Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Τα καλοκαιρινά τα μεσημέρια...


...στο χωριό, τότε και τώρα.





του Κώστα Μπούτιβα - Καστρινού

Κάθομαι στο μπαλκόνι καταμεσήμερο... τούτη την ώρα γυρίζει ο ήλιος, και πιάνει να δροσίζει λίγο από δω, χωμένος ανάμεσα στη τέντα απολαμβάνω τη μεσημεριάτικη ψιλοσιωπή...
Μάλλον γερνάω επικίνδυνα, κάποτε αυτή η σιωπή ήτανε ο χειρότερος καλοκαιρινός μου εφιάλτης. Τότε που τα καλοκαίρια ξυπνάγαμε το πρωί, και βγαίναμε στο δρόμο, να παίξουμε λιγάκι, να κλωτσήσουμε λίγο τη μπάλα, να προλάβουμε να ζήσουμε λιγάκι σαν παιδιά, μέχρι να ’ρθουνε οι δικοί μας απ’ το χωράφι με τον καπνό, κι αρχίσουνε οι μανάδες να ξεφωνίζουνε στο δρόμο "Κωστάκηηηηηη, τσακίς κι έλα γι’ αρμάθιασμα". 


Και να αρχίσουμε να μαζευόμαστε γύρω απ’ το λόφο με τον καπνό με τη καπνοβελόνα παραμάσχαλα. Και μετά κατά το μεσημεράκι, και το προχειροφτιαγμένο φαγητό, άρχιζε εκείνο το εκνευριστικό τρίωρο, όπου δεν έπρεπε να ακούγεται σχεδόν τίποτα. Οι μεγάλοι μπαϊλντισμένοι απ’ το ξενύχτι για το μάζεμα, έγερναν εκεί δίπλα απ’ το σωρό με το καπνό να κλέψουν λίγο ύπνο, και μείς, ανήσυχα διαβόλια, έπρεπε η να κάνουμε ησυχία , ή δυνατόν να γίνουμε αόρατοι... Το μόνο που τάραζε τη σιωπή ήτανε τα τζιτζίκια, κάνα ροχαλητό, και κάνα ενοχλημένο "σκάστε" σε κάποιο θόρυβο που μόλις ακουγόντανε.

Πόσο βαριόμουνα τότε αυτά τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Με το μάτι κολλημένο στο λόφο απ’ τον καπνό που έπαιρνε και λιγόστευε, και το αυτί στο ράδιο που έλεγε την ώρα κάπου –κάπου, περιμέναμε πότε θ’ αρχίσει να βραδιάζει, να βγάλουμε τις αρμάθες στη λιάστρα, και ν’ αρχίσουν να ακούγονται ξανά οι πρώτες παιδικές φωνές στο δρόμο, να ακουστούν τα πρώτα χτυπήματα της μπάλας, και να αποκτήσει ξανά το καλοκαίρι μας ζωή. Το βραδάκι ένιωθα πως ο κόσμος ζωντάνευε ξανά. Μια βόλτα στο βραδινό αεράκι, και οι μυρωδιές απ’ τις ταβέρνες, σ’ έκαναν να νοιώθεις πως μια ακόμα ευλογημένη καλοκαιρινή νύχτα είναι κοντά.


Τα χρόνια πέρασαν, κι ο κόσμος άλλαξε, η πίκρα του καπνού που έζησε και μεγάλωσε χιλιάδες τότε οικογένειες, έπαψε πια σ’ αυτό το τόπο να υπάρχει. Και τα παιδιά άλλαξαν πια κι αυτά στην εποχή μας. Οι μανάδες δε τα μαζεύουνε πια στριγγλίζοντας γι’ αρμάθιασμα, μα και δεν βγαίνουν πια τόσο πολύ στο δρόμο για να παίξουν.. Ανοίγουν μόνο το ψυγείο για να βρούνε το φαγητό, πριν να καθίσουνε ξανά μπροστά στο «λάπτοπ».
Και η μεσημεριάτικη ψιλοσιωπή του καλοκαιριού σου τα θυμίζει όλα αυτά. Αυτή η λίγη «βουβαμάρα» στη γειτονιά, τα αυτοκίνητα που αραιώνουν, οι ομιλίες που ολιγοστεύουνε, σου επιτρέπει να ξεχωρίζεις που και που και τον ήχο από κάποιο μακρινό τζιτζίκι. Και μετά, το απογευματάκι, η ζωή επιστρέφει ξανά, άνθρωποι ξυπνούν, παράθυρα ανοίγουν, τηλεοράσεις γουργουρίζουνε - όλα τα κανάλια μαζί - οι ήχοι ξανανακατεύονται, και τα παιδιά ξαναφωνάζουν. Κι αν δεν υπάρχει πια η μυρωδιά απ’ το καπνό που κυριαρχούσε τότε στην ατμόσφαιρα, το βραδινό το αεράκι υπάρχει ακόμα στο χωριό, κι έτσι ακόμα υπάρχουμε κι εμείς.

