Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Οι μαζωχτάδες του καπνού...


...αυτοί οι δουλευτάδες!



Περίπου δύο μήνες μετά το φύτεμα, έφθανε ο καιρός που ωρίμαζε ο καπνός κι έπρεπε να μαζευτεί. Το μάζεμα έπρεπε να γίνει στην ώρα του κι αυτό το γνώριζαν πολύ καλά οι καπνάδες: «ούτε άγουρα, ούτε πολύ γινωμένα» να ’ναι τα φύλλα του. Έτσι άρχιζαν οι μαζωχτάδες να μαζεύουν με τη σειρά τα καπνόφυλλα, χέρια, χέρια όπως τα ’λεγαν.
Εκείνη την εποχή του μαζώματος, όλο το χωριό ήταν στο πόδι!
Οι μαζωχτάδες κινούσαν νύχτα-νύχτα, στις τρεις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα για τα καπνοχώραφα. Φορούσαν τα πιο παλιά ρούχα που είχαν, γιατί καταστρέφονταν από το χώμα και την κόλλα του καπνού, για να πάνε να μαζέψουν. Οι γυναίκες μεταμορφώνονταν σε γύφτισσες με τα μακριά φουστάνια, τις ποδιές ζωσμένες στη μέση, τα τσεμπέρια στο κεφάλι, τις κάλτσες τις «χουλαχού», τα παλιοπάπουτσα στα πόδια και το σακούλι με το ψωμοτύρι και το νερό στον ώμο…
Και οι άντρες με παλιά πουκάμισα και μπλούζες ξεθωριασμένες, με σακάκια στους ώμους για το κρύο, φθαρμένα παντελόνια, χοντροπάπουτσα στα πόδια και καπέλα για τον ήλιο του μεσημεριού, ήταν αγνώριστοι…
Σαν έβλεπες αυτές τις φιγούρες μέσα στα παλιόρουχα με τους πιο τρελούς συνδυασμούς σχεδίων και χρωμάτων (σαν τον Ταμτάκο της ταινίας) να γυρνάνε απ’ τα καπνοχώραφα , το γέλιο που μόλις έσκαγε αθέλητα στα χείλη, πάγωνε στη σκέψη, ότι αυτοί είναι οι άνθρωποι του μόχθου, οι ήρωες της καθημερινότητας!...
Φωνές ακούγονταν στις αυλές και στις γειτονιές όταν ξεκινούσαν για δουλειά και ο θόρυβος απ’ τα συμπράγκαλα» που κουβαλούσαν μαζί τους: κοφίνια, σακούλια, τσόλια, φαναράκια…καθώς κι ο ρυθμικός ήχος από τα πέταλα των ζώων στα σοκάκια, απλωνόταν παντού.

Ήταν πίσσα σκοτάδι όταν δεν είχε φεγγάρι, γι’ αυτό έπαιρναν τα φαναράκια μαζί τους να φωτίζουν. Αν και στα σκοτεινά κι ακόμα και με κλειστά μάτια, ήξεραν οι μαζωχτάδες  να μαζεύουν τα καπνόφυλλα. Άρχιζαν από κάτω και προχωρούσαν μέχρι την κορυφή. Πρώτο, δεύτερο, τρίτο…χέρι.
Αχ! αυτό το πεντάφυλλο! Ήταν «χτικιό» αυτό το φύλλο. Τα χέρια σχίζονταν από τις μπλάνες και τις πέτρες, γι’ αυτό φρόντιζαν να τα δένουν με πανιά ή να φοράνε κάλτσες παλιές αντί για γάντια! Υπήρχε κι ο φόβος μην τους τσιμπήσει κανένα φίδι, καμιά αράχνη ή κανένας σκορπιός! Δεν έλειπαν και τέτοια περιστατικά αραιά ευτυχώς…
Μάζευαν τα φύλλα στην ποδιά τους ή στην αγκαλιά τους, αν ήταν μεγάλα. Και τα άδειαζαν στα κοφίνια ή τα πόστιαζαν εδώ κι εκεί ανάμεσα στις αυλακιές όταν μαζεύονταν πολλά. Από κει οι άντρες τα μάζευαν και τα στοίβαζαν με προσοχή μέσα στα μεγάλα κοφίνια, πριν τα δει ο ήλιος και τα μαράνει.
Όλοι δούλευαν γρήγορα-γρήγορα σα μηχανές, για να τελειώσουν πριν βγει ο ήλιος, γιατί τότε ο καπνός μαραίνεται και τα φύλλα του δεν σπάζουν εύκολα, αλλά και οι ίδιοι αποκάμνουν από τη ζέστη.
Τέτοια εποχή ο ήλιος «βαράει κατακέφαλα» τους άκουγες να λένε. Στο μάζεμα οι γυναίκες ήταν ασυναγώνιστες! Τακ-τακ έσπαζαν τα φύλλα με τα δάχτυλά τους και προχωρούσαν, τακ-τακ με δεξιοτεχνία κι όλο τακ-τακ…για να τελειώσουν τα αυλάκια του καπνού.

Κι όταν πια είχαν γεμίσει τα κοφίνια ή τα τσόλια κι ο ήλιος τους είχε καλημερίσει για καλά, φόρτωναν στα ζώα τα κοφίνια και γύριζαν σπίτι, εξαντλημένοι από την κούραση…Πρώτα-πρώτα ξεφόρτωναν τα ζώα, άφηναν στον ίσκιο τα κοφίνια κι έπαιρναν νερό και πράσινο σαπούνι για να πλύνουν πολύ καλά τα χέρια τους, που ήταν μαύρα απ’ το χώμα και την κόλλα του καπνού.
Κι ύστερα αφού έτρωγαν λίγο ψωμοτύρι ή κάνα πιάτο γάλα απ’ τη γίδα τους, στρώνονταν στο αρμάθιασμa με την ατσάλινη βελόνα. Τότε δεν υπήρχαν μηχανές. Στο αριστερό τους χέρι κρατούσαν τη βελόνα και με το δεξί έσπρωχναν ένα-ένα τα φύλλα του καπνού. Κι όταν γέμιζε η βελόνα την άδειαζαν στο σπάγγο που είχαν δέσει στο πίσω μέρος της που είχε μια τρύπα. Κι έτσι έκαναν τις αρμάθες. Όταν γέμιζε ο σπάγγος έδεναν στις δύο άκρες του τις αγκλίτσες και τις κρεμούσαν μετά στα κρεβάτια για να λιαστούν. Έπρεπε να ξεραθούν και να πάρουν ένα ωραίο χρώμα για να αρέσει στον έμπορα. Να γίνουν «λίρα», όπως έλεγαν χαρακτηριστικά.

