Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Στεφανώματα


Γάμος σε σπίτι. Διακρίνεται ο Παπαποστόλης


«Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αμοιβή από την εσωτερική χαρά που δίνει το πλησίασμα του ανθρώπου του λαού και η εξιχνίαση του θησαυρού της αγνής ψυχής του» γράφει στον πρόλογο του βιβλίου του Βασίλη Μανδέλου «Λαογραφικά και ιστορικά Νέας Αβώρανης» ο Επίκουρος καθηγητής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας Κώστας Κονταξής.

Φαίνεται ότι ο Βασίλης Μανδέλος είναι από εκείνους τους ανθρώπους που έμαθαν στη ζωή τους ότι η αληθινή χαρά δεν συνδέεται με τον υλικό, αλλά με τον πνευματικό κόσμο, άρα η εργασία για τη συγκέντρωση των λαογραφικών και των ιστορικών στοιχείων του χωριού του πίστεψε ότι θα του έδινε αυτή τη χαρά.

Και το έκαμε. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο του συνταξιούχου πια καθηγητή Αγγλικών, αναρωτηθήκαμε: Μπορεί άραγε αυτή η χαρά να έρθει χωρίς να γίνουν καλοί δέκτες της εργασίας οι χωριανοί του; Δε γνωρίζουμε πώς υποδέχτηκαν το βιβλίο οι Αβωρανίτες, αλλά θα θέλαμε να μάθουμε την είδηση ότι δεν λείπει από κανένα σπίτι, διότι έσπευσαν όλοι να το αγοράσουν. Να το μάθουμε λοιπόν, για να χαρούμε κι εμείς. Η εσωτερική χαρά για την οποία μιλά ο Κώστας Κονταξής έχει στην πραγματικότητα και αυτό το εξωτερικό γνώρισμα που ανιχνεύεται στην υποδοχή των άλλων, ώστε να λειτουργήσει το στοιχείο της αμοιβαιότητας και της κοινωνικής προσφοράς. Σ’ αυτήν την αμοιβαιότητα, σ’ αυτή τη «διανομή αισθημάτων» βρίσκει τη δικαίωσή της μια ωραία εργασία που αφορά τον λαϊκό πολιτισμό, την παράδοση, τη λαογραφία.

Το βιβλίο είναι η εργασία του Βασίλη Μανδέλου από τα χρόνια 1972 – 1973, όταν ήταν φοιτητής στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έγινε στο πλαίσιο του μαθήματος της Λαογραφίας, όταν ο καθηγητής του Δ. Οικονομίδης προέτρεψε τους φοιτητές του να καταγράψουν τα λαογραφικά στοιχεία του τόπου καταγωγής τους. Η εργασία εκείνη παραδόθηκε στο Σπουδαστήριο Λαογραφίας του Πανεπιστημίου. Από τότε πέρασαν σαράντα χρόνια. Και ξαφνικά, το 2012, ο Βασίλης Μανδέλος ανακαλύπτει στο Διαδίκτυο ότι η εργασία του ήταν καταχωρισμένη στην ψηφιακή βιβλιοθήκη «Πέργαμος». Αυτό ήταν το έναυσμα για να γίνει βιβλίο.

Μπορεί ο Βασίλης Μανδέλος να μην διεκδικεί, όπως γράφει, «δάφνες συγγραφέα ή ιστορικού ερευνητή», όμως αν αυτό που έκαμε αυτός, γινόταν από πολλούς συστηματικά και όχι τυχαία εδώ κι εκεί από λίγους, θα είχαμε στα χέρια μας ολόκληρο τον θησαυρό της Ελληνικής παράδοσης και όχι μόνο τα θραύσματά της.

Το παραπάνω κείμενο το διαβάσαμε
 στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού «Τύμπανο»



Η παρουσίαση του βιβλίου του Βασίλη Μανδέλου 
" ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ και ΙΣΤΟΡΙΚΑ Νέας Αβώρανης" 
θα γίνει το Σάββατο 12 Οκτωβρίου στις 7 το απόγευμα στην αίθουσα εκδηλώσεων του Τεχνικού Επιμελητηρίου (ΤΕΕ).


