Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Στεφανώματα


Γάμος σε σπίτι. Διακρίνεται ο Παπαποστόλης


«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αμοιβή από την εσωτερική χαρά που δίνει το πλησίασμα του ανθρώπου του λαού και η εξιχνίαση του θησαυρού της αγνής ψυχής του» γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του Βασίλη Μανδέλου «Λαογραφικά και ιστορικά Νέας Αβώρανης» ο Επίκουρος καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Κώστας Κονταξής.

Φαίνεται ότι ο Βασίλης Μανδέλος είναι από εκείνους τους ανθρώπους που έμαθαν στη ζωή τους ότι η αληθινή χαρά δεν συνδέεται με τον υλικό, αλλά με τον πνευματικό κόσμο, άρα η εργασία για τη συγκέντρωση των λαογραφικών και των ιστορικών στοιχείων του χωριού του πίστεψε ότι θα του έδινε αυτή τη χαρά.

Και το έκαμε. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο του συνταξιούχου πια καθηγητή Αγγλικών, αναρωτηθήκαμε: Μπορεί άραγε αυτή η χαρά να έρθει χωρίς να γίνουν καλοί δέκτες της εργασίας οι χωριανοί του; Δε γνωρίζουμε πώς υποδέχτηκαν το βιβλίο οι Αβωρανίτες, αλλά θα θέλαμε να μάθουμε την είδηση ότι δεν λείπει από κανένα σπίτι, διότι έσπευσαν όλοι να το αγοράσουν. Να το μάθουμε λοιπόν, για να χαρούμε κι εμείς. Η εσωτερική χαρά για την οποία μιλά ο Κώστας Κονταξής έχει στην πραγματικότητα και αυτό το εξωτερικό γνώρισμα που ανιχνεύεται στην υποδοχή των άλλων, ώστε να λειτουργήσει το στοιχείο της αμοιβαιότητας και της κοινωνικής προσφοράς. Σ’ αυτήν την αμοιβαιότητα, σ’ αυτή τη «διανομή αισθημάτων» βρίσκει τη δικαίωσή της μια ωραία εργασία που αφορά τον λαϊκό πολιτισμό, την παράδοση, τη λαογραφία.

Το βιβλίο είναι η εργασία του Βασίλη Μανδέλου από τα χρόνια 1972 – 1973, όταν ήταν φοιτητής στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έγινε στο πλαίσιο του μαθήματος της Λαογραφίας, όταν ο καθηγητής του Δ. Οικονομίδης προέτρεψε τους φοιτητές του να καταγράψουν τα λαογραφικά στοιχεία του τόπου καταγωγής τους. Η εργασία εκείνη παραδόθηκε στο Σπουδαστήριο Λαογραφίας του Πανεπιστημίου. Από τότε πέρασαν σαράντα χρόνια. Και ξαφνικά, το 2012, ο Βασίλης Μανδέλος ανακαλύπτει στο Διαδίκτυο ότι η εργασία του ήταν καταχωρισμένη στην ψηφιακή βιβλιοθήκη «Πέργαμος». Αυτό ήταν το έναυσμα για να γίνει βιβλίο.

Μπορεί ο Βασίλης Μανδέλος να μην διεκδικεί, όπως γράφει, «δάφνες συγγραφέα ή ιστορικού ερευνητή», όμως αν αυτό που έκαμε αυτός, γινόταν από πολλούς συστηματικά και όχι τυχαία εδώ κι εκεί από λίγους, θα είχαμε στα χέρια μας ολόκληρο τον θησαυρό της Ελληνικής παράδοσης και όχι μόνο τα θραύσματά της.

Το παραπάνω κείμενο το διαβάσαμε
 στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού «Τύμπανο»



Η παρουσίαση του βιβλίου του Βασίλη Μανδέλου 
" ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ και ΙΣΤΟΡΙΚΑ Νέας Αβώρανης" 
θα γίνει το Σάββατο 12 Οκτωβρίου στις 7 το απόγευμα στην αίθουσα εκδηλώσεων του Τεχνικού Επιμελητηρίου (ΤΕΕ).


Από το βιβλίο του Βασίλη Μανδέλου επέλεξα να δημοσιεύσω τις αφηγήσεις σχετικά με το έθιμο του γάμου.
Αφηγήτριες: Γιαννούλα Μανδέλλου, Σοφία Μανδέλλου


Μεγάλ᾽ σκουτούρα γιά κάθε γονιό κί πλισσότερο τ᾽ πατέρα εἶναι νά παντρέψ᾽ τά παιδιά τ᾽ κί μάλιστα τ᾽ς τσούπις, (κορίτσια) κί ἃμα ἒχ᾽ πολλές, χλίψου τον. Μόλις τό κορίτσ᾽ φτάσ᾽ τά 18, ἀρχίζ᾽ νά ψάχν᾽ γιά γαμπρό, νά βρῆ ἓνα καλό παιδί γιά νά ᾽συχάσ᾽.


Ποιός θά διαλέξ᾽τό γαμπρό κί τ᾽ νύφ᾽, βέβαια ὁ πατέρας, κί λ᾽γότερο 

ἡ μάνα τ᾽ ἀποφασίζ᾽. Καμιά φορά τ᾽χαίν᾽ νά τά κανονίσ᾽νι δυό χωριανοί 

ἀπό τότις ποὖναι μ᾽κρά τά παιδιά πώς ἃμα μεγαλώσ᾽νε θά τά παντρέψ᾽νε.