Τα χέρια στο αρμάθιασμα μαυρίζουν πάλι κι οι μπλούζες των ανδρών κι οι ρόμπες των γυναικών στο στήθος αριστερά γίνονταν κατάμαυρες από την κόλλα του καπνού! Κι αυτό το σκύψιμο όλη μέρα να «σουφλάς» τα φύλλα στο κοτσάνι ψηλά, ένα-ένα, μέχρι ν’ αδειάσει η στοίβα ήταν πολύ κουραστικό!
Είχε βέβαια ένα μεγάλο διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι. Συνήθως δροσιστικό και κύριο πιάτο ήταν η ντοματοσαλάτα, με ολόφρεσκες ντομάτες και κρεμμύδια από τον κήπο. Αλλά και κολοκυθοπατάτες και γεμιστά και μπριάμ ήταν τα συνηθισμένα φαγητά της εποχής. Και το καρπούζι που το ‘φερναν οι πλανόδιοι μανάβηδες στο χωριό και το έτρωγαν κρατώντας το με τη φλούδα για να μην πικρίζει απ’ τα χέρια τους, ήταν γλυκύτατο τότε! Φυσικά σε κάποιο άλλο διάλειμμα γεύονταν το εύκολο και φθηνό γλύκισμα: το υπέροχο υποβρύχιο, τη γνωστή μας βανίλια με μπόλικο νεράκι για να δροσιστούν.
Εκτός από τις γλυκές γεύσεις, υπήρχαν κι άλλα καλά τότε: Υπήρχε αυτή η συντροφικότητα, το κουβεντολόι, τα καλαμπούρια, τα παραμύθια και τα τραγούδια!  Παρόλη την κούραση και τα ξενύχτια τους, οι άνθρωποι συζητούσαν, αστειεύονταν, έλεγαν ιστορίες και ανέκδοτα με τις ώρες, εκεί στον ίσκιο κάτω από το τσαρδάκι ή στην αποθήκη αργότερα. 
 Ωραίες θύμησες αυτές! Γλυκές και πικρές μαζί, σαν την πίκρα του καπνού που αρμαθιάζαμε τότε και σαν την γλύκα όλης της οικογένειας που ήταν μαζεμένη ολόγυρά του…
Κι όταν τέλειωνε κάποτε η στοίβα του καπνού, σηκώνονταν και πήγαιναν να δώσουν ένα χέρι βοηθείας στο γείτονα, που δεν είχε τελειώσει ακόμα. Υπήρχε βλέπετε η αλληλεγγύη τότε στα χωριά. Ο ένας βοηθούσε τον άλλο, έτσι ήταν κάποτε…
 Αργά το βράδυ όταν τελείωναν πια αποκαμωμένοι, οι άνδρες έτρεχαν να περιποιηθούν τα ζώα  και οι γυναίκες να κάμουν τις δουλειές του σπιτιού: να σκουπίσουν, να συγυρίσουν τα δωμάτια, να βάλουν κάτι στην κατσαρόλα να βράσει.
Δύσκολα χρόνια.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν δούλευαν οχτάωρο, δε μετρούσαν καν τις ώρες τότε! Από νύχτα σε νύχτα στη δουλειά. Λίγες ώρες ήταν ο ύπνος τους. Κι απορούσε κανείς με τόση κούραση κι αϋπνία πως έβρισκαν τη διάθεση για κουβεντολόι και καλαμπούρια. 
Είναι αξιοθαύμαστη αυτή η γενιά, η γενιά των γονιών μας.
  Αξίζει το σεβασμό και την αγάπη μας!


Μαρία Αγγέλη
Φιλόλογος

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Το Ξηρόμερο...

...με τα μάτια των περιηγητών*

Χάρτης της περιοχής του 1829

Ο Leon Heuzey, Γάλλος αρχαιολόγος, περιηγήθηκε στην Ελλάδα από το 1856 έως το 1858.
Περιγράφει το Ξηρόμερο σαν περιοχή όλο οροπέδια και βουνά. 
«… έχει λευκό ή γκριζωπό πέτρωμα που οι ντόπιοι το λένε «βελαώρα». Οι χείμαρροι που σχηματίζονται αμέσως μετά την βροχή δημιουργούν βυθίσματα, «γρούσπες». Κρατιέται νερό στις «λούτσες», στις γούρνες…»
Ο Heuzey  πίστευε πως κοντά στην Κατούνα Ξηρομέρου υπήρχε ίσως κοίτασμα γαιάνθρακα ή ανθρακίτη. Οι κάτοικοι του Αετού έδειχναν ένα βάλτο του οποίου η λάσπη είχε την μοναδική ικανότητα να βάφει μαύρα τα μάλλινα υφάσματα.
Ο Heuzey αναφέρει ότι «… οι κάτοικοι του Ξηρομέρου θεωρούν τους εαυτούς τους πολιτισμένους. Έχουν και ένα τραγούδι που λέει:

Η Άρτα πέτρα να γενεί κι ο Βάλτος να βουλιάξει,
Το δόλιο το Ξηρόμερο Θεός να το φυλάξει.
Aπόχει τα γλυκά κρασιά και όμορφα κορίτσια.