Από το βιβλίο του Βασίλη Μανδέλου επέλεξα να δημοσιεύσω τις αφηγήσεις σχετικά με το έθιμο του γάμου.
Αφηγήτριες: Γιαννούλα Μανδέλλου, Σοφία Μανδέλλου


Μεγάλ᾽ σκουτούρα γιά κάθε γονιό κί πλισσότερο τ᾽ πατέρα εἶναι νά παντρέψ᾽ τά παιδιά τ᾽ κί μάλιστα τ᾽ς τσούπις, (κορίτσια) κί ἃμα ἒχ᾽ πολλές, χλίψου τον. Μόλις τό κορίτσ᾽ φτάσ᾽ τά 18, ἀρχίζ᾽ νά ψάχν᾽ γιά γαμπρό, νά βρῆ ἓνα καλό παιδί γιά νά ᾽συχάσ᾽.


Ποιός θά διαλέξ᾽τό γαμπρό κί τ᾽ νύφ᾽, βέβαια ὁ πατέρας, κί λ᾽γότερο 

ἡ μάνα τ᾽ ἀποφασίζ᾽. Καμιά φορά τ᾽χαίν᾽ νά τά κανονίσ᾽νι δυό χωριανοί 

ἀπό τότις ποὖναι μ᾽κρά τά παιδιά πώς ἃμα μεγαλώσ᾽νε θά τά παντρέψ᾽νε.

Πολλές φορές ἒγ᾽ναν μεγάλα καζίκια (ευτράπελα συμβάντα), γιατί ὃταν 

μεγάλωσαν τά παιδιά δέν ἢθελαν, κί μερικές κοπέλες πῆγαν νά σκοτω

θοῦν.

1935. Γάμος στην Ντούτσαγα.
Αρχείο Μαρίας Μπώκου


Γιά τό προξενειό στέλνεται συγγεν᾽κό πρόσωπο, θεῖος, θεία ἢ ὁ νου

νός. Ἡ ἐπιτυχία ἐξαρτᾶται πῶς θά παρουσιάσ᾽ ὁ προξεν᾽τής τά προσόντα 

τ᾽ λεγάμεν᾽. Ἰκεῖ συζητιέται πρῶτα ἡ προίκα κί μετά τά ὑποδέλ᾽πα, (υπό

λοιπα), ἂν ἒχ᾽ ὁ γαμπρός ἂλλα ἀδέλφια, ἂλλες ὑποχρεώσεις ἢ ἀδελφές 

γιά παντρειά.

Τά τελειώματα γίνονται στό σπίτ᾽ τ᾽ς νύφ᾽ς. Ὃλο τό σ᾽γγενολόϊ μέ 

δῶρα γιά τ᾽ νύφ᾽, τό πεθερό, τ᾽ πεθερά, παρά δά Σαββατόβραδο, πααίνε 

ν᾽ ἀλλάξ᾽νε δαχτ᾽λύδια. Τά δῶρα γιά τ᾽ νύφ᾽ εἶναι ἓνας σταυρός κί ὓφα

σμα γιά φ᾽στάν᾽, γιά τ᾽ πεθερά ἓνα μαντήλ᾽ κί κάλτσες κί γιά τό πεθερό 

π᾽κάμ᾽σου κί σώβρακα.

Ἒπειτα φκιάν᾽νι τό προικοσύμφωνο. Τί θά δώσ᾽ ἡ νύφ᾽. Ἰκεῖ γράφ᾽νι τά 

μετρητά (λίρες), τά χωράφια κί τά προικιά. Ἀπό ἀσπρόρ᾽χα μέχρι κου

βέρτες, χαλιά κι χαλκώματα (χάλκινα μαγειρικά σκεύη).