Πολλές φορές ἒγ᾽ναν μεγάλα καζίκια (ευτράπελα συμβάντα), γιατί ὃταν 

μεγάλωσαν τά παιδιά δέν ἢθελαν, κί μερικές κοπέλες πῆγαν νά σκοτω

θοῦν.

1935. Γάμος στην Ντούτσαγα.
Αρχείο Μαρίας Μπώκου


Γιά τό προξενειό στέλνεται συγγεν᾽κό πρόσωπο, θεῖος, θεία ἢ ὁ νου

νός. Ἡ ἐπιτυχία ἐξαρτᾶται πῶς θά παρουσιάσ᾽ ὁ προξεν᾽τής τά προσόντα 

τ᾽ λεγάμεν᾽. Ἰκεῖ συζητιέται πρῶτα ἡ προίκα κί μετά τά ὑποδέλ᾽πα, (υπό

λοιπα), ἂν ἒχ᾽ ὁ γαμπρός ἂλλα ἀδέλφια, ἂλλες ὑποχρεώσεις ἢ ἀδελφές 

γιά παντρειά.

Τά τελειώματα γίνονται στό σπίτ᾽ τ᾽ς νύφ᾽ς. Ὃλο τό σ᾽γγενολόϊ μέ 

δῶρα γιά τ᾽ νύφ᾽, τό πεθερό, τ᾽ πεθερά, παρά δά Σαββατόβραδο, πααίνε 

ν᾽ ἀλλάξ᾽νε δαχτ᾽λύδια. Τά δῶρα γιά τ᾽ νύφ᾽ εἶναι ἓνας σταυρός κί ὓφα

σμα γιά φ᾽στάν᾽, γιά τ᾽ πεθερά ἓνα μαντήλ᾽ κί κάλτσες κί γιά τό πεθερό 

π᾽κάμ᾽σου κί σώβρακα.

Ἒπειτα φκιάν᾽νι τό προικοσύμφωνο. Τί θά δώσ᾽ ἡ νύφ᾽. Ἰκεῖ γράφ᾽νι τά 

μετρητά (λίρες), τά χωράφια κί τά προικιά. Ἀπό ἀσπρόρ᾽χα μέχρι κου

βέρτες, χαλιά κι χαλκώματα (χάλκινα μαγειρικά σκεύη).

Ἀφοῦ συμφων᾽θοῦν ὃλα, ὓστερα ἀρχ᾽νᾶνε τό γλέντ᾽ μέ φαγητά, κρα

σιά κί τραγούδ᾽ μέχρι τό πρωΐ κί τ᾽ κάν᾽νι τζιμούσα(«ταράτσα», πολύ φα

γητό), π᾽λένε.

Ὁ γαμπρός ἐπισκέπτεται τό σπίτ᾽ τ᾽ς νύφ᾽ς κυρίως τ᾽ς Κυριακάδις ὃπ᾽ 

τ᾽ κάν᾽ κί τό γεῦμα.

Μερικοί τό παρακάν᾽νι κί ξημεροβραδιάζονται στ᾽ νύφ᾽, ὂχ᾽ γι᾽ αὐτήν, 

μά γιά τά κουτόπ᾽λα τ᾽ς. Χαρακτηριστικό εἶναι τό ἀκόλουθον:

Μιά πεθερά παραπονεῖται, «Μπά τί νά σ᾽πῶ κ᾽μπάρα μ᾽. Ἰκεῖνους οὑ 

γαμπρός μ᾽ ξιπάστρεψι οὓλα τά κουτόπ᾽λα!».

1961. Γάμος στην Αγία Τριάδα.
Αρχείο Μαρίας Μπώκου


Τ᾽ Δευτέρα ξεκ᾽νοῦσι ὁ γάμος. Μαζεύονταν ὃλα τά κορίτσια τ᾽ χω

ριοῦ κ᾽ ἑτοίμαζαν τά προικιά τ᾽ς νύφ᾽ς. Τ᾽ Τιτράδ᾽ (Τετάρτη) πήγαιναν στό 

μῦλο τό σ᾽τάρ᾽ κί τ᾽ γαμπροῦ κί τ᾽ νύφ᾽ς οἱ συγγενείδις. Στό μῦλο ἒφκια

ναν κ᾽λούρα, τ᾽ν ἒψ᾽ναν κί ἒτρωγαν μαζί μί τό μυλωνᾶ. Κʼ λούρα μοίρα

ζαν στό δρόμο σ᾽ ὃποιον συνάνταγαν. Τ᾽ Πέφτ᾽ (Πέμπτη) τό βράδ᾽ 

μαζεύονταν ὃλ᾽ οἱ συγγενείδις κί ἀπ᾽ τ᾽ς δυό οἰκογένειες κί ἀνάπιαναν τά προζύμια γιά νά ζ᾽μώσ᾽νι τ᾽ Παρασκευή τό ψωμί τ᾽ γάμ᾽.

Ἀφοῦ λοιπόν ἒπαιρναν τ᾽ σίτα ἢ κνισάρα, ἓνα κορίτσ᾽ κί δύο παιδιά

ἐκοσκίναγαν τ᾽ ἀλεύρ᾽ κί ἀνάπιαναν τό προζύμ᾽ κί τότις ἂφ᾽ναν τ᾽ νύφ᾽ κί 

τό γαμπρό μί τ᾽ ζύμ᾽ στά χέρια κί γέλαγαν.