Οι Ξηρομερίτες αποκαλούν τους Βαλτινούς λύκους, αρπαχτικά ζώα, μονομάτηδες, δηλαδή μονόφθαλμα τέρατα. Έχουν μάλιστα και μία παροιμία που λέει: «Βαλτινός και καλός γίνεται;»…»
Ο Heuzey  παρατήρησε με προσοχή τα ήθη των Ξηρομεριτών και διαπίστωσε ότι ουσιαστικά δεν διέφεραν καθόλου από αυτά των Βαλτινών. Στις αναφορές του διαβάζουμε ότι οι Ξηρομερίτες τότε,
είχαν τον ίδιο χαρακτήρα με τους Βαλτινούς, αλλά μ’ έναν αέρα πιο ατίθασο. Είχαν τα ίδια ελαττώματα και τις ίδιες αρετές. Ήταν περήφανοι, ανήσυχοι, φιλοπόλεμοι, λιγότερο φίλοι της δουλειάς απ’ ότι της κίνησης. Διέθεταν πηγαίο χιούμορ, ήταν γενναιόδωροι και τους διέκρινε μία ζωηρή φιλαυτία.
Ήταν ψηλοί με κομψό παρουσιαστικό, πρόσωπα με όμορφα χαρακτηριστικά, ήταν φιλότιμοι και περιποιητικοί.
Κατοικούσαν σε μεγάλα χωριά και τα σπίτια τους ήταν δίπατα και χτισμένα με την άσπρη πέτρα του τόπου. Είχαν όλοι μεγάλα μερίδια γης, αλλά δεν ήταν οι άνθρωποι που θα δούλευαν τα χωράφια τους. Κάθε χρόνο τα χωράφια τους τα δούλευαν Επτανήσιοι.
Σε όλο το Ξηρόμερο δεν συνάντησε κανένα χωριό χωρίς σχολείο.
Κατά την εκτίμησή του, απ’ όλες τις επαρχίες της χώρας, το Ξηρόμερο, είχε διατηρήσει τα ήθη της αρχαίας Ελλάδας, όπως η φιλοξενία, οι προσκλήσεις μεταξύ τους για φαγητό στο σπίτι καθώς και ο τρόπος που έτρωγαν. Κάθονταν οκλαδόν γύρω από ένα μικρό, χαμηλό τραπέζι. Όλοι είχαν την θέση τους και μετά το φαγητό άρχιζαν τις διηγήσεις.

Κατούνα (αρχείο Πολιτιστικός σύλλογος Κατουνιωτών Φίλιππος ο Ακαρνάν)

Το 1780, οι Γάλλοι Foucherot και Fauvel διέσχισαν το Ξηρόμερο, το οποίο αναφέρουν ότι κατοικούνταν από Αλβανούς με άγρια όψη. Για αυτό και κατά την διαδρομή τους στην Κατούνα, Μαχαλά και Πρόδρομο, είχαν για συνοδεία είκοσι με τριάντα αρματωμένους. Στον Μαχαλά θα είχαν άσχημη υποδοχή αν δεν φρόντιζε ένας ισχυρός της επαρχίας Ξηρομέρου, ο Κώστας Μαυρομμάτης, ο οποίος έμενε στην Κατούνα.
Στους δύο Γάλλους περιηγητές, εντύπωση έκανε τα σπίτια των εύπορων κατοίκων του Ξηρομέρου. Αναφέρουν χαρακτηριστικά:
«…είναι πύργοι, διάτρητοι από πολεμίστρες όπου μπαίνει κανείς με κινητές γέφυρες. Η σκάλα της καμάρας του πύργου κλείνει με βαριά καταπακτή. Έχει κανείς την εντύπωση ότι ζουν μόνιμα σε κατάσταση πολέμου και ότι δεν αφήνουν ποτέ από τα χέρια τους τα άρματα…»

Ο Άγγλος  Martin Leake, περιηγήθηκε στην Ελλάδα για έξι ολόκληρα χρόνια, από το 1804 έως το 1809.
Το 1806 επισκέφθηκε την Κατούνα. Εκεί κατέλυσε στο σπίτι του Γιώργου Μαυρομμάτη. Από τις αναφορές του μαθαίνουμε ότι από τα 100 σπίτια του χωριού, τα 70 είχαν εγκαταλειφθεί γιατί οι κάτοικοι δεν άντεχαν να τρέφουν τους διερχόμενους Αλβανούς.
Στην Κατούνα, αναφέρει ότι εκτρέφονταν πολλά πρόβατα και γελάδια και στις λάκες παράγονταν σιτάρι και κριθάρι.
Στις 18 Μαρτίου του 1806, ο  Martin Leake, φεύγει από την Κατούνα κι αφού περάσει από τα μικρά χωριά Κονωπίνα, Άννινο, Παπαδάτες ή Παπαλάτες, θα φτάσει στον Μαχαλά. Για τον Μαχαλά αναφέρει ότι έχει περίπου 50 σπίτια και έχει τη φήμη ότι είναι το υγιεινότερο μέρος του Κάρλελι.
 Από τον Μαχαλά πηγαίνει στον Πρόδρομο.
Για το χωριό Πρόδρομος, ο  Leake αναφέρει ότι: «… οι Προδρομίτες καλλιεργούν σιτάρι και κριθάρι και μαζεύουν βελανίδι, «κηκίδι» κι ένα σπόρο ή «μαύρο», που το μεταχειρίζονται στην βαφή και το λένε «μερζόσπορο».
«…Το σιτάρι «γκρινιάς» το σπέρνουν από τον Νοέμβριο  ως τον Ιανουάριο. Το «διμήνι» από τις 10 Φεβρουαρίου έως τις 25 Μαρτίου. Το κριθάρι το σπέρνουν την ίδια εποχή με το «γκρινιά» και ο θερισμός γίνεται στα μέσα Ιουλίου. Για τον καιρό που δίνει πλούσια σοδειά λένε το γνωμικό:
Χαρά Χριστούγεννα στεγνά,
τα Φώτα χιονισμένα
με την Λαμπρή βρεχούμενη
τ’ αμπάρια γιομισμένα….»


Το 1860 ο Άγγλος D.E. Colnaghi, διέσχισε το Ξηρόμερο και αναφέρει για την Ζαβέρδα:
«…το χωριό Ζαβέρδα είναι τοποθετημένο όμορφα πάνω σ’ ένα λοφίσκο…και έχει 1200 κατοίκους. Εμπορεύεται κυρίως βόδια τα οποία εξάγει στα Ιόνια νησιά».




*Οι περιηγητές έκαναν ταξίδια σε ξένες συνήθως χώρες για διαφόρους λόγους. Κατέγραφαν τις εντυπώσεις τους, ότι έβλεπαν, άκουγαν, παρατηρούσαν.
Από την Ελλάδα πέρασαν πολλοί και οι αναφορές τους για τις περιοχές της χώρας μας πολλές και σημαντικές.