Ἀφοῦ συμφων᾽θοῦν ὃλα, ὓστερα ἀρχ᾽νᾶνε τό γλέντ᾽ μέ φαγητά, κρα

σιά κί τραγούδ᾽ μέχρι τό πρωΐ κί τ᾽ κάν᾽νι τζιμούσα(«ταράτσα», πολύ φα

γητό), π᾽λένε.

Ὁ γαμπρός ἐπισκέπτεται τό σπίτ᾽ τ᾽ς νύφ᾽ς κυρίως τ᾽ς Κυριακάδις ὃπ᾽ 

τ᾽ κάν᾽ κί τό γεῦμα.

Μερικοί τό παρακάν᾽νι κί ξημεροβραδιάζονται στ᾽ νύφ᾽, ὂχ᾽ γι᾽ αὐτήν, 

μά γιά τά κουτόπ᾽λα τ᾽ς. Χαρακτηριστικό εἶναι τό ἀκόλουθον:

Μιά πεθερά παραπονεῖται, «Μπά τί νά σ᾽πῶ κ᾽μπάρα μ᾽. Ἰκεῖνους οὑ 

γαμπρός μ᾽ ξιπάστρεψι οὓλα τά κουτόπ᾽λα!».

1961. Γάμος στην Αγία Τριάδα.
Αρχείο Μαρίας Μπώκου


Τ᾽ Δευτέρα ξεκ᾽νοῦσι ὁ γάμος. Μαζεύονταν ὃλα τά κορίτσια τ᾽ χω

ριοῦ κ᾽ ἑτοίμαζαν τά προικιά τ᾽ς νύφ᾽ς. Τ᾽ Τιτράδ᾽ (Τετάρτη) πήγαιναν στό 

μῦλο τό σ᾽τάρ᾽ κί τ᾽ γαμπροῦ κί τ᾽ νύφ᾽ς οἱ συγγενείδις. Στό μῦλο ἒφκια

ναν κ᾽λούρα, τ᾽ν ἒψ᾽ναν κί ἒτρωγαν μαζί μί τό μυλωνᾶ. Κʼ λούρα μοίρα

ζαν στό δρόμο σ᾽ ὃποιον συνάνταγαν. Τ᾽ Πέφτ᾽ (Πέμπτη) τό βράδ᾽ 

μαζεύονταν ὃλ᾽ οἱ συγγενείδις κί ἀπ᾽ τ᾽ς δυό οἰκογένειες κί ἀνάπιαναν τά προζύμια γιά νά ζ᾽μώσ᾽νι τ᾽ Παρασκευή τό ψωμί τ᾽ γάμ᾽.

Ἀφοῦ λοιπόν ἒπαιρναν τ᾽ σίτα ἢ κνισάρα, ἓνα κορίτσ᾽ κί δύο παιδιά

ἐκοσκίναγαν τ᾽ ἀλεύρ᾽ κί ἀνάπιαναν τό προζύμ᾽ κί τότις ἂφ᾽ναν τ᾽ νύφ᾽ κί 

τό γαμπρό μί τ᾽ ζύμ᾽ στά χέρια κί γέλαγαν.

Τό γλέντ᾽ ἐξακολούθαγε ὃλ᾽ τ᾽ νύχτα μέ φαγοπότ᾽, τραγούδια κί χορό.

Τ᾽ Παρασκευή ζ᾽μῶνε τό ψωμί σέ ταψά μέσα κί τά ψέν᾽νι στ᾽ς γάστρις σ᾽ 

ὃλ᾽ τ᾽ γειτονιά, ἀφοῦ πρῶτα τό κένταγαν μί μύγδαλα, γαρίφαλλα κί ἂλλα.

Τά κορίτσα κί τ᾽ ἀγόρια πήγαιναν στό λόγγο νά φέρν᾽νι ξύλα γιά νά μα

γειρέψ᾽νι τά φαγητα τ᾽ γάμ᾽. Εἶχαν κί ζῶα π᾽ τά φόρτωναν. Τά κορίτσα 

φορτώνονταν τά ξύλα στ᾽ πλάτη τ᾽ς μί τριχιές κί τραγ᾽δώντας πήγαιναν 

κί γύρ᾽ζαν κί στοίβαζαν τά ξύλα σωρό.