Τό γλέντ᾽ ἐξακολούθαγε ὃλ᾽ τ᾽ νύχτα μέ φαγοπότ᾽, τραγούδια κί χορό.

Τ᾽ Παρασκευή ζ᾽μῶνε τό ψωμί σέ ταψά μέσα κί τά ψέν᾽νι στ᾽ς γάστρις σ᾽ 

ὃλ᾽ τ᾽ γειτονιά, ἀφοῦ πρῶτα τό κένταγαν μί μύγδαλα, γαρίφαλλα κί ἂλλα.

Τά κορίτσα κί τ᾽ ἀγόρια πήγαιναν στό λόγγο νά φέρν᾽νι ξύλα γιά νά μα

γειρέψ᾽νι τά φαγητα τ᾽ γάμ᾽. Εἶχαν κί ζῶα π᾽ τά φόρτωναν. Τά κορίτσα 

φορτώνονταν τά ξύλα στ᾽ πλάτη τ᾽ς μί τριχιές κί τραγ᾽δώντας πήγαιναν 

κί γύρ᾽ζαν κί στοίβαζαν τά ξύλα σωρό.

Τό Σάββατο ἡ κάθε οἰκογένεια ἒσφαζι τά καλύτερα σφαχτά, 5-6 ζῶα.

Τό Σαββατόβραδο ἒστρωναν τό τραπέζ᾽ μί καλομαγ᾽ρεμένα φαγητά κί ἒτσ᾽ ἀρχίναγι τό γλέντ᾽ γιά τό γάμο.

Τό Σάββατο, πάλι, ἒστελναν ἓναν νέο νά καλέσ᾽ ὃλο τό χωριό μέ τήν τσίτσα, ποὖταν σάν παγούρ᾽ π᾽ τ᾽ν εἶχαν γιομώσ᾽ κρασί κί ἦταν στολ᾽σμέν᾽ μί ματζουράνες κί γαρούφαλλα.

Ἃμα ἡ νύφ᾽ ἦταν ἀπ᾽ ἂλλο χωριό ἒπρεπε νά πᾶνε μέ ἂλογα τό σ᾽μπεθερ᾽κό νά πάρ᾽νι τ᾽ νύφ᾽ κί τά προικιά τ᾽ς. Στ᾽ ἂλογα ἒστρωναν τ᾽ς πιό ὂμορφες μαντανίες (κουβέρτες) κί ἂσπρα σεντόνια. Πρῶτος πήγαινε ὁ συχαρικιάρ᾽ς γιά τά σ᾽χαρίκια ὃτι ἒρχιτι ὁ γαμπρός, κρατώντας ἓνα μαξιλάρ᾽ κί ἓνα ζευγάρ᾽ τσουράπια μάλλινα, πλεκτά, δῶρα στ᾽ πεθερά, τ᾽ μάνα τ᾽ς νύφ᾽ς.

Πλύσιμο προικιών.


Μετά ξεκινοῦσε τό σ᾽μπεθεριό. Μπροστά πάαινι κάποιος π᾽ κράταγε τό φλάμπουρα. Ὁ φλάμπουρας γινόταν μί ἓνα καλάμ᾽ π᾽ στ᾽ κορφή εἶχι ἓνα σταυρό. Στ᾽ κορφή τ᾽σταυροῦ εἶχαν ρόϊδο μπηγμένο κί στά πλάγια δυό μῆλα πού τἂχανι χαρακώσ᾽ κί μέσα εἶχαν βάλ᾽ λεπτά. Ἒπαρχε κί ἓνα ἂσπρο μεγάλο μαντήλ᾽ γ᾽ναικεῖο δεμένο στ᾽ κορφή τ᾽ φλάμπουρα, σάν σημαία.

Ὃταν ἒφταναν στ᾽ νύφ᾽, ὁ φλάμπουρας στηνόταν πάνω στό σπίτ᾽.

Μετά τόν ἒπαιρναν κί τόν ἒστ᾽ναν πάνω στ᾽ γαμπροῦ τό σπίτι.Τ᾽ νύφ᾽ τ' βάζανι καβάλα σ᾽ ἂσπρο ἂλογο. Μετά τό μυστήριο ὃταν ἒφταναν στό σπίτ᾽ τ᾽ γαμπροῦ, ἡ νύφ᾽ ἒπαιρνι μιά κ᾽λούρα ψωμί, τ᾽ν ἒβανι στό κεφάλ᾽ τ᾽ς πάν᾽ κί γύρναγε κί προσκύναγε τ᾽ς γύρου τ᾽ς.

Μετά ἒκοβε τό ψωμί μέ τά χέρια τ᾽ς, ἀφοῦ πρίν τὂχανε χαρακωμένο μέ μαχαίρ᾽, καί τὂτρωγαν. Τῆς λέγαν᾽: «Πέζα νύφη», «Δέ πεζεύω, θέλω τάμα ἀπ᾽ τή πεθερά, θέλω τάμα ἀπ᾽ τό πεθερό, θέλω τάμα ἀπ᾽ τά κουνιάδια».

Μετά τ᾽ πότ᾽ζι ἡ πεθερά κρασί κί τό ποτήρ᾽ τὂσπαγε ἡ νύφ᾽. Ὓστερα ἒπαιρνε ἓνα ρόϊδο κί τό πέταγε, τό σβούρλιαζε (πετούσε) δυνατά νά σκάσ᾽, νά σκορπίσ᾽ κί ἒτσ᾽ νά σκορπίσ᾽νι οἱ ὠχτροί. Τότε πέταγε λεφτά κί μῆλα πάν᾽ στό νταβάν᾽ τ᾽ σπιτιοῦ.

