Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

"Υπόγειο" club

Σκέφτηκα να κάνω ένα αφιέρωμα στους χώρους που διασκεδάζαμε πριν χρόνια.
Όλοι μας σχεδόν έχουμε περάσει απ’ αυτά.
Είπα να αρχίσω με τo disco-club "ΥΠΟΓΕΙΟ".
Στις παλιές καπναποθήκες του Κόκκαλη, επί της Μπουκογιάννη, στην καρδιά του Αγρινίου ήταν το "ΥΠΟΓΕΙΟ".
 
Άνοιξε τις πόρτες του το 1988 και άλλαξε τα μέχρι τότε δεδομένα της διασκέδασης στο Αγρίνιο.
Ζήτησα από τον φίλο-δημοσιογράφο Γιάννη Συμψηρή, να μου γράψει ένα κείμενο για το "ΥΠΟΓΕΙΟ" και αυτό που μου έγραψε «διέγραψε» μεμιάς την δική μου εισαγωγή στο θέμα….


                      Το "Υπόγειο" ήταν το απόγειο...

Ο τίτλος δεν είναι παραπλανητικός, αντίθετα είναι ακριβέστατος. Ουσιαστικά το ξεκίνημα του περίφημου clubbing στο Αγρίνιο υπήρξε και το απόγειό του, πολύ απλά γιατί από κει και ύστερα όλα τα άλλα ήταν απομιμήσεις αλλά και γιατί η ιστορία αυτή έφθινε συνεχώς. Το αυθεντικό μπορεί να ξεπεραστεί μόνο όταν ανανεώνεται και αλλάζει με νέες παραστάσεις και με ξένο ή ανακυκλωμένο χρήμα. Από τα παραπάνω δυστυχώς το Αγρίνιο δεν μπόρεσε να διαθέσει τίποτε, όλα αυτά τα χρόνια. Άρα μοιραία και νομοτελειακά ότι ακολούθησε το Υπόγειο δεν είχε τη φρεσκάδα, δεν είχε το χαβαλέ του και δεν είχε την αφέλειά του και για να είμαστε ειλικρινείς δεν είχε και τη διάθεση όλων μας. Να βγούμε έξω κάθε μέρα(!), να πάμε στο σχολείο ή στις δουλειές μας κατευθείαν από ξενύχτι και ελαφρώς... «παλούκι», να ζήσουμε το όνειρο της νεότερης Ελλάδας...


Όταν η κάτοχος του μπλογκ μου ζήτησε ένα κείμενο για εκείνα τα χρόνια και για το πώς άνοιξε και έτρεξε ο μύθος του "Υπογείου", δεν μπορούσα να φανταστώ ότι αυτό θα γίνει τη μέρα που θα πεθάνει το lifestyle στην Ελλάδα. Τη μέρα δηλαδή που ο Κωστόπουλος θα βγάλει μια επιστολή όπου θα εξηγεί ότι όλη αυτή η διασκέδαση και τα πούρα και η Μύκονος και το «να περνάμε καλά» και η «αποενοχοποίηση» και το «καλύτερα πλούσιος και υγιής παρά φτωχός και άρρωστος», όλα αυτά γινόταν με δανεικά! Ο ίδιος αφού παρέδωσε τον εαυτό του βορά στους αναγνώστες του, εξηγώντας πως έγινε ο γκουρού της... γκλαμουριάς και άλλων τέτοιων σιχαμένων λέξεων από τα τέλη του 1980 ως τα τέλη του ’90 ( με όλη την αγγλικούρα, τη χλιδή της «καλής ζωής» κλπ, κλπ), τώρα ζητά να μην τον κρίνει το κοινό του σαν κάποιο μικρομεσαίο στέλεχος του ΠΑΣΟΚ που είχε τα κόζια, αλλά σαν κάποιο εργοδότη που έκανε πράξη το όνειρο των εργαζομένων του! Και τώρα τον τρώνε οι ίδιοι οι άνθρωποι που έτρεχαν σαν τρελοί να πάρουν το «Κλικ» και τα άλλα πονήματά του.