Τό Σάββατο ἡ κάθε οἰκογένεια ἒσφαζι τά καλύτερα σφαχτά, 5-6 ζῶα.

Τό Σαββατόβραδο ἒστρωναν τό τραπέζ᾽ μί καλομαγ᾽ρεμένα φαγητά κί ἒτσ᾽ ἀρχίναγι τό γλέντ᾽ γιά τό γάμο.

Τό Σάββατο, πάλι, ἒστελναν ἓναν νέο νά καλέσ᾽ ὃλο τό χωριό μέ τήν τσίτσα, ποὖταν σάν παγούρ᾽ π᾽ τ᾽ν εἶχαν γιομώσ᾽ κρασί κί ἦταν στολ᾽σμέν᾽ μί ματζουράνες κί γαρούφαλλα.

Ἃμα ἡ νύφ᾽ ἦταν ἀπ᾽ ἂλλο χωριό ἒπρεπε νά πᾶνε μέ ἂλογα τό σ᾽μπεθερ᾽κό νά πάρ᾽νι τ᾽ νύφ᾽ κί τά προικιά τ᾽ς. Στ᾽ ἂλογα ἒστρωναν τ᾽ς πιό ὂμορφες μαντανίες (κουβέρτες) κί ἂσπρα σεντόνια. Πρῶτος πήγαινε ὁ συχαρικιάρ᾽ς γιά τά σ᾽χαρίκια ὃτι ἒρχιτι ὁ γαμπρός, κρατώντας ἓνα μαξιλάρ᾽ κί ἓνα ζευγάρ᾽ τσουράπια μάλλινα, πλεκτά, δῶρα στ᾽ πεθερά, τ᾽ μάνα τ᾽ς νύφ᾽ς.

Πλύσιμο προικιών.


Μετά ξεκινοῦσε τό σ᾽μπεθεριό. Μπροστά πάαινι κάποιος π᾽ κράταγε τό φλάμπουρα. Ὁ φλάμπουρας γινόταν μί ἓνα καλάμ᾽ π᾽ στ᾽ κορφή εἶχι ἓνα σταυρό. Στ᾽ κορφή τ᾽σταυροῦ εἶχαν ρόϊδο μπηγμένο κί στά πλάγια δυό μῆλα πού τἂχανι χαρακώσ᾽ κί μέσα εἶχαν βάλ᾽ λεπτά. Ἒπαρχε κί ἓνα ἂσπρο μεγάλο μαντήλ᾽ γ᾽ναικεῖο δεμένο στ᾽ κορφή τ᾽ φλάμπουρα, σάν σημαία.

Ὃταν ἒφταναν στ᾽ νύφ᾽, ὁ φλάμπουρας στηνόταν πάνω στό σπίτ᾽.

Μετά τόν ἒπαιρναν κί τόν ἒστ᾽ναν πάνω στ᾽ γαμπροῦ τό σπίτι.Τ᾽ νύφ᾽ τ' βάζανι καβάλα σ᾽ ἂσπρο ἂλογο. Μετά τό μυστήριο ὃταν ἒφταναν στό σπίτ᾽ τ᾽ γαμπροῦ, ἡ νύφ᾽ ἒπαιρνι μιά κ᾽λούρα ψωμί, τ᾽ν ἒβανι στό κεφάλ᾽ τ᾽ς πάν᾽ κί γύρναγε κί προσκύναγε τ᾽ς γύρου τ᾽ς.

Μετά ἒκοβε τό ψωμί μέ τά χέρια τ᾽ς, ἀφοῦ πρίν τὂχανε χαρακωμένο μέ μαχαίρ᾽, καί τὂτρωγαν. Τῆς λέγαν᾽: «Πέζα νύφη», «Δέ πεζεύω, θέλω τάμα ἀπ᾽ τή πεθερά, θέλω τάμα ἀπ᾽ τό πεθερό, θέλω τάμα ἀπ᾽ τά κουνιάδια».