ΠΗΓΗ: "Η Αιτωλοακαρνανία με τα μάτια των περιηγητών"
του Ευθύμιου Πριόβολου

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2012

Στο Μακρονήσι. Το νησί της "Αναμόρφωσης"




Τέλη Δεκέμβρη του 1949.
O χειμώνας ήταν σκληρός, έπεσε και χιόνι στο νησί, μας βάζουν την ημέρα να καθόμαστε κατάχαμα. Απαγορεύεται  να βάλεις ένα κουρελάκι για να καθίσεις, ή μια πέτρα, για να μην είσαι καθισμένος μέσα στις λάσπες και το νερό. Απαγορεύεται κάθε κίνηση,  απαγορεύεται να στρέψεις δεξιά η αριστερά. Εκεί υποχρεωμένος να βλέπεις προς μια κατεύθυνση, χωρίς να στρίβεις το κεφάλι. Και η παραμικρή κίνηση κολάζεται με ξυλοδαρμό. Το σώμα σου πιάνεται από την υγρασία και γίνεται ένα με τις λάσπες και τη γη. 
Φαγητό μας δίνουν κάθε δεύτερη ή και κάθε τρίτη μέρα. Το φαγητό είναι δυο μπουκιές ψωμί και λίγα χόρτα, χωρίς λάδι....
...Μόλις νυχτώσει, μας βάζουν μέσα στα αντίσκηνα…όταν μας κλείνουν στ’ αντίσκηνα, μας χύνουν στην πλάτη πάνω από το σβέρκο νερό…
Κάθε βράδυ, κατεβάζουν κανα δυό στο φυλάκιο. Δε μας παίρνουν μαζί.
Παίρνουν πρώτα τον ένα κι ύστερα τον άλλον, αφού τελειώσουν με τον πρώτο. Οι βασανιστές εναλλάσσονται στο « έργο» τους, για να μην κουράζονται. 
Την πρώτη θέση κατέχουν οι φάλαγγες, τα χτυπήματα στα άκρα, παντού. Αλλά και τα αδέσποτα χτυπήματα, κλοτσιές, κοντακιές, γροθιές, δε λείπουν. Στήνουν χορό γύρω σου και ουρλιάζουν. «απόψε θα την κάνεις, θα την κάνεις (τη δήλωση δηλαδή). Ήρωας δε θα βγεις από το Μακρονήσι.».....
....Ο επικεφαλής αξιωματικός άρχισε τη διάλεξη…στο τέλος της ομιλίας, όμως σηκώνει το ποτήρι το νερό από το τραπέζι του, σαν είδος χαιρετισμού προς τους τραμπούκους που  ωρύονταν. Αυτό ήταν το σύνθημα. Πέφτουν επάνω μας με ρόπαλα και ο καθένας αξιοποιούσε την πείρα των βασανιστηρίων της Μακρονήσου.  
Ο Τατάκης βασανίζεται στο δρομάκι, μπροστά στα μαγειρεία. Ακούγεται πνιγμένος ο  πόνος. Δεν ήθελε ο Μήτσος να βγάλει ούτε αχ, για να μη δώσει ικανοποίηση στους σαδιστές δήμιους. 
Ο Κιουρτσής, ο Μποζαντζίδης, ο Πολύβιος βασανίζονται και εγκαταλείπονται αιμόφυρτοι στο δρόμο. Προς την απομόνωση. Ορισμένοι πετάγονται από το βράχο στη θάλασσα.

(αποσπάσματα από μαρτυρία Γιάννη Παλαβού).

 1949
 Μία παρέα Αγρινιωτών εξόριστων στην Μακρόνησο.

                                           
 Δημήτρης Καρύτσας, Σπύρος Φύλακτος, Ντίνος Συγκούνας, Νίκος Βασιλόπουλος, Παλιούρας...μερικοί από αυτούς που πέρασαν από την "κολυμπήθρα του Σιλωάμ" για "ιδεολογική αναβάπτιση"...

Μία φωτογραφία που μου παραχώρησε η αγαπημένη μου εξαδέλφη 
και σύζυγος του Δημήτρη Καρύτσα. 
Την ευχαριστώ πολύ!!


Το στρατόπεδο «πειθαρχημένης διαβιώσεως» εγκαινιάστηκε το Νοέμβριο του 1948 από μια ομάδα 40 εξόριστων αντιστασιακών, που το Δεκέμβριο αυξήθηκαν σε 1000. Το καλοκαίρι του 1949, οι πολιτικοί κρατούμενοι στο «νησί της αναμόρφωσης», ξεπερνούσαν τις 10.000.



Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Στα Προσφυγικά


Σχολικό έτος 1936-1937





Σχολικό έτος 1952-1953
 Δασκάλες οι: Μαρία Παπασταματίου (μητέρα του συνθέτη Πυθαγόρα) και Παπαγεωργίου-Μποκώρου.


Πέμπτη, 12 Απριλίου 2012

Μεγάλη Παρασκευή του 1944...Ένα χρόνο μετά...



Εφημερίδα "ΦΩΝΗ ΤΟΥ ΛΑΟΥ"...


...ένα χρόνο μετά.
1945

Ένα χρόνο μετά τη δραματική εκείνη Μεγάλη Παρασκευή του 1944 στην Αγρινιώτικη εφημερίδα της εποχής εκείνης "Φωνή του λαού" δημοσιεύτηκε το παρακάτω κείμενο με μαρτυρίες από το σκηνικό της εκτέλεση των 120:


Η εκτέλεση των 120

"Πέρασε ένας χρόνος από τη δραματική εκείνη Μεγάλη Παρασκευή, θυσία στο βωμό της λευτεριάς της Πατρίδας. Ό,τι ιερότερο και καλλίτερο έχει ο ελληνικός λαός.
Το Αγρίνιο πρόσφερε στην ιστορία της αγωνιζόμενης Ελλάδας το ολοκαύτωμα των 120 δολοφονημένων παιδιών του. Ποιος θα μπορέσει ποτέ να περιγράψει σ" όλη της την έκταση, τη φρίκη της ημέρας;
Σας μεταφέρουμε εδώ απλές αφηγήσεις για τα γεγονότα της Μεγ. Παρασκευής όπως τα διηγήθηκαν φυλακισμένοι, αυτόπτες μάρτυρες και τσολιάδες ακόμη.

 Στις φυλακές της Αγίας Τριάδας

  Το βράδυ της Μεγ. Πέμπτης, λέει ο κρατούμενος Θαν. Καλ..., η φρουρά των φυλακών της Αγ. Τριάδας δυνάμωσε αρκετά. Από μέρες διαδίδονταν πως για το σαμποτάζ της Σταμνάς θα εκτελούνταν σ' αντίποινα 160 κρατούμενοι ή 120. Μας καθησύχαζαν όμως απ' έξω κι' είχαμε πιστέψει πως θα γλυτώναμε. Τα ξαφνικά αυτά μέτρα άρχισαν να μας ανησυχούν.

