Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2021

Μία μαρτυρία για τους Εβραίους

 


του Αριστείδη Μπαρχαμπά.

 
 Το τρένο φόρτωνε καπνά στην είσοδο των αποθηκών. 
Φόρτωσε όμως και Εβραίους για να τους μεταφέρει
στα στρατόπεδα εξόντωσης.

«Μάρτυρες μιας πτυχής του πιο κατακλυσμικού συμβάντος της ιστορίας της ανθρωπότητας»

Η παραπάνω άποψη ίσως θεωρηθεί υπερφίαλη, εξωπραγματική ή φαντασιοπληξία για πολλούς. Σε άλλους ίσως γεννήσει απορίες κι ερωτηματικά και τέλος σε ορισμένους σκεπτικισμό και προβληματισμό. Είναι όμως ένα μνημονικό δεδομένο που αναφέρεται για πρώτη φορά, χάρη στη γραπτή αφήγηση ενός προσωπικού βιώματος.

«Το παρελθόν ως πηγή ιστορικής συνείδησης, από την οποία μπορούν να παρέλθουν σημαντικές ιδέες για την πορεία της σύγχρονης κοινωνίας, μοιάζει να έχει χαθεί από τον ορίζοντά μας» (κατά τη ρήση του Mark Auge).
 Έρχεται όμως μετά από 65 χρόνια η επί χάρτου ιστορική ανάμνηση να αμφισβητήσει την ανωτέρω ρήση και να βγάλει στο φως της επικαιρότητας ένα τραγικό αλλά άγνωστο συμβάν για την Αγρινιώτικη κοινωνία στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής…

Αιτία για την καταγραφή της ιστορικής αυτής μνήμης, στάθηκε το βιβλίο μου «Το Αγρίνιο κάποτε...» που έφτασε στα χέρια της κυρίας Νινέττας Μάτσα Feidman, εβραϊκής καταγωγής. Η περιδιάβασή της στις σελίδες του την γέμισε νοσταλγία για την «πόλη που έζησε και θυμάται», η δε πληροφόρησή της μέσω της επιστολής της για τα τραγικά συμβάντα που έζησε, άκρως κατατοπιστική.
Μεγάλωσε στη Ντούτσαγα. Στο τρίτο δημοτικό και στο Γυμνάσιο Θηλέων απέκτησε την ελληνικότητά της και με γλαφυρότητα μας εξιστορεί τ´ άγνωστα για την πλειοψηφία του λαού συμβάντα, την εποχή που οι Γερμανοί κάρφωναν την σβάστικα στην καρδιά της πόλης μας:

«Το Αγρίνιο κάποτε… περιέχει φωτογραφίες ανθρώπων οι οποίοι έπαιξαν πολύ σπουδαίο ρόλο στην επιβίωση της οικογένειάς μου κατά την περίοδο του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου και του Ολοκαυτώματος.
Είμαστε εβραϊκής καταγωγής. 
Ο Θωμάς Μποκόρος (σελ. 253) ένα σημαντικό μέλος της Αντίστασης, μας βοήθησε να βγούμε από το Αγρίνιο τρεις ημέρες πριν οι Γερμανοί πάνε στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος να συλλάβουν τον πατέρα μου Λέων Μάτσα.
Ο Δημήτριος Πιπερίγκος, συνάδελφος του πατέρα μου στην Εθνική Τράπεζα, μας έστελνε τρόφιμα που αποθήκευε στην τράπεζα μέσω ανθρώπου με άλογο που στέλναμε από τον Ψιλόβραχο, το χωριό που είχαμε καταφύγει. 
 Παρέλαση ανταρτών (σελ. 351) εορτασμός της απελευθέρωσης του Αγρινίου. Χαρές στους αντάρτες. Τα βουνά της Αιτωλοακαρνανίας παρέμειναν ελεύθερα, εκεί είναι που κατέφυγαν και επέζησαν οι οχτώ οικογένειες των Εβραίων. 
 Το Αγρίνιο είναι μία από τις ελάχιστες πόλεις της Ελλάδας όπου ολόκληρη η εβραϊκή κοινότητα επέζησε! Δυστυχώς οι Εβραίοι των Ιωαννίνων όπου κατοικούσαν οι συγγενείς μας, δεν είχαν την ίδια τύχη, τους χάσαμε σχεδόν όλους.
 Ίσως να μην το ξέρετε αυτό, είσαστε τότε μικρό παιδί. Οι Γερμανοί εστέγασαν τους Εβραίους της Άρτας και Πρέβεζας στις καπναποθήκες Παπαπέτρου, πριν τους βάλουν στα βαγόνια και τους μεταφέρουν στα στρατόπεδα εξοντώσεως. Έτσι οι αποθήκες Παπαπέτρου έγιναν μάρτυρες μιας πτυχής του πιο κατακλυσμικού συμβάντος της ιστορίας της ανθρωπότητας. Έξι εκατομμύρια αθώοι άνθρωποι πέθαναν μόνο και μόνο επειδή ήσαν Εβραίοι! Είναι λοιπόν σοβαρή παράλειψη του βιβλίου να μην αναφερθεί αυτό το τόσο δραματικό γεγονός της ιστορίας του Αγρινίου…».