Αναδημοσίευση από το AGGELOKASTRO NEWS

Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

2 σχόλια:

  1. Προβάλλουμε και από την πλευρά μας το αξιόλογο θέμα σου στη στήλη «ΕΜΦΑΣΗ» του blog «Ευρυτάνας ιχνηλάτης». Η συγκεκριμένη στήλη (σ.σ. είναι αυτή με το σκίτσο που αναπαριστά ένα πιτσιρίκο που μοιράζει εφημερίδες!) βρίσκεται στην κάθετη πλαϊνή μπάρα του ιστολογίου μας και η προβολή γίνεται με απευθείας παραπομπή στο δικό σου ιστότοπο. Καλή συνέχεια…

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θυμάμαι τα αξέχαστα καλοκαίρια στο χωριό την δεκαετία 1968 - 1978 στην Γαβαλού Μακρυνείας που έζησα μεγάλωσα και πήγα στις πρώτες τάξεις του Δημοτικού Σχολειού και όλα αυτά που αναφέρονται στην ανάρτηση ( Τα καλοκαιρινά μεσημέρια......στο χωριό, τότε) ίσχυαν επακριβώς όπως άλλωστε για όλα τα καπνόπαραγωγικά χωριά της ευρύτερης περιοχής μας.
    Θυμάμαι ήταν καλοκαίρι αρμαθιάζαμε, τον μυρωδάτο καπνό στην αυλή του σπιτιού στο χωρίο ,κάτω από το βαθύ ίσκιο του φριντζιάτου (Τεχνητό σκίαστρο με φτέρες) και της αιωνόβιας μουριάς, δίπλα από το γάργαρο αυλάκι που κυλούσε έξω από κάθε αυλή , του χωριού όπου έφτασε το (ΑRO τζιπ) του Τμήματος Χωροφυλακής κατέβηκαν δυο μουστακαλίδες Χωροφύλακες και φώναξαν το όνομα του θείου μου Γιάννη να του επιδώσουν το φύλλο πορείας της επιστράτευσης 20 Ιουλίου 1974 για την Κύπρο! Όλοι παγώσαμε ειδικά εμείς οι πιτσιρικάδες όταν ακούσαμε λυγμούς, φωνές, κλάματα από την Γιαγιά Σπυριδούλα και από άλλες Μάνες και γιαγιάδες του πετρόχτιστου μαχαλά που επιστρατεύονταν τα παιδιά τους. Οι γείτονες ανάστατοι μάζευαν όπως όπως τις έτοιμες αρμάθες καπνού για τις λειάστρες και προσπαθούσαν να μάθουν κάτι περισσότερο για την επιστράτευση από το μικρό τρανζίστορ που ήταν κρεμασμένο στον κορμό του δένδρου( για να έχει καλή λήψη σήματος.) Τελικά αφού μάθαμε ότι όλα συνέβησαν αστραπιαία και ψυχώθηκαν όλοι οι επίστρατοι της γειτονιάς από τον παππού μου, τον Μπάρμπα - Χρήστο, ο Λευτέρης ο Γρηγόρης , ο Σταύρος , ο Γιακουμής και ο μπάρμπας μου ο Γιάννης κατηφόρισαν όλοι να πάνε στο τμήμα της Χωροφυλακής για τα περαιτέρω .Αξέχαστο καλοκαίρι που θα μου μένει για πάντα στην μνήμη μου.
    Χρόνια φτωχά , απλά , αγαπημένα με όλη την γειτονιά τουλάχιστον με τα δικά μας τότε παιδικά μάτια.
    'Όλοι τρώγαμε κάτω από τον ίδιο ίσκιο της αυλής και ανταλλάσσαμε και φαγητά πεθυμάμε τις υπέροχες πίτες στον φουρνόξυλο το πολλή κυνήγι στιφάδο λαγός και αγριοπούλια πιλάφι, ολόφρεσκες σαλάτες από τον κήπο της γιαγιάς όπου είχε από όλων των ειδών τα κηπευτικά και φρούτα, δεν έλειπε στο κοφίνι το ζυμωτό χωριάτικο ψωμί τα αυγά και το γάλα από τα οικόσιτα ζώα του σπιτιού.
    Αξέχαστα παιδικά χρόνια με όμορφες αναμνήσεις, μακάρι να τις ζούσαν και τα παιδιά μας και τα εγγόνια μας ,δυστυχώς όμως όλοι εδώ στην Ελλάδα θέλουμε να γίνουν τα παιδιά μας επιστήμονες χωρίς δουλειά.
    Ναι στην μόρφωση άλλα στην σωστή μόρφωση, όχι στην άναρχη και αλλοπρόσαλλη χωρίς καμιά προοπτική για το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αν έχετε περισσότερες πληροφορίες για τα θέματά μας, καθώς και διορθώσεις ( "ουδείς αλάνθαστος...."), γράψτε μας στο gitsanas@gmail.com

Στείλτε μας και δικές σας σκέψεις, φωτογραφίες, κείμενά σας, ποιήματα στο gitsanas@gmail.com