Φυλακές Αγίας Τριάδος
 
Κρύος ιδρώτας μας περιέλουσε όλους, όταν αργότερα τη νύχτα ακούσαμε δίπλα στις φυλακές τα γκαπ-γκουπ των σκαφτιάδων που έσκαφταν.
 -Φτιάχνουν λάκκους, διαδόθηκε σαν αστραπή ανάμεσα μας.
 Ύστερα από λίγο ο γδούπος των τσαπιών απομακρύνθηκε. Το έδαφος μπροστά στις φυλακές ήταν σκληρό και άρχισαν να φτιάχνουν τους λάκκους στο χωράφι του Σούλου. Πέσαμε να κοιμηθούμε. Οι πιο θαρραλέοι φώναζαν πως δεν είναι τίποτα. Στοιβαγμένοι μέσα στους απαίσιους θαλάμους της φυλακής κρατούσαμε όλοι την ανάσα μας, 450 άνθρωποι κλεισμένοι σ' ένα κλουβί. Πόσοι από μας θα ζούσαν αύριο; Πόσους θα εκτελούσαν; Ποιους;
Με τα μάτια ορθάνοιχτα μέσα στο σκοτάδι, 450 άνθρωποι ζούσαμε με το απαίσιο αίσθημα της επιθανάτιας αγωνίας. Είμασταν όλοι γεροί. Υγιείς, ζωντανοί άνθρωποι. Όμως κανένας μας δεν μπορούσε ν' αντιδράσει στο θάνατο που έρχονταν, που έμπαινε μέσα μας με τους υπόκωφους γδούπους των τσαπιών που έσκαβαν τους λάκκους μας τη νύχτα. 
Στις 4.45 το πρωί ο Γερμανός αρχιφύλακας λοχίας Καρλ Βέρνερ με τη φρουρά των τσολιάδων μπήκε στη φυλακή και φώναξε τρία ονόματα:
 -Αναστασιάδης, Σαλάκος, Σούλος.
 Προχώρησαν παλικαρίσια. Καμμιά λιποψυχία.
 -Γεια σας, παιδιά. Χαιρετισμούς στους δικούς μας. θα νικήσουμε, ήταν τα τελευταία τους λόγια.

Πάνος Σούλος


Με σπρωξίματα οι τσολιάδες τους έσπρωξαν σ' ένα αυτοκίνητο και τους πήραν. 
Σε λίγο γύρισε ο αρχιφύλακας των τσολιάδων και διέταξε τους κρατούμενους να ντυθούν όλοι και νάναι έτοιμοι. Προηγούμενα τους είχε διατάξει να γδυθούν όλοι και να μείνουν με τα εσωτερικά παντελόνια.
Στις 6 π.μ. κατέφτασε πάλι ο λοχίας Βέρνερ με τη φρουρά των τσολιάδων και διέταξε όλους να κατεβούν στο προαύλιο και να μπουν στη γραμμή. Εκεί ήταν δύο αξιωματικοί των Ες-Ες και ο υπολοχαγός των τσολιάδων Μπλέσσας, σύνδεσμος των Γερμανών.
Ο ένας Γερμανός αξιωματικός άρχισε να φωνάζει τον κατάλογο και μόλις συμπληρώθηκε η πρώτη δεκάδα ο τσολιάς υπολοχαγός διέταξε απόσπασμα τσολιάδων να τους πάνε...
-Εκεί!! που ξέρουν... 

Χρήστος Σαλάκος
Και συνεχίστηκε η εκφώνηση των ονομάτων. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν οι πυροβολισμοί. 
Το απόσπασμα ξαναγύρισε για να παραλάβει τη δεύτερη δεκάδα και ούτω καθεξής.
Ο τσολιάς υπολοχαγός τους έκανε με μια σατανική απάθεια παρατηρήσεις γιατί αργούσαν.
Κοίταξα τους συγκρατούμενούς μου. Ήταν όλοι κάτωχροι. Μέσα στα μάτια τους όμως άστραφτε η αποφασιστικότητα και ένα θανάσιμο μίσος ανάμικτο με αηδιαστική περιφρόνηση για τους προδότες. Άμα τελείωσε η εκτέλεση διέταξαν τους υπολοίπους να μπουν μέσα στη φυλακή. 
Οι Γερμανοί και ο τσολιάς υπολοχαγός αφού επιθεώρησαν τον ομαδικό τάφο, όπου κείτονταν 117 κουφάρια παλικαριών και μια γυναίκα, η Κατίνα Χατζάρα, γύρισαν στις φυλακές όπου ο τσολιάς υπολοχαγός μίλησε στους κρατουμένους εξυμνώντας το έργο των Γερμανών!!! και των τσολιάδων!!!

Α. Βλάχας, Κ. Ταμπάκης, Γ. Τσικώνης
Τρία από τα εννέα Κατουνιωτόπουλα
που εκτελέστηκαν στην Αγ. Τριάδα.
Από το medewnpress.blogspot.com
Ύστερα από κάμποση ώρα ακούσαμε απ' έξω τους θρήνους των πρώτων συγγενών που κατάφθαναν και μάθαιναν την εκτέλεση των δικών τους. Οι τσολιάδες τους απαγόρευαν με τη ξιφολόγχη να πλησιάσουν.