Μετά τ᾽ πότ᾽ζι ἡ πεθερά κρασί κί τό ποτήρ᾽ τὂσπαγε ἡ νύφ᾽. Ὓστερα ἒπαιρνε ἓνα ρόϊδο κί τό πέταγε, τό σβούρλιαζε (πετούσε) δυνατά νά σκάσ᾽, νά σκορπίσ᾽ κί ἒτσ᾽ νά σκορπίσ᾽νι οἱ ὠχτροί. Τότε πέταγε λεφτά κί μῆλα πάν᾽ στό νταβάν᾽ τ᾽ σπιτιοῦ.

Ὃταν στόλ᾽ζαν τ᾽ νύφ᾽, τ᾽ς ἒδ᾽ναν μιά κλειδαριά λουκέτο κί τὂδενε στ᾽ μέση τ᾽ς κλειδωμένο κί ὃταν τέλευε ὁ γάμος, τό βγάζανε κί ξεκλειδωνόταν ἡ νύφ᾽. Τότε πάαιναν οἱ τραγουδίστρες τ᾽ χωριοῦ κί τ᾽ς ἒλεγαν τραγούδια.

Μεταφορά προικιών στο Παναιτώλιο.
Από την σελίδα "Παλιό Παναιτώλιο"


Ὃταν ἡ νύφ᾽ ἒφτανε στό σπίτ᾽ τ᾽ γαμπροῦ κί ξεπέζευε, πάαινε ἓνα πιδί κί αὐτή τό φίλαγε, γιά νά κάν᾽ κί αὐτή ἀγόρια, κί τ᾽ δώριζι μιά μαρούδα κί ἓνα μεγάλο κ᾽λούρ᾽ κεντ᾽μένο. Ἡ μαρούδα (σάκκα γιά τό σχολεῖο) ἦταν μάλλιν᾽ ὑφαντή κεντ᾽μέν᾽ μέ φοῦντες γύρω-γύρω.

Μετά ᾽ρχόνταν στό σπίτ᾽ τ᾽ γαμπροῦ κί πάν᾽ στ᾽ σκάλα γονάτ᾽ζε μπροστά στ᾽ πεθερά κί τ᾽ς φίλαγε τό ποδάρ᾽, ἀπόδειξ᾽ ὑποταγῆς στ᾽ πεθερά.

Αὐτή τ᾽ς ἒβαζε στό κόρφο τ᾽ς ἓνα κομμάτ᾽ βαμβάκ᾽ γιά νά ζήσ᾽, νά γεράσ᾽ κί ν᾽ ἀσπρίσ᾽νε τά μαλλιά τ᾽ς, νά γίν᾽νι σάν τό βαμπάκ᾽. Μετά ἒφκιανε καφέ ἡ πεθερά γιά τά νιογάμπρια.

Τ᾽ Δευτέρα ἒπρεπε νά ᾽τοιμάσ᾽ ἡ νύφ᾽ τό τραπέζ᾽. Λοιπόν ἒφκιανι πίτα π᾽ τ᾽ν ἒλεγαν κουτσαλόπ᾽τα, γιατί τά κουνιάδια πέταγαν κότσαλα μέσα γιά νά δοῦνε τί θά κάν᾽ ἡ νύφ᾽. Θά θυμώσ᾽, θά νευριάσ᾽ ἢ θά κάν᾽ ὑπομονή κί θά βγάζ᾽ συνέχεια τά κότσαλα. Κί ἒτσ᾽ μί τό ψ᾽τό π᾽ ἒχ᾽ φέρ᾽ ὁ  νουνός, τελειών᾽ τό τραπέζ᾽ κί τό γλέντ᾽ τ᾽ γάμ᾽.


Share
Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~