Διαβάζοντας την επιστολή της κ. Νινέττας, πλημμύρισα από απορίες κι ερωτηματικά. Για ποιες άραγε σκοπιμότητες και ένοχες σιωπές παρέμεινε στη λήθη το δραματικό αυτό γεγονός της ιστορίας μας;
Επειδή πιστεύω ότι η ατομική όσο και η συλλογική μνήμη είναι μια ανακουφιστική παρότρυνση για την καταγραφή της τοπικής μας ιστορίας, διασταύρωσα την ιστορική ανάμνηση της κας Μάτσα και πικρόχολα σιχτίρισα την χρονίζουσα ανευθυνότητα της τοπικής εξουσίας!
Σε παρέα παλαιοαγρινιωτών που εξιστόρησα όλα τ´ ανωτέρω, σάστισαν ακούγοντας τ´ όνομα Λέων Μάτσας. Τον θυμήθηκαν σαν υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας, χωρίς να γνωρίζουν την τύχη του, όταν οι Γερμανοί υπό την προστασία των ταγματασφαλιτών και των Συμμάχων Εγγλέζων έφυγαν από την πόλη μας.
«Αυτά γινότανε κρυφά, ερήμην της κοινωνίας, γιατί αλίμονο αν σ´ έπιαναν οι Γερμανοί να βοηθάς Εβραίο» η άποψη του ΕΛΑΣίτη Βασίλη Μπότση που τον γνώρισε ως «κοκκινοτρίχη», όπως αποκαλούσαν τον Λέοντα Μάτσα στ´ αντάρτικα λημέρια.

Δεν γνώριζαν οι παλαιοβραχωρίτες ότι από τις καπναποθήκες Παπαπέτρου, μεταφέρονταν σαν καυσόξυλα και καίγονταν στους φούρνους του Νταχάου και του Άουσβιτς ανθρώπινες υπάρξεις που η καταγωγή τους ήταν ο εφιάλτης του Ναζισμού και δεν το γνώριζαν γιατί η κατασταλτική σιωπή που υπέβαλλαν οι συνεργάτες των Γερμανών, είχε σαν σκοπό την απαξίωση του αντιστασιακού φρονήματος…