Στην κεντρική πλατεία

Στην πλατεία Μπέλλου διαδραματίζονταν στο μεταξύ άλλες φριχτές στιγμές. Αυτόπτης μάρτυρας διηγείται:


Στο μισοσκόταδο άκουσα τον θόρυβο ενός αυτοκινήτου που σταμάτησε στην Πλατεία. Άκουσα ακόμα μερικές γερμανικές ομιλίες, που ύστερα απομακρύνθηκαν και φωνές τσολιάδων. Στο βάθος της πλατείας είδα να κινούνται μερικοί τσολιάδες γύρω από τις δύο κολώνες. Δεν κατάλαβα περί τίνος επρόκειτο. 
Πνιχτές άναρθρες φωνές που ακούστηκαν κατόπιν δεν μου άφησαν καμμιά αμφιβολία γι' αυτό που γινόταν: Κρεμούσαν το Σούλο και τον Αναστασιάδη. 
Τον απαγχονισμό του μακαρίτη Σαλάκου τον παρακολούθησα από σιμά.
Επί κεφαλής του αποσπάσματος ήταν ο περίφημος δήμιος επιλοχίας και έπειτα ανθυπολοχαγός του Τάγματος Ασφαλείας Γεωργόπουλος.
Όταν ετοίμαζαν τη θηλειά ο  Σαλάκος φώναζε:
 -Θα μ' εκδικηθεί ο λαός του Αγρινίου. Ζήτω το ΕΑΜ.
 Με φρίκη άκουσα το Γεωργόπουλο να απαντάει με θηριωδία. 
-Σκάσε παλιοκάθαρμα! και τράβηξε το σκαμνί απ' τα πόδια του θύματος. 
 Οι άλλοι τσολιάδες έστρεψαν τα νώτα τους προς την κολώνα για να μη βλέπουν. Απόστρεψα με φρίκη το πρόσωπο και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω το παράπονο που μ' έπνιγε.



Ένα σημαντικό φωτογραφικό ντοκουμένο είναι μια
φωτογραφία του κρεμασμένου Αβραάμ Αναστασιάδη,
που πήρε ο παλιός γνωστός φωτογράφος του Αγρινίου
Σπ. Ξυθάλης από μιά παρακείμενη οικοδομή,το αρνητικό
 της οποίας είχε εμπιστευθεί στον Σπ. Γερολυμάτο,
 όπως διατείνεται ο γιός του Γεράσιμος Γερολυμάτος.


Έβρεχε εκείνο το τραγικό πρωί της Μεγ. Παρασκευής. Ο ουρανός ήταν κατασκότεινος. Από πολύ νωρίς οι καμπάνες άρχισαν να χτυπούν πένθιμα θρηνώντας τον Εσταυρωμένο Ιησού. Δεν έβλεπες ψυχή στο δρόμο. Και ξαφνικά ακούστηκαν οι ριπές των πολυβόλων. Σαν αστραπή διαδόθηκε πως στην πλατεία έχουν κρεμάσει τρεις. Γυναίκες, παιδιά, γέροντες, νέοι άρχισαν να τρέχουν στους δρόμους έξαλλοι. Μέσα στα μάτια τους έβλεπες έκδηλο τον τρόμο και τη φρίκη.
Έβλεπες γνωστούς σου που σε κυττούσαν με αλλόφρονα βλέμματα και δεν τολμούσαν να σου πουν λέξη. 
Σ' απόμερα σταυροδρόμια άνδρες και γυναίκες έκλαιγαν στα κρυφά, χαροκαμένες μανάδες τραβούσαν τα μαλλιά τους και χτυπούσαν τα κεφάλια τους στους τοίχους. Βουβός, πνιχτός, ανάμικτος με ένα θανάσιμο ανάθεμα για τους δολοφόνους ανέβαινε από ολόκληρη τη πόλη ο θρήνος για τα 120 αδικοχαμένα παλικάρια της.

Από το αναμνηστικό λεύκωμα της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ
http://eteriafotografizontas.blogspot.com/

Οι κρεμασμένοι έμειναν εκεί όλη τη Μεγ. Παρασκευή και το πρωί του Μεγ. Σαββάτου.
Έγινε η αποκαθήλωση του Χριστού, ο ενταφιασμός του, η χαρμόσυνη Ανάσταση. 
Σάββατο κι αυτοί έμειναν εκεί κρεμασμένοι. Μόλις το μεσημέρι τους ξεκρέμασαν απ' το σταυρό του δικού τους μαρτυρίου και τους έθαψαν μαζί με τους άλλους».



 Τα ονόματα των 120

Αγγελάκης Γεώργιος                     
Αλεξανδρής Κωνσταντίνος
Αναστασίου Χρήστος,
Αναστασιάδης Αβραάμ
Αντωνόπουλος Γεράσιμος,
Αντωνόπουλος Χρ.
Βλάχας Αλέκος
Βλάχος Δημήτρης
Βίτσας Γιάννης
Γράψας Βασίλης
Γιάγκας Σπύρος
Γυφτομήτσος Γιώργος
Δανίας Γεώργιος
Διαμαντής Γεώργιος
Ζήκας Κωνσταντίνος
Ζήκας Μιχάλης
Καρέλος Θεόδωρος
Κούρτης Βαγγέλης

Κατσαρός (Καραγιάννης) Γιώργος
Καρφής Γιώργος
Κασαγιάννης Πάνος
Κολοβός Χαράλαμπος
Καλλίμαχος Σωτήρης
Καταπόδης Κώστας·
Κυριλής Χρήστος
Κοκορόμπας Γιώργος
Καβγιούλας Γιάννης
Καλυβιώτης Κωνσταντίνος           
Κίτσος Χρήστος
Κουκουμίλος Βασίλης
Κατσάμπελος Νικόλαος
Κουρούπης Αντώνιος                              
Μαριώλης Βασίλης                                   
Μπέλλος Δημήτρης
Μπλήτσας Κωνσταντίνος
Μιχαλόπουλος Δήμος
Μπαρτζώκας Σταύρος
Νικολάου Χρήστος
Νιάφας Απόστολος
Ντελής Αλέξανδρος
Ντελής Ιωάννης
Ντελής Χρήστος
Παπαπάνου Γεώργιος
Παπανίκος Γιάννης
Παπακωνσταντής Χρ.
Παπαδήμος Σταύρος
Παπαευθυμίου Ανδρέας
Πάνης Γεώργιος
Πάνης Ευάγγελος
Παπάς Δημήτριος
Παπάς Διονύσιος
Παπάς Ιωάννης
Πέπας Χαράλαμπος
Σαλάκος Χρήστος
Σβώλης Χρ.
Σισμάνης Φώτης
Σταυρόπουλος Σπύρος
Σκιαδάς Κώστας
Σκαρλάτος Γιάννης
Σούλος Παναγιώτης
Σουπικιώτης Βασίλης
Σουπικιώτης Νι κηφόρος
Σουπικιώτης Χαράλαμπος
Τσικώνης Γεράσιμος
Τσαμίλης Αντώνης
Τσίρκας Γιάννης
Τσιτσόνης Σταμούλης
Ταμπάκης Κωνσταντίνος
Τσίπης Βασίλης
Τζίμας Γιώργος
Τζίμας Σπύρος
Τσούτσης Δημήτριος
Τσούτσης Μιλτιάδης
Τσούτσης Μιχάλης
Τσούτσης Χαράλαμπος
Χαραλαμπίδης Παρασκευάς
Χατζάρα Κατίνα
Χατζηελευθερίου Νικόλαος
Χρηστάκης Γεώργιος
Χρήστου Αριστείδης
Χολέβας Γεώργιος
Σταυράκης Χριστόφορος
Σαμαντάς Χρήστος
Σωκρατάκης Πάνος


Διαβάστε παλαιότερες αναρτήσεις για τους 120 εκτελεσθέντες, πατώντας τον σύνδεσμο "120", τον οποίο θα βρείτε δεξιά στο ιστολόγιο, στην ενότητα "Κατοχή-Εμφύλιος".