Ὃταν στόλ᾽ζαν τ᾽ νύφ᾽, τ᾽ς ἒδ᾽ναν μιά κλειδαριά λουκέτο κί τὂδενε στ᾽ μέση τ᾽ς κλειδωμένο κί ὃταν τέλευε ὁ γάμος, τό βγάζανε κί ξεκλειδωνόταν ἡ νύφ᾽. Τότε πάαιναν οἱ τραγουδίστρες τ᾽ χωριοῦ κί τ᾽ς ἒλεγαν τραγούδια.

Μεταφορά προικιών στο Παναιτώλιο.
Από την σελίδα "Παλιό Παναιτώλιο"


Ὃταν ἡ νύφ᾽ ἒφτανε στό σπίτ᾽ τ᾽ γαμπροῦ κί ξεπέζευε, πάαινε ἓνα πιδί κί αὐτή τό φίλαγε, γιά νά κάν᾽ κί αὐτή ἀγόρια, κί τ᾽ δώριζι μιά μαρούδα κί ἓνα μεγάλο κ᾽λούρ᾽ κεντ᾽μένο. Ἡ μαρούδα (σάκκα γιά τό σχολεῖο) ἦταν μάλλιν᾽ ὑφαντή κεντ᾽μέν᾽ μέ φοῦντες γύρω-γύρω.

Μετά ᾽ρχόνταν στό σπίτ᾽ τ᾽ γαμπροῦ κί πάν᾽ στ᾽ σκάλα γονάτ᾽ζε μπροστά στ᾽ πεθερά κί τ᾽ς φίλαγε τό ποδάρ᾽, ἀπόδειξ᾽ ὑποταγῆς στ᾽ πεθερά.

Αὐτή τ᾽ς ἒβαζε στό κόρφο τ᾽ς ἓνα κομμάτ᾽ βαμβάκ᾽ γιά νά ζήσ᾽, νά γεράσ᾽ κί ν᾽ ἀσπρίσ᾽νε τά μαλλιά τ᾽ς, νά γίν᾽νι σάν τό βαμπάκ᾽. Μετά ἒφκιανε καφέ ἡ πεθερά γιά τά νιογάμπρια.

Τ᾽ Δευτέρα ἒπρεπε νά ᾽τοιμάσ᾽ ἡ νύφ᾽ τό τραπέζ᾽. Λοιπόν ἒφκιανι πίτα π᾽ τ᾽ν ἒλεγαν κουτσαλόπ᾽τα, γιατί τά κουνιάδια πέταγαν κότσαλα μέσα γιά νά δοῦνε τί θά κάν᾽ ἡ νύφ᾽. Θά θυμώσ᾽, θά νευριάσ᾽ ἢ θά κάν᾽ ὑπομονή κί θά βγάζ᾽ συνέχεια τά κότσαλα. Κί ἒτσ᾽ μί τό ψ᾽τό π᾽ ἒχ᾽ φέρ᾽ ὁ  νουνός, τελειών᾽ τό τραπέζ᾽ κί τό γλέντ᾽ τ᾽ γάμ᾽.


Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

13 Σεπτεμβρίου 1684.


Η μάχη των Βενετών κατά των Οθωμανών , στη θέση ‘‘STURMILUS’’[=‘‘στους Μύλους ’’] Ακαρνανίας παρά τον Αχελώο ποταμό, σημερινή θέση Mύλος της Τοπικής Κοινότητας Οχθίων της  Δημοτικής  Ενότητας  Στράτου του  Δήμου Αγρινίου.




      Αλέξιος Γ. Κατεφίδης
      Μηχανολόγος μηχανικός Τ.Ε., καθηγητής 1ου ΕΠΑΛ Αγρινίου.

    Το καλοκαίρι του 1683 ο τούρκικος στρατός με επικεφαλής τον Καρά Μουσταφά πολιορκεί την Βιέννη. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1683 όμως οι ενωμένες στρατιωτικές  δυνάμεις με επικεφαλής τον βασιλιά της Πολωνίας Sobieski  στα υψώματα  του Kahlenberg  (στις βόρειες παρυφές της πόλης) μετά από μάχη  υποχρεώνουν τους Τούρκους σε άτακτη υποχώρηση. Οι  Οθωμανοί πλέον περνούν από την επίθεση στην άμυνα σε όλα τα μέτωπα. Ακολούθως  οι θριαμβευτές Πολωνοί, Αυστριακοί ,Γερμανοί μαζί με την Βενετική Δημοκρατία και μετά από πρωτοβουλία και συντονισμό του Πάπα Ιννοκέντιου ΙΑ΄, υπογράφουν στις 5 Μαρτίου του 1684, στη πόλη  Linz της άνω Αυστρίας, τη συγκρότηση συμμαχίας με την ονομασία « ιερός συνασπισμός του  Linz». Με τη σύμπραξη αυτή υποχρεούνται οι μεν Αψβούργοι και Πολωνοί να συμμετέχουν στις επιχειρήσεις με τις χερσαίες δυνάμεις τους, οι δε Βενετοί με τον στόλο τους, αποκλειστικά και μόνο  ενάντια των Τούρκων και όχι κατά άλλης χριστιανικής δύναμης.
      Σύμφωνα με το πρόγραμμα του συνασπισμού σχεδιάστηκε επίθεση ενάντια των τούρκικων θέσεων στις παραδουνάβιες περιοχές. Συγχρόνως  οι βενετικές δυνάμεις, για δημιουργία αντιπερισπασμού, έπρεπε να εκστρατεύσουν στον ελληνικό χώρο προς κατάληψη περιοχών. Με τον τρόπο αυτό οι Τούρκοι έπρεπε να πολεμούν σε διαφορετικά μέτωπα με συνέπειες τον αποσυντονισμό και την  διάσπαση των δυνάμεων τους. Προκειμένου όμως να επιτύχει το εγχείρημα στον ελληνικό χώρο, ήταν απαραίτητη και η συνδρομή του ελληνικού πληθυσμού. Οι επιχειρήσεις λοιπόν των βενετικών στρατευμάτων στον ελλαδικό χώρο εγγράφονται στη σύγκρουση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, που συγκρότησαν τον ιερό συνασπισμό του Linz, με την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη διάρκεια του έκτου Βενετο-τουρκικού πολέμου (1684-1699).
       Στα αρχικά γεγονότα αυτού του πολέμου, περιλαμβάνεται  και η πολεμική επιχείρηση των Βενετών, τον Σεπτέμβρη του 1684,   ενάντια στους Τούρκους, στην Αιτωλία και Ακαρνανία (Eικόνα 1, Eικόνα 2). 


