Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

«Έλα το παγωτοοοοοό»

του Κώστα Μπούτιβα




«Έλα το παγωτοοοοοό».
Τη φωνή αυτή την πρωτοάκουσα έξω απ’ το γυμνάσιο το «Παπαστράτειο» πάνω στο πάρκο τέλη δεκαετίας του 60, που δίναμε εξετάσεις τότε παιδαρούδια του δημοτικού, για να μπούμε στο γυμνάσιο. Κι από τότε έγινε μια από τις πιο αγαπημένες καλοκαιρινές φωνές των παιδικών μας χρόνων. Ήτανε ο πλανόδιος παγωτατζής που τα καλοκαιρινά τα μεσημέρια καβάλα στο τρίκυκλό του τριγυρνούσε στις πιάτσες  φωνάζοντας την πραμάτεια του: «Έλα το παγωτοοοοοό».
Κι ήταν ο φίλος όλων των παιδιών, και με την λευκή του μπλούζα, ο Άγγελος των παιδικών μας χρόνων. Κι ήταν παντού, σ’ όλους τους δρόμους, σ’ όλα τα σοκάκια της πόλης, σ’ όλες τις ηλιόλουστες μέρες του Καλοκαιριού.
Πρώτα ακούγονταν κάποια τσιριχτή φωνή: «Ήρθε ο παγωτατζής, γρήγορα τρέξτε, ήρθε ο παγωτατζής». Και μετά η μελωδική μπάσα φωνή του ασπροφορεμένου με τα ψαρά μαλλιά που στεφάνωναν το ρυτιδωμένο του πρόσωπο. «Έλα το παγωτοοοοοό». Τρέχαμε τότε όλα τα παιδιά, ποιός να πρωτοφτάσει, ποιός να πρωτοπάρει το γεμισμένο χωνάκι με το παγωτό, με μια κουταλιά σιρόπι βύσσινο στη κορυφή του.


Στεκόμασταν γύρω του, κι εκείνος μας κοίταζε όλους στα μάτια, λες κι έψαχνε να βρει μήπως έλειπε κανένας. Κοίταζε μετά τα χωνάκια αραδιασμένα το ένα μέσα στο άλλο, στο πλαστικό κουβά, σα να τα περιεργάζονταν. Τα έκοβε με το μάτι αν φτάνανε για όλους μας. Δεν ήθελε ποτέ ν’ αφήσει θλιμμένα τ’ αθώα μάτια των μικρών του πελατών.
Εκείνη τη μεγάλη στιγμή, όλοι σιωπούσαμε. « Ποιόν θα φιλέψουμε πρώτο σήμερα; Ρωτούσε, και το πρόσωπό του φωτίζονταν απ’ το χαμόγελο. Τα ψαρά μαλλιά του ανακατεύονταν κάτω απ’ τ’ άσπρο «κασκέτο» λες και τ’ ανέμιζε μια αύρα χαράς. Έπαιρνε το πρώτο χωνάκι, και το έδινε πάντα στο Θανάση τον κουτσό. Το ξέραμε εκείνος ήταν πάντα ο πρώτος, όμως κανείς μας δεν διαμαρτύρονταν. Κι αν κάποιος έμενε παράμερα κλαψουρίζοντας «δεν έχω σήμερα λεφτά» τον φώναζε κοντά του, του χάιδευε το κοντοκουρεμένο του μαλλί του έδινε το παγωτό και του ’λέγε: «Δεν πειράζει, θα μου τα δώσεις αύριο όταν θα έχεις».
Το πραγματικό του όνομα λίγοι το γνώριζαν, κι ούτε το έμαθα ποτέ, όλο το Αγρίνιο τον φώναζε παγωτατζή. Παίζαμε γύρω του, φωνάζαμε, και τίποτα δεν έτρεχε. Και όταν έφευγε τον συνοδεύαμε μέχρι παρακάτω,  με τις σκισμένες «ελβιέλες» να σέρνονται στα ιδρωμένα πόδια μας.
Σα γύρισα απ’ το στρατό, σ’ ένα καφενείο εκεί κοντά στο ΙΚΑ, στου Κοράκη το στενό ένα Καλοκαίρι, αναζήτησα τον καλόκαρδο παγωτατζή. Δεν τον βρήκα. Μου είπαν πως είχαν να δουν το τρίκυκλο κάνα δυο τρία Καλοκαίρια. Και η πόλη όλη μου έμοιαζε κενή, με μια όψη πένθιμη. Και όντος ήτανε κενή. Τα σοκάκια της, που βούιζαν ακατάπαυστα από χαρούμενα παιδιά, είχανε τώρα μια παράξενη νέκρα. Έλειπε εκείνη η μεγάλη καρδιά του παγωτατζή, έλειπε εκείνη η μελωδική μπάσα φωνή, που γέμιζε τους δρόμους με χαρούμενες παιδικές φωνές: «Έλα το παγωτοοοοοό».






Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~