Ε, λοιπόν αυτή είναι ακριβώς η εποχή που έγινε το "Υπόγειο" και αυτά υπήρχαν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα ακόμη και εδώ στο Αγρίνιο. Τα λέω για τους νεότερους γιατί οι παλιότεροι τα θυμούνται. Και για μένα, αν κάνω μια σούμα, δεν ήταν ειλικρινή χρόνια, αλλά μάλλον ψεύτικα και βουτηγμένα στο λεγόμενο «Ελληνικό όνειρο», που μας έφερε μέχρι εδώ. Γιατί για να είμαστε ειλικρινείς ήπιαμε παραπάνω από όσο έπρεπε και χαλαστήκαμε ίσως περισσότερο από όσο μας έπαιρνε.
Όμως, παρότι κάποιοι από μας ελάχιστη σχέση είχαμε με τη χορευτική σκηνή ή με το Pump up the Jam (η αφεντιά μου ροκ άκουγε και τότε και τώρα), αποφασίσαμε να βοηθήσουμε σαν ένας κύκλος 10 ή 20 ανθρώπων, κάτι καινούριο που δεν υπήρχε στο Αγρίνιο και το βλέπαμε παντού τριγύρω μας στις διακοπές ή στις βόλτες στην Αθήνα. Ένας φίλος του ενός ή του άλλου πήρε αρχικά θέση στις χιλιάδες κόκκινες καρέκλες που αποτελούσαν το μαγαζί την πρώτη του χρονιά ή στην εξέδρα που άλλαξε τα πάντα από τη δεύτερη χρονιά και μετά. Τότε υπήρχαν και φοιτητές της Οικονομικής Σχολής και μέχρι να φύγουν το πάρτυ δεν είχε τελειώσει από καμία άποψη. Οι ιδέες; Ατέλειωτες. Το κόψιμο του τεράστιου χώρου σε μικρό μπαράκι τις καθημερινές και σε κλαμπ τα Σάββατα, τα πάρτυ, οι dj από την Αθήνα...


Μετά η αφεντιά μου έχασε πολλά επεισόδια γιατί έφυγε για την ξενιτιά... Είχα όμως επαφή και μάθαινα και όποτε μπορούσα κατέβαινα να παρακολουθώ από κοντά τα καλά χρόνια, πλην της διετίας ΄92-’93 που με έφαγε η μαμά πατρίδα.
Το "Υπόγειο" υπήρξε κάτι πραγματικά μπροστά από την εποχή του και το να περιγράψω πως στήθηκε και ποιοι συμμετείχαν δε νομίζω ότι είμαι ο κατάλληλος. Απλά πρέπει όσοι τα ζήσαμε να κάνουμε μια αυτοκριτική και όσοι είναι πολύ νέοι να μην κρίνουν με τα σημερινά μέτρα γιατί πρόκειται για μια άλλη Ελλάδα, σε μια άλλη εποχή, όπου κανείς από τους σημερινούς πονηρούς που τα ξέρουν όλα δεν μίλαγε... Στο χώρο του "Υπογείου" δεν έπαιξαν μόνο...φλωριές για όσους δεν ξέρουν. Έπαιξαν και μπάντες και dj με ιδέες. Και αρκετό ροκ και τζαζ και άλλα πολλά. Έγιναν γιορτές και πάρτυ, με 3 χιλιάδες κόσμο μέσα και 1000 απέξω. Έπεσε ξύλο για να μπει κόσμος μέσα ή μάλλον γιατί δεν ταίριαζε για να μπει μέσα(ήταν οι εποχές της «πόρτας»). «Αποενοχοποιήθηκαν» πολλοί και πολλές. Και μετά απλά άλλαξαν οι εποχές και πήγαμε όλοι παρακάτω...



Ξέρω τουλάχιστον 20 χοντρά περιστατικά απόλυτου χαβαλέ μέσα στο "Υπόγειο" με τη  συμμετοχή μου και άλλα τόσα που δεν ήμουν εκεί. Ξέρω 40 χοντρές μανούρες και άλλες τόσες με τα παιδιά που δούλεψαν εκεί σαν μπάρμαν ή σαν πόρτα ή σαν μετρ. Το ένα τρίτο από τους γνωστούς στη κοινωνία του Αγρινίου σήμερα, κάποια στιγμή, πέρασε από κει δουλεύοντας ή διασκεδάζοντας και μάλλον λίγο λέω. Κάποιοι άλλοι έχουν φύγει για το εξωτερικό, για την Αθήνα η άλλα μέρη της Ελλάδας και άλλοι για τις Αιωνίους Μονάς! Ξέρω άλλες τόσες Ιστορίες με το Γιάννη, τη Γίτσα ή τον Αντώνη που έστησαν το μαγαζί. Θέλω να ζητήσω συγγνώμη από τη Γίτσα που μου είπε να κάνω ένα κείμενο και έγραψα την αυτοβιογραφία μου. Το όφειλα όμως στον εαυτό μου αυτό, γιατί έχω ξεκάθαρη άποψη για τα χρόνια εκείνα.