     Συγκεκριμένα, μετά  τη κατάληψη  της  Λευκάδας (Santa Maura) και των παρακείμενων νήσων υπό των Βενετών, τον Αύγουστο του 1684, ο αρχιστράτηγος των Βενετών Φραντζέσκο Μοροζίνι με τον στόλο του καταπλέει στις ακτές της Ακαρνανίας. Συνακόλουθα, στις αρχές Σεπτέμβρη του 1684, το στρατιωτικό σώμα των Βενετών, με αρχηγό τον στρατηγό κόντε Carlo di Strassoldo, αποβιβάζεται στη βορειοδυτική ακτή, του  Dragοmestro (σημερινό χωριό Καραϊσκάκη), στους όρμους  ανάμεσα από το Ασπρογιάλι, τη Βελά και τον Σταυρολιμνιώνα. Το στρατιωτικό σώμα αποτελείται από χίλιους εξακόσιους Ενετούς, χίλιους Μαλτέζους, τριακόσιους στρατιώτες του Πάπα, από Αλβανούς και από Κροάτες. Συνεπικουρείται, επίσης, από σώμα χιλίων πεντακοσίων Ελλήνων εθελοντών της περιοχής με την εποπτεία του κεφαλλονίτη συνταγματάρχη του βενετικού στρατού Άγγελου Δελαδέτσιμα.

   Το εκστρατευτικό σώμα, ανερχόμενο πλέον σε πέντε χιλιάδες στρατιώτες, ακολουθεί την εξής διαδρομή αλληλοδιαδόχως από χωριό σε  χωριό:  περνά από το  Dragοmestro”(σημερινό χωριό Καραϊσκάκη), από την “Strovizza” (Χρυσοβίτσα Ακαρνανίας), από  τον “Podromo” (Πρόδρομο) και διασχίζοντας το βελανιδόδασος του Ξηρόμερου φτάνει στη δυτική (ακαρνανική) όχθη του Αχελώου στη σημερινή περιοχή του χωριού Όχθια. 
Στην απέναντι αιτωλική όχθη του Αχελώου, στη  σημερινή θέση Υψηλή Παναγία, κοντά στο χωριό Ζαπάντι (νυν Μεγάλη Χώρα, Δημοτικής Ενότητας Νεάπολης, Δήμου Αγρινίου), επί του λόφου έχουν στρατοπεδεύσει οι Οθωμανοί υπό την ηγεσία του Σεφέρ Αγά, με  χίλιους πεντακόσιους στρατιώτες και διακόσιους ιππείς. 
Στη μάχη που έγινε στις 13  Σεπτέμβρη του 1684 παρά τον Αχελώο, στη θέση “Sturmilus”  (“στους Μύλους”) (ήτοι σημερινή θέση Mύλος της Τοπικής Κοινότητας Οχθίων της  Δημοτικής  Ενότητας  Στράτου του  Δήμου Αγρινίου)(Eικόνα 3), oι Toύρκοι με αρκετές  απώλειες τρέπονται σε άτακτη υποχώρηση. 


Οι  Βενετοί περνάνε πλέον  εύκολα στην ανατολική όχθη του Αχελώου. Προελαύνοντας λεηλατούν και κατακαίουν τα εξής χωριά: Πρώτα-πρώτα, το Sapandi-Sipandi Spandi-Ζappandi ( Ζαπάντι, νυν Μεγάλη Χώρα), και μετά το Βραχώρι που στις Βενετικές ιστορικές πηγές δηλώνεται με τους παραλλάσσοντες λογότυπους Uracori, Viacouij, Vrachori, Vracori, Vurachacori, Vvricori, Wracori, Wrachori. 
Περνώντας, συνακόλουθα, από το χωριό Caliccia-Caliuia-Caliva–Calivia-Calliuia-Calluia (Kαλύβια), και συνεχίζοντας νοτιοδυτικά την πορεία τους λεηλατούν επίσης και κατακαίουν, το Angelo Castro-Argirocastro (Αγγελόκαστρο) , την Uva-Stiuoria-Striuoria (Γουριά;), και το Gnocori- Guocori- Neocori (Νιοχώρι) καταλήγοντας για επιβίβαση στο Porto di Petalá (όρμο Πεταλά) στις εκβολές του Αχελώου. 
Εκεί τους περιμένει ο αρχιστράτηγος Φραντσέσκο Μοροζίνι με το στόλο, αφού νωρίτερα είχε καταπλεύσει προς το Πατραϊκό κόλπο και τη Ναύπακτο για αντιπερισπασμό. Κατόπιν αποπλέουν για το Porto di Démata (όρμο Αγίου Νικολάου) στα δυτικά της Βόνιτσας  προετοιμάζοντας τη πολιορκία  της Πρέβεζας, που έλαβε χώρα στα τέλη Σεπτεμβρίου του 1684.