Divider Graphics
~Αγρίνιο...Γλυκές Μνήμες~

Τρίτη, 10 Απριλίου 2012

Ξημερώματα Λαμπρής...

1960
Στα Προσφυγικά



~~~~~~~~~~
1956
Στον Άγιο Χριστόφορο



~~~~~~~~~~
1950
Μπουκογιάννη και Μπότσαρη


~~~~~~~~~~
1955
Στην Ντούτσαγα








Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Ανήμερα της Λαμπρής...



1960
Οδός Χαριλάου Τρικούπη και Μακρή
Οικογένειες Στεροδήμα και Πατσαούρα-Χριστοδουλόπουλου.




~~~~~~~~~~~~
1967
Στον Άγιο Χριστόφορο


~~~~~~~~~~~~
1955
Στον Άγιο Χριστόφορο


Ευχαριστώ τον Δημήτρη Στεροδήμα για την 
παραχώρηση των δύο πρώτων φωτογραφιών.

Κυριακή, 1 Απριλίου 2012

Το Μεγάλο Όπλο





Σαν τον αέρα μανιασμένος, απότομος, δυνατός, γοργός και ανάλαφρος διάβηκε ο Παπαποστόλης από το «Κομάντο Πρεζίντιο», ανέβηκε στο «Ουφίτσιο Περσονάλε» και φωνάζοντας μονάχα: «Θέλω τον στρατηγό, θέλω τον στρατηγό», χύθηκε στο διάδρομο κατά το γραφείο του Διοικητού της Μεραρχίας «Καζάλε».
Ήταν τον καιρό της κατοχής κι εγώ υπηρετούσα ως διερμηνέας στο Ιταλικό στρατηγείο, που ήταν εγκατεστημένο στο διώροφο κτίριο, που δέσποζε στη δυτική πλευρά της κεντρικής πλατείας της πόλεως.
Από τα βαριά και γρήγορα βήματα, τις φωνές και το θόρυβο – όλα ασυνήθιστα εκεί μέσα – ξαφνιάστηκαν οι αξιωματικοί και βγήκαν στο διάδρομο.
Ο ιδρώτας του κατάκοπου από την τρεχάλα, τ’ ανεβάσματα και τη θλίψη, του γηραιού αρχιμανδρίτη, ανακατώθηκε με το λεπτό άρωμα των παρφουμαρισμένων Ιταλών του «Ντούτσε» που σαστισμένοι κι αμίλητοι επλεύριζαν κάνοντας τόπο στον υψηλό, σοβαρό και συνοφρυωμένο πρωτοπρεσβύτερο, που τώρα όρθιος, θαρρετός και ακαταμάχητος στεκόταν στην ανοιγμένη διάπλατα είσοδο του γραφείου του στρατηγού της Μεραρχίας των «κιτρίνων».
Δύο άντρες, δύο κόσμοι!
Δύο κόσμοι διάφοροι και αντιμέτωποι. Ο διοικητής της Μεραρχίας της Τοσκάνης κι ο αρχιμανδρίτης της πόλεως Αγρινίου. Ο εκπρόσωπος της εχθρικής εξουσίας της κατοχής κι ο αντιπρόσωπος της Ορθοδοξίας. Ο υπερήφανος στρατηγός με τα καινουργή γκριζοπράσινα κι ο ταπεινός κληρικός με τα εφθαρμένα μαύρα.
Η απορία κι η πίκρα, το ξίφος κι ο σταυρός…

Από το αρχείο της Βαρβάρας Καπώνη

Μα δεν ξέρω αν ήταν σχεδιασμένο εκ των προτέρων ή αν ήταν μεταστροφή και μεταμόρφωση της στιγμής, πάντως, απότομα, το μίσος, η θλίψη, ο θυμός και η απόγνωση που ήταν ζωηρά ζωγραφισμένα στο αλλοιωμένο πρόσωπο του Παπαποστόλη, εξαφανίστηκαν και μονομιάς στη θέση τους απλώθηκε η γαλήνη, η ηρεμία, η γλυκύτης, η ομορφιά και το χαμόγελο.
Μόνος, άοπλος, με θώρακα πίστεως και αγάπης προχωρεί λίγα βήματα, πλησιάζει τον γιγαντόσωμο στρατηγό και πριν εκείνος προλάβει να πει έστω κι ένα λόγο φιλοφρονήσεως τον αγκαλιάζει και τον ασπάζεται σταυρωτά. Ο Ιταλός τα ‘χει χαμένα. Κεραυνοβολείται κι από την έκπληξη αδυνατεί να αντιδράσει, μοναχά ακούει αυτά που βρίσκει την ευκαιρία να του πει ο αθάνατος Παπαποστόλης:
- Στρατηγέ μου, επιτάξατε τα σπίτια και τα μαγαζιά μας, επιτάξατε τα σχολεία και τα παιδάκια κάνουν μάθημα στις εκκλησιές, στις αποθήκες και στο ύπαιθρο. Επιτάξατε τα ζώα μας και το ανεχθήκαμε, το υπομείναμε…Τώρα έφτασε το μαχαίρι στο κόκαλο,  που λέμε εμείς οι γραικοί…Κόψατε τα πεύκα για καυσόξυλα στα μαγειρεία σας…Πειράξατε το δασύλλιο του Αγίου Χριστοφόρου, που είναι η χαρά, η ψυχή και η καρδιά της πόλεως, που είναι το καμάρι μας, η ίδια η ανάσα που αναπνέουμε, που αναπνέεται και σεις…Αν δεν διατάξετε να σταματήσει το κακό, δεν ξέρω κι εγώ τι μπορεί να γίνει αύριο με το εκκλησίασμα, με το λαό της πόλεως ολόκληρο. Από σας, το μεγάλο έθνος, περιμέναμε δείγματα πολιτισμού κι όχι πράξεις βιαιότητας και καταστροφής…Στρατηγέ μου, έρχομαι σαν φίλος, σαν αδελφός, σαν πατέρας. Εύχομαι με την βοήθεια και την ευχή του Αγίου να ξαναπάτε στα σπίτια σας, στις γυναίκες σας και στα παιδιά σας…

