
Κατασκευή του παλιού γηπέδου της Γ.Ε.Α.,
στην σημερινή Πλατεία Δημάδη
Σπουδαίοι παίχτες πέρασαν από το γηπεδάκι αυτό της ΓΕΑ.
Βασίλης και Κώστας Νικάκης, Δημήτρης Τσιρώνης, Χρήστος Σερλεμές, Ηλίας Μάμαλης, Θανάσης Κατσούπης, Νίκος Πετρούλας, Γιώργος Γρηγορόπουλος, Στάθης Τσούκαλος, Χρήστος Τσιράνοβιτς, Δήμος Φαρμάκης, Γιώργος Παντελίδης, Χρήστος Πανάς, Λεωνίδας Ταμπάκης, Γιώργος Τάτσης, Σωτήρης Σταθόπουλος….

Το παλιό γήπεδο της Γ.Ε.Α. στην σημερινή Πλατεία Δημάδη



Αγώνας Μπάσκετ, την δεκαετία του '60




Όλοι αυτοί έδωσαν την σκυτάλη σε εξίσου σπουδαίους παίχτες. 
Να θυμηθούμε….Ναούμης Βασίλης, Γεράσιμος Καρατάσος, Νίκος Σώκος, Τάκης Καρατσώρης, Θανάσης Παπαθανασόπουλος, Γιώργος Μαργαρίτης, Λάζαρος Αραχωβίτης, Ηλίας Τσιαντής, Θόδωρος Σταυροθανάσης, Γρηγόρης Σερέτης, Χαραλ. Αϋφαντόπουλος, Πάνος Λιόκαυτος (Ντούλης), Νίκος Λιόκαυτος, Κώστας Κολοβός, Βασίλης Θεοδωρόπουλος, Γιώργος Μήτσου, Δημήτρης Μήτσου, Πάνος Ταμπάκης, Δημήτρης Γράψας, Γιάννης Γράψας, Τάσος Σωτηρακόπουλος, Δημήτρης Μπώκος, Θωμάς Παππάς, Κώστας Μητσοστέργιος, Κώστας Δεληγιάννης, Πάνος Τσιμπάκης, Θόδωρος Καββαδίας και τόσοι άλλοι…. 

Αναμνηστική φωτογραφία, μετά από νικηφόρο αγώνα.
Διακρίνονται: Μ. Βογιατζής, Κ. Νικάκης, Μ. Καρατάσος,
Τ. Τσιρώνης, Π. Λιόκαυτος, Σερλεμές, Π. Τσάμης.


ΠΗΓΗ: Αρχείο Γ.Ε.Α.


Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Οδός Πάνου Σούλου...1946


1946
Στην οδό Πάνου Σούλου στεγαζόταν ο σταθμός φορτηγών αυτοκινήτων, Υ.Ε.Κ.Α. (Υπηρεσία Εκμετάλευσης Κρατικών Αυτοκινήτων).
Εκεί τώρα βρίσκεται το κτίριο του ΠΙΚΠΑ. 
Μία εκπληκτική φωτογραφία από το αρχείο του Κώστα Μαμασούλα.






Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Στον δάσκαλό μου....