Όλη αυτή η στρατιωτική επιχείρηση των Βενετών στην Ακαρνανία και την Αιτωλία κατά το 1684   πραγματεύεται μέσα από πρωτογενείς ιστορικές πηγές, όπως είναι: είτε σχεδιαγράμματα και χάρτες της περιοχής, είτε περιγραφές που έχουμε από χρονογράφους και ιστορικούς εκείνης της εποχής, είτε από διακεκριμένη αναφορά (Distinta Relatione) (Eικόνα 4) των  Βενετών για τα πολεμικά αυτά γεγονότα, είτε, τέλος, από δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής (Eικόνα 5). 
Ολοκληρώνεται δε η ιστορικό-γεωγραφική προσέγγιση αυτής της στρατιωτικής επιχείρησης, χρησιμοποιώντας δευτερεύουσες συναφείς πηγές όπως: μεταγενέστερους χάρτες (κατά κύριο λόγο στρατιωτικούς), περιγραφές από ανάλογα  κείμενα είτε περιηγητών, είτε ύστερων ιστορικών και μελετητών.


    Η πραγματεία αυτή παρουσιάστηκε  και δημοσιεύτηκε στο  Διεθνές  Συνέδριο  Τοπικής Ιστορίας & Πολιτισμού Τριχωνίας και Ναυπακτίας 9-10-11 Ιουνίου 2012  Ακρόπολη Θεστίας (Βλοχός) – Θέρµον – Ναύπακτος.
Σχετικός σύνδεσμος της παρουσίασης: http://www.livemedia.gr/video/25306

Σύνδεσμος από το ανάτυπο της δημοσίευσης (σε μορφή pdf) : http://www.academia.edu/4141935/I_STONASPRO_STURMILUS_14

Ευχαριστώ τον κ. Αλέξιο Κατεφίδη 
για την παραχώρηση του άρθρου.

Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

The Magics...

...Νίκος Μπέλος


Το συγκρότημα “The Magics” δημιουργήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του `60 και  αποτελούνταν από τον Αγρινιώτη Νίκο Μπέλο, Μπάμπη Κωνσταντάτο, Νικήτα Μπρουσιανό και Διαμαντή Σιάτρα.
Στις αρχές της δεκαετίας του `70 ηχογράφησαν το καταπληκτικό τραγούδι «Γύρνα Ξανά».
Το club «Σπηλιά», που αναφέρεται πιο κάτω, βρισκόταν στην οδό Μπότσαρη, σε ένα υπόγειο δίπλα από τον κινηματογράφο «Ελληνίς». Ένας χώρος με ζωντανή μοντέρνα μουσική, όπου σύχναζαν Αγρινιώτες όλων των ηλικιών. Εκεί πρωτοεμφανίστηκαν οι Magics.

Οι Magics στη "Σπηλιά" στο Αγρίνιο

 Το παρακάτω κείμενο, με την ιστορία του συγκροτήματος και τις φωτογραφίες του συγκροτήματος, μου τα έστειλε ένα από τα μέλη του συγκροτήματος, ο Μπάμπης Κωνσταντάτος.