Από το αρχείο της Βαρβάρας Καπώνη
 Τα είπε όλα απανωτά, κοφτά, απλά, μ’ εκείνη την αλησμόνητη προφορά, που ‘μοιαζε σαν δέηση, σαν προσευχή. Το στόμα του σταμάτησε να μιλάει μα απ’ τα μάτια του άρχισαν να τρέχουν ασταμάτητα δάκρυα. Δάκρυα θαυματουργά, που συγκλόνιζαν, που παρέσυραν. Δάκρυσε ο αοίδιμος Παπαποστόλης, δάκρυσε κι ο στρατηγός, δάκρυσε κι ο επιτελάρχης, δάκρυσε κι ο προσωπάρχης Σιμέ Σαλβατόρε, εκείνος ο αλύγιστος, με το στρογγυλό κόκκινο πρόσωπο, το πελώριο σώμα και το μακρύ ανάρριχτο μαύρο μανδύα. Κι εγώ δάκρυσα. Μονάχα οι σημαιούλες, οι μπιγμένες πάνω στους  μεγάλους χάρτες, στο βάθος του γραφείου που έδειχναν την πορεία των στρατευμάτων του άξονος Ρώμης-Βερολίνου στο ρωσικό και αφρικανικό μέτωπο, έμειναν ασάλευτες, ακίνητες, σαν για να αποτυπώσουν στο έπακρο την αιωνιότητα των στιγμών.
Ο γιγαντόσωμος στρατηγός ήταν πια ένα ερείπιο, ένα συντρίμμι. Ωστόσο, ύστερα από λίγες στιγμές απόλυτης σιωπής, στιγμές γεμάτες κατανόηση, δίνει μια διαταγή κι ως έβγαινε ο επιτελάρχης δια τα περαιτέρω, αυτός καλεί στο τηλέφωνο προσωπικώς τον διοικητή της Ταξιαρχίας των μελανοχιτώνων και τον παρακαλεί όπως ευαρεστηθεί και διατάξει τους άντρες να μην πλησιάσου του λοιπού το δασύλλιο του Αγίου Χριστοφόρου.
Όταν τελείωνε με τον Ταξίαρχο φασιστών, άκουε τον επανελθόντα στο μεταξύ επιτελάρχη, που τον ενημέρωνε, ότι διετάχθησαν ήδη όλα τα τμήματα σχετικά, μάλιστα δε επιφορτίσθη ειδικό συνεργείο του μηχανικού, όπως κατασκευάσει πινακίδες με την απαγορευτική διαταγή του στρατηγού και τις τοποθετήσει εις τα πιο εμφανή σημεία του δάσους και εις όλας τας προσβάσεις.
Ήρεμος πια, γαλήνιος μα και χαρούμενος, ο μέχρι προ ολίγου οργίλος πρωτοπρεσβύτερος, ξαναφιλούσε σταυρωτά τον στρατηγό Μάριο Ματζιάνι, που γεμάτος υποκλίσεις και τσιριμόνιες κατευόδωνε τον αθάνατο Παπαποστόλη, που τώρα πετούσε κατά την έξοδο, ενώ πίσω του υψωνόταν μια βοή πολύστομη θαυμασμού, εκπλήξεως και σεβασμού.

Αρχείο Νούλη Καρβούνη

Ο Παπαποστόλης είχε θριαμβεύσει. Με την αγάπη σκέτη αφόπλισε τον αμαρτωλό στρατηγό. Με τον εγκάρδιο ασπασμό, το μεγάλο του όπλο, ενίκησε. Ο σκλάβος εδάμασε τον κατακτητή. Κι έτσι εγλύτωσε από την κακή ώρα και για πάντα το ζωογόνο και πανέμορφο δάσος που εκείνος εφύτεψε και που με πόνους και δάκρυα συγκράτησε κι άθικτο το άφησε σε μας και στις απώτερες γενεές. Το κράτησε δίκαια, ίδιο στεφάνι αμάραντο, έπαθλο στην άνιση μα νικηφόρα του αναμέτρηση.
Δύο μέρες αργότερα – βράδυ με συσκότιση – όπως καθόμουνα ακουμπισμένος στη γωνιά του στρατηγείου, ένιωσα ξάφνου ένα ελαφρό χτύπημα στον ώμο από μαστίγιο.  Γυρίζω και βλέπω το πρόσωπο του πάντα χαμογελαστού μικρόσωμου Μάτσα, του επιτελάρχη της Μεραρχίας, που μόλις διακρινόταν στο φως του αναμμένου τσιγάρου του.
- Ξέρεις, σινιόρ Σώκρατε, ο στρατηγός μας άλλαξε. Έγινε ένας άλλος άνθρωπος. Από προχθές δεν μπορεί να ησυχάσει. Τον συντροφεύει παντού η γλυκιά μορφή του αγαθού λευίτη, του πρωθιερέα σας Παπαποστόλη. Ο στρατηγός έχει την αίσθηση πια, ότι μίλησε μ’ έναν αληθινό άγιο κι είναι γι αυτό πολύ χαρούμενος, πολύ ευτυχισμένος. Σχεδόν όλοι αλλάξαμε εδώ πάνω. Το πιστεύεις;
Δεν πρόλαβα να του αποκριθώ, γιατί σαν τελείωσε τα παραπάνω λόγια, χάθηκε κιόλας μέσα στο σκοτάδι, μέσα στη νύχτα.   

Ομιλία του Σωκράτη Παπακωνσταντίνου,
 στα Αποκαλυπτήρια της προτομής του Παπαποστόλη, στο Αγρίνιο.

 ~~~~~~~~~~~~~~~~~

Περισσότερα για τον Παπαποστόλη θα βρείτε
στην στήλη "Προσωπικότητες", ή 
στην στήλη "Εκκλησίες, Άγιοι, Μορφές",
δεξιά του ιστολογίου.