“Εν αρχή ην ο δάσκαλος. Μη ο δάσκαλος η φύση θα ήταν, δε θα ήταν όμως οι κοινωνίες. Θα υπήρχε ο χρόνος, αλλά δε θα υπήρχε η ιστορία. Και στο βασίλειο των ζωντανών ήχων θα άκουγε κανείς την κραυγή, τα χουγιαχτά, τα συνθήματα. Δε θα άκουγε όμως ούτε θα ‘βλεπε τη φωνή, τα γράμματα της γραφής, τις συμφωνίες και τους χορούς.
Γιατί; Απλά γιατί ο δάσκαλος είναι που μεταμορφώνει τον εγκέφαλο του ζώου σε νου του ανθρώπου. Αυτός κατορθώνει ώστε η ματιά του καθένα μας να μη μένει βλέμμα βοδιού, αλλά να γίνεται βιβλίο ανοιχτό να το διαβάζεις. Επεξεργάζεται το πετσί της κεφαλής μας και δημιουργεί πρόσωπο. Η δουλειά του δασκάλου είναι ο αθέρας της βυρσοδεψίας. Και στο τέλος-τέλος ο δάσκαλος θωπεύει και μαλάζει έτσι το σώμα και την ψυχή μας, ώστε από τη στέρησή μας αποστάζεται το κλάμα, και από την πλησμονή κορφολογιέται το γέλιο μας.
Ο δάσκαλος είναι ο φυτουργός και ο σπορέας του λόγου. Εκείνου του λόγου που το τέταρτο Ευαγγέλιο τον αναφέρει στο θεό.
Χωρίς το δάσκαλο ο λόγος θα σάπιζε άχρηστος μέσα στο έλος του κρανίου μας. Όπως σαπίζει άχρηστο το τραίνο που ρεμίζαρε για πάντα στο σταθμό.” 


Δάσκαλε, σε ευχαριστούμε για όσα μας δίδαξες. 
Καλό σου ταξίδι….


Δανεικές αυτές οι λίγες αράδες
από τον πανεπιστημιακό φιλόσοφο
και συγγραφέα Δημήτρη Λιαντίνη.



Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Οι Αρχειομαρξιστές του Αγρινίου…

…και ο άδικος και φοβερός διωγμός τους.

Την Πρωτομαγιά του 1923, κυκλοφορεί, για πρώτη φορά στην Αθήνα, το περιοδικό «Αρχείον του Μαρξισμού», απ΄όπου πήραν την ονομασία τους οι Αρχειομαρξιστές. 


Στόχος του Αρχειομαρξισμού, όπως αναφέρεται στο ίδιο το περιοδικό, ήταν η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου των επαναστατών καθώς και η αύξηση των επαναστατικών στελεχών. Η οργάνωση τελικά κατάφερε και διείσδυσε στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα και ασχολήθηκε συστηματικά με τα των κινημάτων αυτών.
Στο Αγρίνιο η πρώτη εμφάνιση του Αρχειομαρξισμού έγινε το 1925.
Ο Πάνος Αναστασίου, γεννημένος το 1902, στα Καλύβια Αγρινίου, τσαγκάρης στο επάγγελμα, δούλευε μέχρι τότε στην Αθήνα και συμμετείχε στο αρχειομαρξιστικό κίνημα της Αθήνας από τα πρώτα του βήματα σαν ηγετικό στέλεχος. Το 1925 μετακομίζει στο Αγρίνιο. Με υψηλή θεωρητική κατάρτιση, με ικανότητα να αφομοιώνει εύκολα και μεγάλη ευχέρεια λόγου και μεταδοτικότητας, ο Αναστασίου κατάφερε και δημιούργησε πυρήνες ανάμεσα στους συναδέλφους του τους τσαγκαράδες και σε λίγο χρονικό διάστημα και στους καπνεργάτες. Κατάφερε και δημιούργησε πυρήνες και μέσα σε άλλα σωματεία, στους ράπτες, στους ξυλουργούς, στα γκαρσόνια, στους αρτεργάτες και ένα ισχυρό πυρήνα στο προσφυγικό σωματείο «Παμπροσφυγική».
Έτσι σε λίγο χρονικό διάστημα δημιουργήθηκε στο Αγρίνιο ένα από τα πιο ισχυρά και μαχητικά τμήματα των Αρχειομαρξιστών σε όλη την Ελλάδα.
Οι αρχειομαρξιστές του Αγρινίου  έλαβαν μέρος σε όλες τις κινητοποιήσεις των εργατών και των καπνεργατών στην πόλη του Αγρινίου.
Οι αντιδράσεις των «ορθόδοξων» οπαδών του ΚΚΕ απέναντι στους αρχειομαρξιστές ήταν στην αρχή χλιαρές. Γύρω στα τέλη του 1929 και αρχές του 1930 όμως, αυτή η διαμάχη έγινε έντονη και άρχισε ένας ανελέητος «πόλεμος» λάσπης και συκοφαντίας. Οι αρχειομαρξιστές κατηγορήθηκαν, χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, ότι είχαν περάσει στην προδοσία, σαν χαβιέδες των υπηρεσιών Ασφαλείας. Οι αντίπαλες ομάδες δεν άργησαν από τα λόγια να περάσουν στις πράξεις. Όπως αναφέρει στο βιβλίο του «Ιστορία του Αγρινίου», ο Γεράσιμος Παπατρέχας, πολλοί εργάτες, προσκείμενοι στην μία ή στην άλλη παράταξη, φρόντιζαν να κουβαλούν πάντα μαζί τους ένα μαχαίρι ή μία φαλτσέτα και δεν ήταν λίγα τότε τα επεισόδια με μαχαιρώματα. Όλα αυτά είχαν άμεσες και δυσμενείς συνέπειες στο εργατικό κίνημα της πόλης του Αγρινίου και των γύρω περιοχών.
Το σωματείο των καπνεργατών διασπάστηκε και το 1930 υπήρχε το «Κόκκινο», όπως ονόμαζαν το δικό τους οι οπαδοί του ΚΚΕ και το «Κίτρινο», όπως ονόμασαν οι ίδιοι οι οπαδοί του ΚΚΕ το σωματείο των αρχειομαρξιστών.