"Είναι η πρώτη φορά που μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω για εκείνα τα «μαγικά» χρόνια της αθωότητας και το χαίρομαι πολύ, αν εξαιρέσεις το ότι ο Νίκος δεν υπάρχει πια.
Καλοκαίρι του 1971. Εγώ μένω στο Παλιό Φάληρο και συχνάζω στο κλαμπάκι που στηνόταν κάθε Σάββατο στο υπόγειο του Chez Jeanneu στο Φλοίσβο. Εκεί γνώρισα τους Magics. Ήταν o Νίκος που έπαιζε αρμόνιο (ένα κόκκινο Capri που είχε καταφέρει να αγοράσει με γραμμάτια) και τραγουδούσε μερικά τραγούδια, o Νικήτας που έπαιζε ντραμς (ήταν ναυτικός και είχε μάθει να παίζει στα μακρινά ταξίδια που είχε κάνει από πολύ μικρός), ο Δήμης, ένας καταπληκτικός κιθαρίστας και ο Γιώργος ένας εξαιρετικός μπασίστας. Και βέβαια υπήρχε και ένας τραγουδιστής, ο Μάρκος
.
Μια παρέα ήμασταν τότε, όλοι γύρω στα 20-22. Εγώ έπαιζα από μικρός κιθάρα και τελειώνοντας το σχολείο δεν ήθελα να κάνω τίποτα άλλο από το να παίζω μουσική. Δουλεύοντας γκαρσόνι στο Hilton το καλοκαίρι του 1969 μάζεψα χρήματα και αγόρασα το μπάσο με τον ενισχυτή από έναν άλλο μουσικό, το Δημήτρη Δημαρέλη, που έπαιζε με την ορχήστρα του Ζακ Ιακωβίδη στο παραλιακό Κέντρο ΚΑΤΙΝΑ  απέναντι από το σπίτι μου στο Φάληρο.
Το 1971 το συγκρότημα των Magics  ξέμεινε από κιθάρα και μπάσο αλλά και εγώ που είχα εν τω μεταξύ εξελιχθεί, ψαχνόμουνα, γιατί είχα βαρεθεί τα καμπαρέ της Πλάκας, που τότε ήταν μεγάλο φυτώριο μουσικών.
Όταν ο Νίκος και ο Νικήτας μου ζήτησαν να γίνω το τέταρτο μέλος των Magics (κιθαρίστα είχαν βρει ήδη, το Σάκη) δέχτηκα με χαρά, αν και γνώριζα ότι το μεροκάματο θα ήταν πολύ αμφίβολο.
Aυτό το σχήμα ήταν οι πρώτοι επαγγελματίες Magics. Η πρώτη μας δουλειά ήταν στο Αγρίνιο, στο club Σπηλιά του Γιοβάνου, όπου μας είχαν φορτώσει και μια τραγουδίστρια. Συμπαθέστατη κοπελίτσα, δεν λέω, αλλά, αλλά μας κακοπήγαινε γιατί ήταν  έξω από τα δικά μας νερά, αφού εξυπηρετούσε  μόνον το «αναγκαστικό» ελληνικό ρεπερτόριο. Εκεί στη Σπηλιά, όμως, εξελιχτήκαμε, αφού υπήρχε ο χώρος και ο χρόνος για τις πρόβες μας. Και εκεί, βέβαια, ο Νίκος «ανακάλυψε» και τις μεγάλες φωνητικές του ικανότητες, αφού αυτός ήταν ο αποκλειστικός μας τραγουδιστής. Δεν θα τον ξεχάσω στο Summer Time, που το ερμήνευε ακριβώς όπως η Janis Joplin.
Εκεί παίξαμε ένα ή δύο μήνες (τότε γνώρισα και τον πατέρα του Νίκου), αλλά φύγαμε γιατί ο επιχειρηματίας δεν μας πλήρωνε. Θυμάμαι ότι φεύγοντας μέρος της  αμοιβή μας σε… μπριζόλες.

Από αριστερά: ο Σάκης ο κιθαρίστας, ο Νικήτας ο ντράμερ,
ο Μπάμπης Κωνσταντάτος  και ο Νίκος Μπέλος.

 Η επόμενη δουλειά ήταν σε ένα μαγαζί στο Μεσολόγγι, κάποιου Ψαθά, που και εκεί , σαν απονήρευτοι πιτσιρικάδες, πέσαμε σε εκμετάλλευση παίζοντας επί το πλείστον λαϊκά. Βγάζαμε χρήματα, όμως, από τη «χαρτούρα». Για όσους δεν το ξέρουν, η «χαρτούρα» ήταν τα χρήματα που έδιναν οι θαμώνες στην ορχήστρα για τις «παραγγελιές» τους, όπως γίνεται στα πανηγύρια με τους γύφτους  μουσικούς.
Και από εκεί φύγαμε δυσαρεστημένοι, αφού εμείς ήμασταν καθαροί ροκάδες και αυτό το σκηνικό δεν μας  πήγαινε καθόλου. Αυτό που λέει ένας στίχος του Γιοκαρίνη «…έπαιζα τα σόλα που γι’ αυτά με αποφεύγαν» είναι ότι πιο πραγματικό έχει γραφτεί από μουσικό για εκείνη την εποχή αλλά, μην αμφιβάλετε, και για  και σήμερα.
Όταν γυρίσαμε στην Αθήνα είχαμε δύο  κέρδη: τη μουσική και, κυρίως, τη φιλική μας εξέλιξη.
Τότε σταθήκαμε τυχεροί. Ψάχνοντας για δουλειά μας άκουσε και του αρέσαμε ο επιχειρηματίας που είχε ένα από τα ωραιότερα club της παραλίας, το Silver House στη Γλυφάδα. Και εκεί περάσαμε τις καλύτερες μέρες μας. Δίναμε και κάποιες συναυλίες και χορούς, βέβαια παίζοντας πάντα Rock.
O Νίκος ήταν η ψυχή του συγκροτήματος. Πέρα ότι είχε κάποια κλασική παιδεία στη μουσική (είχε πάει στο ωδείο) είχε μεγάλο μουσικό ταλέντο και απίστευτο «αυτί». Τα τραγούδια τότε οι μουσικοί τα έβγαζαν ακούγοντάς τα, και ο Νίκος σ’ αυτό ήταν μοναδικός. Το όργανο που είχε σπουδάσει ήταν OBOE, αλλά λόγω του ότι τα πνευμόνια του ήταν αδύνατα (αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα με το αναπνευστικό του αλλά δεν τον ένοιαζε αφού κάπνιζε σαν αράπης) το είχε γυρίσει στο αρμόνιο από μικρός. Εγώ έτσι τον γνώρισα.
Εκεί, λοιπόν, στο Silver House, μας άκουσε και μας έκανε την πρόταση να ηχογραφήσουμε σε δίσκο το τραγούδι του, το «Γύρνα Ξανά», ο συνθέτης του κάποιος Γιατράς, αν θυμάμαι καλά. Το ακούσαμε, μας άρεσε και συμφωνήσαμε. Το «συμφωνήσαμε», βέβαια, είναι σχήμα οξύμωρο, και το λέω γιατί η «συμφωνία»  ήταν ότι εμείς δεν θα παίρναμε καθόλου χρήματα.