Για μένα το Αγρίνιο χρειάστηκε ένα "Υπόγειο" και το έκανε σημείο αναφοράς, αλλά μετά λίγα πράγματα ακολούθησαν. Εκείνα τα χρόνια όμως μπορεί να ήταν πολύ διασκεδαστικά και να περάσαμε καλά, αλλά μάλλον μας ξεστράτισαν όλους. Και αυτό Γίτσα δεν μπορούσα-εγώ προσωπικά-να μην το πω.
Και μόνο όμως που μια εισαγωγή για το "Υπόγειο" έγινε αυτοβιογραφία και ιστορική αναδρομή μιας εποχής σας δίνει να καταλάβετε πόσο επηρρέασε αυτό το μαγαζί όχι μόνο τη λεγόμενη νύχτα του Αγρινίου αλλά και τις μέρες του...
 
Γιάννης Συμψηρής
























Αναδημοσιεύτηκε και στο AgrinioRRESS

Αναδημοσιεύτηκε και στο Agrinionews


Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

Η Παρέα της "Γκρίνιας"...

...και
Η Ταβέρνα του Σπανού.

Η Ταβέρνα του Σπανού, βρισκόταν πολύ κοντά στην κεντρική πλατεία, στο πρώτο στενό αριστερά της σημερινής οδού Παπαστράτου.
Μια ταβέρνα με αυλή. Την είχαν τα δυό αδέλφια, ο Αποστόλης και ο Κώστας Σπανός.
Εκεί τότε, την δεκαετία του ’30, σύχναζαν όλοι οι Βραχωρίτες και μία μόνιμη παρέα της ταβέρνας αποτέλεσαν την παρέα της «Γκρίνιας», όπως την ονόμασαν αυτοί οι ίδιοι.
Μια παρέα κεφάτη με όρεξη πάντα για πλάκες και αστεία, μια ζωντανή παρέα που έδινε άλλο χρώμα όχι μόνο στην ταβέρνα αλλά και σ’ όλο το Αγρίνιο.

 
Από το βιβλίο του Αρ. Μπαρχαμπά «Το Αγρίνιο Κάποτε» διαβάζουμε (διατηρούμε την ορθογραφία του πρωτοτύπου):

 « Είναι στιγμές που ο νους ακούραστος ταξειδευτής, γυρίζει στα παληά και ψάχνοντας στα συρτάρια της ζωής, ανασκαλεύει πίκρες και αντάμα γλυκές θύμησες και ζητάει να τις ξαναζωντανέψει. Κι ακούραστη η καρδιά τον συντροφεύει έτοιμη ν’ ανεβάσει πικρό το δάκρυ στα μάτια μας θρηνώντας έτσι το θάνατο της νειότης.
Αποσταμένο τ’ όνειρο – ζητάει ξεκούραση σ’ ένα ποτήρι κοκκινέλι, μπρούσκο ή ξανθιά ρετσίνα, χρυσή κεχριμπαρένια σέρνει τα βήματά του και χώνεται μέσ’ στην «υπόγεια την ταβέρνα» του Αποστόλη και Κώστα Σπανού, δυο καλοκάγαθων ταβερνιάρηδων που πάντα μένουν αξέχαστοι στο βιβλίο της μνήμης των Αγρινιωτών.
Ταβέρνα που τη καταβρόχθησε το τσιμέντο μιας πολυκατοικίας. Ταβέρνα που δεν είχε τίποτε να ζηλέψει απ’ τα Πλακιώτικα κουτούκια τα πολυτραγουδισμένα.
Ένα κατοστάρι –ζούσε τότε η οκά- δυο ελιές κι ένα σκόρδο, λίγο ταραμάς και απαλό ψωμί απ’ το γείτονα φούρναρη –μακαρίτης κι αυτός- Βαγγέλη Παπαδόπουλο, έφταναν για να πεις "έξω φτώχεια, έξω φροντίδα της καθημερινής ζωής, έξω πίκρα, ναρκώσου καϋμέ μεσ’ στης καρδιάς την άβυσσο".
Μόνιμη παρέα της ταβέρνας λίγοι Βραχωρίτες ζωντανοί, ζεστοί άνθρωποι με καρδιές ολάνθιστοι μπαξέδες. Άνθρωποι που στα χείλη τους άνθιζε το γέλιο, το κέφι ξεχνώντας την κούραση της ολοήμερης δουλειάς – σαν σουρούπωνε- άραζαν στην...
«Ταβέρνα του Σπανού».


