Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Τα κεραμίδια του Δεκαπενταύγουστου

της Αγρινιώτισσας
Αριάδνης Δάντε


Πλησιάζει το Δεκαπενταύγουστο.
Σάββατο βράδυ, λίγες μέρες πριν του Σωτήρος και της Παναγίας. Και έρχονται στη μνήμη μου τα παιδικά μου χρόνια. Φέτος το Δεκαπενταύγουστο θα είμαι στη πατρίδα μου.
Και θυμάμαι...

Κάθε καλοκαίρι, εγώ και τα αδέρφια μου τέτοιες μέρες ήμασταν πολύ χαρούμενα. Της Παναγίας είχαμε διπλή χαρά. Η αδερφή μου η Μαρία γιόρταζε και πάντα ο πατέρας μου έσφαζε και έψηνε αρνί. Αλλά ήταν χαρά και γιατί δεν μαζεύαμε καπνό. Μεγάλη γιορτή που πλαισιωνόταν πάντα από εκκλησιασμό, θεία κοινωνία και αργία από εργασία.
Πολλές φορές μάλιστα η γιορτή συνεχιζόταν, μιας και το καλοκαίρι για μας άρχιζε τότε. Συνήθως τα τσιμπέλια τελείωναν της Παναγίας και ξελευθερωνόμασταν. Κι αν δεν είχανε τελειώσει τα μαζέματα του καπνού, σίγουρα θα ήμασταν στο κορφόφλλο. Δυο τρεις μέρες και τέλος. Μετά θα παίρναμε το πολυπόθητο λεωφορείο του λαού και θα κάναμε και κανένα μπάνιο στο Λούρο. Όχι, δεν είχε σημασία που αντί για 50 λεπτά διαδρομή θα περνούσαμε όλο το Μπίτσοβο, το Δοκίμι και το Αγρίνιο και θα κοντεύαμε να σκάσουμε δυο ώρες χωρίς air condition στο λεωφορείο! Ούτε το γεγονός ότι θα καθόμασταν τέσσερα παιδιά και η μάνα σε δυο θέσεις για να πληρώσουμε το αντίστοιχο αντίτιμο. Αυτά δεν μας ένοιαζαν τότε.

Το σπίτι στο χωριό ήταν μικρό. Δυο δωμάτια όλα κι όλα. Στο ένα δωμάτιο δυο διπλά κρεβάτια και μια κουκέτα για να βολευτούμε έξι άτομα, ενώ σε μια γωνίτσα στριμωχνόταν ένα ψηλόλιγνο έπιπλο με τα ποτήρια, τα πιάτα, τα λουκούμια και τη βανίλια υποβρύχιο. Στο άλλο δωμάτιο κοιμόταν η γιαγιά Ευτυχία παρέα με τα βαντάκια, το ψυγείο και το γκαζάκι για το μαγείρεμα. 




Θυμάμαι πολλά καλοκαίρια που τον Αύγουστο έπιανε καταιγίδα.

Δεν θα ήμουν ούτε δέκα χρόνων. Εκείνο το Δεκαπενταύγουστο ήταν πολύ δυνατή η καταιγίδα. Χτύπαγε το χαλάζι τα ξύλινα παντζούρια λες και κάποιος τα πετροβολούσε με μανία. Ο αέρας λυσσομανούσε και αναποδογύριζε τα κεραμίδια. Νερό άρχισε να στάζει δίπλα από το ράντσο της γιαγιάς. Ο κίνδυνος να γεμίσει υγρασία το δωμάτιο με τα βαντάκια ήταν αναπόφευκτος. Τζάμπα το κρέμασμα με τις αρμάθες στις λιάστρες, τζάμπα και το κόψιμο από τα βαντάκια. Θα μούχλιαζε το καπνό!
Ο πατέρας μου, νέος τότε, έβαλε τη σκάλα να ανεβεί στη σκέπη. Έπρεπε να αλλάξει τα σπασμένα κεραμίδια και να τοποθετήσει τα αναποδογυρισμένα κεραμίδια στη θέση τους. Εμείς ήμασταν από κάτω σε επιφυλακή. Κι όλο ξεφωνίζαμε για να του πούμε αν σταμάτησε η νεροποντή στο σπίτι.
Τι αγωνία να μη πέσει και τσακιστεί ο πατέρας μου! Και τα κακά δαιμόνια της φύσης να σπρώχνουν τα κεραμίδια και να τα σπάζουν. Και να πρέπει αυτός ο άνθρωπος που είχε γίνει μούσκεμα εκεί πάνω να κάθεται να προσέχει τα κεραμίδια.
Τελικά, πέρασαν πολλές ώρες για να κοπάσει η καταιγίδα. Αφού τελείωσε ο κακός χαμός επιστρατεύσαμε κάτι σατίλια και τα κεντράραμε κάτω από δυο-τρία σημεία που δεν έλεγαν να στερέψουν από νερό κι αδειάζαμε περιστασιακά.
Απορώ πως κοιμήθηκε η γιαγιά εκείνο το βράδυ με τα πλιτς πλιτς και την υγρασία.
Ξινό μας βγήκε εκείνο το Δεκαπενταύγουστο...
Κι άκου να δεις μπαμπά, άμα πιάσει βροχή φέτος άσε τα κεραμίδια να σπάσουν!
Κι αν δε θέλεις να σπάσουν κι επιμένεις, δως μου τη σκάλα και θα ανεβώ εγώ στη σκέπη!

Αριάδνη Δάντε



Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~