Ψάχνοντας για την αλήθεια, ρώτησα τον Σωτήρη Πύργο που έζησε στο πετσί του και από μέσα το γεγονός. Έμεινε έκπληκτος και με παλαιοκομματική συνωμοτικότητα, με τράβηξε στ´ απόσκιο της αγοράς.
Χαρούμενος που τον γύρισα νοερώς στην ηρωική του εποχή με έκδηλη περιέργεια ψέλλισε:
  «Ποιος σου τάπε ρε διάολε…».
Στο άκουσμα του ονόματος, ένα χαμόγελο ικανοποίησης χαράχθηκε στο πρόσωπό του.
 «Ζούνε μουρέ… οι Ματσαίοι; Πού βρίσκονται;».
 Όχι μονάχα συμφώνησε όσα στο γράμμα της μνημόνευε η έφηβη τότε Ντουτσαγιώτισσα, αλλά συμπλήρωσε λέγοντας:
 «Όπως τα γράφει έγιναν. Εκατοντάδες Εβραίοι από Άρτα και Πρέβεζα στοιβάχτηκαν στις αποθήκες Παπαπέτρου σαν παλιοπράματα, όχι σαν άνθρωποι. Άντρες πάσης ηλικίας και γυναίκες σαν τα κρύα νερά. Μανάδες με τα μωρά στην αγκαλιά τους, χωρίς κραυγές απελπισίας, χωρίς θρηνωδίες και κλάματα, όρθιοι κοιτούσαν περήφανα τους θανατόψυχους, που κραύγαζαν Ράους, Ράους… 
Κι άκου να δεις κουράγιο, μουρέ… Πέταξαν απ´ τα παράθυρα και ξερ´ς πόσα παράθυρα εχ´ η απουθήκ´ τ´ Παπαπέτρ´, πέταξαν σαν άχρηστο υλικό, ό,τι αξίας πράγμα είχαν πάνω τους ή κουβάλαγαν μαζί τους, χρυσαφικά, ρολόγια, δαχτυλίδια, βραχιόλια, απ´ αυτό μουρέ που βάζουν οι γυναίκες στο λαιμό τους (μενταγιόν εννοούσε), σκλαρίκια, λεφτά, έπεφταν σαν τη βροχή για να μην τα πάρουν οι φονιάδες τους… Με νύχια και με δόντια τα μάζευαν όσοι Αγρινιώτες αντελήφθησαν το γεγονός. 
Λύσσαξαν οι Γερμανοί γιατί κανένας Εβραίος τ´ Αγρινίου δεν έγινε θύμα τους. Τους είχαμε φυγαδέψει προτού οι ρουφιάνοι τους καταδώσουν στη Γκεστάπο. Όταν κοιμότανε τ´ Αγρίνιο, τους μεταφέραμε στη Βελάουστα, γι´ αυτό δεν πήρε χαμπάρ´ κανένας για την τύχη τους. Ο Θωμάς Μποκόρος σαν επικεφαλής της οργάνωσης, είχε μαζί του, εκτός από μένα, τον Αλή Γεωργίου, τι θάνατο είχε το μαυρόπαιδο... Την Κορίνα Κολοκύθα, την Παρασκευή Καμμένου, τον Νίκο Μετσίνη, τηλεφωνητής, που από τη Βελάουστα ενημέρωνε τους αντάρτες, την Ελένη Δαβαρούκα, τον Κομηλάγιο κι άλλους μουρέ που ξεχνάου. Με αυταπάρνηση κάναμε το χρέος μας προς τους συμπολίτες μας Εβραίους, ενώ κάποιοι άλλοι…
 Α… τώρα… Τρεις φορές φορτώσανε τίγκα τα βαγόνια μ´ αθώες υπάρξεις για τα στρατόπεδα εξόντωσης και η φοβισμένη κοινωνία, κάτω από την μπότα του κατακτητή και των ταγματασφαλιτών και κάτω από τ´ άγρυπνο βλέμμα του δοσιλογισμού που δεν φορούσε μονάχα κοστούμια, ασχολούνταν για την επιβίωσή τους. Τους έβαζαν στα βαγόνια, όχι όπως ο Παπαπέτρος τα καπνά του με τάξη, αλλά σαν παστές σαρδέλες τα κτήνη… κι εκείνοι; Μούγγα, λες και τους είχαν φερμουάρ στο στόμα… Τι μ´ θύμσις τώρα!»…

 Στην απορία μου γιατί αυτό το γεγονός δεν έγινε γνωστό, παρά ύστερα από 65 χρόνια έρχεται η επιζήσασα Αγρινιώτισσα μ´ εβραϊκή καταγωγή να εκφράσει: α) την ευγνωμοσύνη της για την διάσωση της εβραϊκής κοινότητας Αγρινίου, β) τον θαυμασμό της για το αντιστασιακό κίνημα και γ) την απορία της για την απαξίωσή μας στο ιστορικό αυτό γεγονός.

 «Αυτά να τα πεις σ´ αυτούς που κυβέρνησαν τον τόπο. 
Εμείς γι´ αυτή την αντίστασή μας στους Γερμανούς ανταμειφθήκαμε με φυλακές, εξορίες και εκτελέσεις, ενώ οι δοσίλογοι περιφρόνισαν ό,τι το κορίτσι του Μάτσα θαύμασε, αυτοί δεν κυβερνάγανε μέχρι προυχτές, κι ακ', να δεις. Φταίμε κι εμείς με τα καμώματά μας, τους τσακωμούς και τον απολίτικο παρορμητισμό μας.
 Δε μ´ λες, πού ζει τώρα του κουρίτσ´, τι κουρίτσ´ λέου, κυρία είναι τώρα, να 'μαστε όμοια; Πες της χαιρετίσματα μουρέ, χάρκα που έστου κι αργά μας θμήθκι. 
Που είναι γαμούτο ο Θωμάς, ο Μήτσος και οι συναγωνίστριες ν´ ακούσουν τι λέει το κουρίτσ´ τ´ Μάτσα και να χαρούν, γιατί οι θυσίες μας δεν πήγαν χαράμ'. Μη ξεχάσεις μουρέ τα χαιρετίσματα».

Δεν δάκρυσε ο Σωτήρης, είναι πιο ατσάλι από τον Στάλιν, κοίταξε μονάχα τον ουρανό και κάτι ψιθύρισε, αλλά ο αγοραίος θόρυβος σκέπασε το παράπονό του!


Αριστείδης Μπαρχαμπάς

ΠΗΓΗ: ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ"





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αν έχετε περισσότερες πληροφορίες για τα θέματά μας, καθώς και διορθώσεις ( "ουδείς αλάνθαστος...."), γράψτε μας στο gitsanas@gmail.com

Στείλτε μας και δικές σας σκέψεις, φωτογραφίες, κείμενά σας, ποιήματα στο gitsanas@gmail.com