Το σπίτι όπου συγκεντρώνονταν οι αρχειομαρξιστές του Αγρινίου
κατά τις δεκαετίες 1920-1930. (Αρχείο Γιώργου Ρίζου).
Από το βιβλίο του Γιάννη Καρύτσα.

Κατά την περίοδο της Κατοχής οι περισσότεροι αρχειομαρξιστές προσχώρησαν στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ.
Από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο του 1944, άρχισαν οι «εκκαθαρίσεις», η σφαγή και ο διωγμός των αρχειομαρξιστών. Τότε δολοφονήθηκαν οι περισσότεροι από αυτούς.
Ο φοβερός, άδικος και εξοντωτικός διωγμός των αρχειομαρξιστών του Αγρινίου, ύστερα από εντολή και καθοδήγηση του ΚΚΕ, προκάλεσε την κραυγαλέα αποδοκιμασία των αγωνιστών του Αγρινίου. Τότε εκείνο που προεξήρχε ήταν ο αγώνας κατά των κατακτητών και όχι η αντιπαράθεση και το ξεκαθάρισμα ιδεολογικών διαφορών. Οι περισσότεροι αρχειομαρξιστές είχαν ενταχθεί στις τάξεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και κανείς δεν είχε καταμαρτυρήσει οτιδήποτε εναντίον τους για αντιεαμική ή όποια άλλη δράση.

ΑΡΧΕΙΟΜΑΡΞΙΣΤΕΣ του ΑΓΡΙΝΙΟΥ
Από τα Αρχεία του Τρότσκι για την Ελλάδα γνωρίζουμε ότι στο Αγρίνιο το Γενάρη του 1933 δρούσαν γύρω στους 130 Αρχειομαρξιστές.
Μερικοί από αυτούς είναι οι:

Αναστασίου Πάνος


Γεννήθηκε το 1902 στα Καλύβια. Ήταν αυτός που δημιούργησε τον πρώτο πυρήνα των αρχειομαρξιστών στο Αγρίνιο. Κατά την διάρκεια της Κατοχής προσχώρησε στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Όταν το 1944, η Μαρία Δημάδη έδωσε την πληροφορία στον Παπαβαλή ότι πρόκειται να έρθει και να εγκατασταθεί στο Αγρίνιο η διλοχία του τάγματος Ασφαλείας με επικεφαλής τον Άγγελο Κέντρο, ανατέθηκε στον Πάνο Αναστασίου και στην ομάδα του να ανατινάξει το τραίνο που θα μετέφερε την διλοχία, πριν αυτό φτάσει στο Αγρίνιο. Αυτό η ομάδα του Αναστασίου δεν το κατάφερε. Το τμήμα των ανταρτών που είχε κινητοποιηθεί για τον σκοπό αυτό, έφτασε με καθυστέρηση στο σταθμό των Καλυβίων όπου θα γινόταν η ανατίναξη, αφού το τραίνο είχε περάσει λίγα λεπτά πριν. 
Αμέσως μετά την εγκατάσταση των τσολιάδων στο Αγρίνιο ( 18 Ιανουαρίου του 1944), ο Αναστασίου κατηγορήθηκε για προδοσία περί εσκεμμένης μη ανατίναξης του τραίνου και κλήθηκε για απολογία στο ανταρτοδικείο του Καρπενησίου. Παρ’ ότι ο ίδιος ο Άρης Βελουχιώτης, ο οποίος εκείνη την περίοδο βρισκόταν στην Ευρυτανία και ήρθε σε επαφή με τον Αναστασίου, αφού διάβασε το κατηγορητήριο, το έσκισε και έδωσε στον Αναστασίου ένα χαρτί με την υπογραφή του ότι είναι ελεύθερος, ορισμένοι εμπαθείς σταλινικοί τον ξανασυνέλαβαν και τον Απρίλιο του 1944 τον εκτέλεσαν στο Καρπενήσι.
Η περίπτωση του τραίνου ήταν μία ευκαιρία πρώτης τάξεως για να αρχίσει η εξόντωση των αρχειομαρξιστών του Αγρινίου.

Αρμογένης Γιώργος
Ζαχαριάδης Νίκος
Ζησιμόπουλος Νίκος
Θεμελής Γιάννης
Θεμελής Μήτσος
Θεμελής Θεμελής
Καλογεράκης Κώστας
Καπετανάκης Μήτσος
Καπετανάκης Λευτέρης
Καπετανάκης Γιάννης
Καπετανάκης Νίκος
Καπετανάκης Τριαντάφυλλος
Κωνσταντίνου Γιώργος
Λαδάς Θόδωρος
Λαδάς Κώστας
Μάγειρας Γιάννης
Μπαϊρακτάρης Κώστας
Ξανθόπουλος Νίκος
Παγώνης Νίκος
Παπαδόπουλος Θωμάς
Ράπτης Βασίλης
Ντούβας Αλέκος
Ντούβας Γιώργος

Για τους παραπάνω, μπορείτε να διαβάσετε για την δράση τους και την κατάληξή τους στο βιβλίο του Γιάννη Η. Καρύτσα:


ΠΗΓΕΣ: 1.Το παραπάνω βιβλίο του Γιάννη Η. Καρύτσα
              2.Γεράσιμος Παπατρέχας «Ιστορία του Αγρινίου»
                    3.Θανάσης Κακογιάννης «Μνήμες και σελίδες της Εθνικής Αντίστασης, Αγρίνιο – Δυτική Στερεά Ελλάδα»

Το βιβλίο του Γιάννη Καρύτσα μπορείτε να το διαβάσετε πατώντας ΕΔΩ.




Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Θρύλοι και Παραδόσεις της περιοχής μας




Η Κυρα-Ρήνη




Ο Ανήλιαγος






Οι Γέλληνις κι τα μνήματα τ'ς




Η κυρα-Καλώ,
Οι Λαγωνίκες,
Ο Παρμένος





Η Δρακότρυπα,
Της Εύας το Ζυμάρι,
Το στοιχειό της θάλασσας και του πλάτανου





Ο Γκιώνης,
Ο Καλογιάννος και η τσίχλα



Τα μαυράδια τ' φιγγαριού,
Ο Κουτσογιάννης





από το βιβλίο "ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ" του Νικολάου Πολίτη, 
χρονολογία εκδόσεως 1904 
(τα κείμενα είναι αυτούσια)

Ευχαριστώ την φίλη Ράνια για την παραχώρηση του βιβλίου.