 



Έλα, όμως, που για να βγει ο 45άρης δίσκος θα έπρεπε να έχει και flip side! Δηλαδή και τραγούδι στην  άλλη του όψη, κάτι που ο συνθέτης δεν… διέθετε, όπως μας αποκάλυψε την προηγούμενη μέρα της προγραμματισμένης εγγραφής στο στούντιο.
Και τότε, παρακαλέσαμε τον επιχειρηματία του Silver House να μας… κλειδώσει μέσα μετά το πρόγραμμα, για να «γράψουμε» και να προβάρουμε ένα κομμάτι για το flip side του δίσκου. Και το κάναμε. Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, αλλά ήταν κάτι που θα μας κάλυπτε ώστε να δούμε το όνομά μας στο δισκογραφικό στερέωμα. Και τότε αυτό ήταν πολύ σπουδαίο.
Τη άλλη μέρα το πρωί ρίξαμε λίγο νερό στα μούτρα μας στην τουαλέτα του μαγαζιού και φορτώσαμε τα όργανά μας σε ένα τρίκυκλο για να πάμε στο studio για την ηχογράφηση. Ξέχασα να σας πω, ότι ο Σάκης ο  κιθαρίστας ο Σάκης δεν συμφώνησε και δεν είχε έρθει. Έτσι βρήκαμε αντικαταστάτη ένα καταπληκτικό κιθαρίστα, το Διαμαντή, που έπαιξε μαζί μας μόνον γι  αυτό το δίσκο.
Και έγινε εκείνη η ηχογράφηση και θυμάμαι ότι όταν βγήκαμε από το studio μοιράσαμε τα πρώτα μας αυτόγραφα.
Στη συνέχεια, ψάχνοντας για κιθαρίστα γνωρίσαμε το Δήμο, ο οποίος ήταν φίλος και συνεργάτης του Αντρέα Μακούλη, αδελφού του μεγάλου τραγουδιστή Τζίμη Μακούλη.
Τότε άρχισε μια νέα αποχή για τους Magics, που ήταν και η αρχή του τέλους τους.
Ο Αντρέας ήταν τραγουδιστής έξω από τα «νερά» μας, αλλά εκείνος που μας υποσχόταν τις «δουλειές». Μια από αυτές ήταν εκτός Ελλάδας: στην Κύπρο.
Παραμυθιασμένοι  ότι εκεί είναι η γη της επαγγελίας των μουσικών, βγάλαμε όλοι διαβατήρια (ήταν δύσκολο τότε γιατί κανείς από εμάς τους τρεις δεν είχε υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία) και ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, όταν ο Μακούλης μας έσκασε το παραμύθι: Δεν θα παίρναμε προκαταβολή.
Οι άλλοι δέχτηκαν αλλά εγώ όχι. Και δεν πήγα μαζί τους. Και πολύ καλά έκανα, γιατί εκεί που πήγαν δεν πήραν δραχμή και έψαχναν να βρουν χρήματα να γυρίσουν. Πρώτος γύρισε ο Νίκος. Πήγα στο αεροδρόμιο να τον υποδεχτώ. Το είδα να κατεβαίνει από το αεροπλάνο φορώντας λευκό κουστούμι και ένα μεγάλο λευκό καπέλο. Παραξενεύτηκα, γιατί ο Νίκος φορούσε πάντα  μαύρα. Δεν με περίμενε και όταν με είδε με αγκάλιασε σκασμένος στα γέλια και θυμάμαι ακόμα τα λόγια του: «Α ρε Μπόμπο (έτσι με φώναζε), δεν ξέρεις τι γλύτωσες!»
Για μένα τότε είχε τελειώσει η μουσική μου καριέρα. Είχα αποφασίσει ότι δεν μου ταίριαζε αυτός ο τρόπος της ζωής του κυνηγημένου μεροκάματο και της μάσκας του σκληρού προσώπου της αδυναμίας.
Ο Νικήτας συνέχιζε να παίζει ντραμς σε κάποια γκρουπάκια  αλλά γρήγορα κατέληξε στα σκυλάδικα, μέχρι που ο δυνατός ήχος τον έβλαψε στα αυτιά. Τα παράτησε και έγινε φωτογράφος στην επιχείρηση του αδελφού του. Σήμερα είναι συνταξιούχος και με σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Ο Νίκος συνέχισε σαν μουσικός. Τελευταία φορά τον πέτυχα στο ξενοδοχείο Λαγονήσι να παίζει με την ορχήστρα του lounge. Αγκαλιαστήκαμε για αρκετή ώρα,  ενώ με το άλλο χέρι έπαιζε το αρμόνιο. Από τότε δεν τον ξαναείδα και πέρσι έμαθα από το Νικήτα ότι ...έφυγε.
Χτύπησα τότε στο youtube το «γύρνα ξανά» και μου έβγαλε το τραγούδι μας. Θυμήθηκα το Νίκο, τα χρόνια εκείνα της αθωότητας και τα γέλια μας. Και τότε σκέφτηκα: Αν ξαναγύριζαν, πάλι τα ίδια θα ήθελα να ζήσω.

Μπάμπης Κωνσταντάτος.



Ευχαριστώ θερμά τον Μπάμπη Κωνσταντάτο για το υπέροχο κείμενο 
και τον Πάνο Κοκκότη για τις πληροφορίες για το club «Σπηλιά».



Share Αναδημοσιεύτηκε και στο....http://www.agriniopress.gr/

Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~