Και γύρω τα τραπέζια γέμιζαν απ’ άλλους που ερχόταν να γευτούν μιάν αξέχαστη βραδυά, στιγμές κεφιού, στιγμές απίκραντες.
Μια παρέα αγαπημένη, μονιασμένη, αδέλφια όλοι τους. Έφτυνε ο ένας κι έγλυφε ο άλλος, όπως λέμε. Και την είχαν βαφτίσει μόνοι τους «Γκρίνια» κι ας μην γκρίνιαζαν ποτέ τους κι ας ήταν όλοι τους η άδολη αγάπη.
Σκαλεύει η μνήμη για να τους βρει όλους αυτούς τους γλετζέδες, μα της είναι ανήμπορο. Βρίσκει μονάχα τ’ αδέρφια Κώστα και Πάνο Κροτσέτη, το Μίμη Καπέρδα, το Μπαρχαμπά, τον Κώστα, τον Βαγγέλη Κουκούλη, τον Θανάση Κρικοχωρίτη, τον Γάκια Ψιλόπουλο, τ’ αδέρφια Μίμη και Νιόνιο Τσακανίκα, τον Αποστόλη Γιώτη, το Μήτσο Ζαχαρόπουλο και τον Πάνο Βλασόπουλο, δημοσιογράφο – εκδότη Εφημερίδας που πρόσφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο Αγρίνιο.
Μια ζωή χαράς μεσ’ στην ταβέρνα σαν άρχιζαν τα τραγούδια τους. Και δεν ήταν ένας που να μην παίζει ένα όργανο. Φωνές λαγαρές, αυτοδίδακτοι μουσικοί οι περισσότεροι, σύνθεταν μια κομπανία απλήρωτη τραγουδιστών για το σεβντά τους, για το μεράκι τους.
Τα καλαμπούρια τους, τα πειράγματά τους, τ’ ανέκδοτα που διηγούνταν, οι φάρσες που σκάρωναν, οι μιμήσεις άλλων Αγρινιωτών, οι αυτοσχεδιασμοί σατιρικών μαντινάδων, οι μεταμφιέσεις τους, όλα της στιγμής και πάνω στη γλετζέδικη διάθεσή τους είχαν φέρει τη φήμη τους και στην Αθήνα ακόμα.
Τροβαδούροι αξέχαστοι της «Γκρίνιας» τα παιδιά, δεν είχαν σε τίποτα να παρατήσουν τα όργανά τους και τις παληές γλυκιές καντάδες τους και να σηκωθούν να παραστήσουν την «Γκόλφω» ή τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας». Ήταν υπέροχοι όλοι τους.


Τα χρόνια –ποτάμι αγύριστο- πέρασαν. Και το όνειρο της κάθε βραδυάς που έπλαθε η «Γκρίνια» με τις εκδηλώσεις της διαλύθηκε. Και τα παιδιά της σκόρπισαν αφήνοντας κενό ανεκπλήρωτο στη νυχτερινή καντάδα του Αγρινίου, στο κέφι της αφροντισιάς.
Τα χρόνια τραγάνισαν τη ζωή τους. Κι όλοι σκεπάστηκαν απ’ τη μάνα γη. Με εξαίρεση –αν η μνήμη δε λαθεύει- τον αειθαλέστατο Μίμη Καπέρδα, το Μίμη που με την κιθάρα με τα δυο τα μπράτσα ακόμα –αν και κρεμασμένη για πάντα στον τοίχο του σπιτιού του- φέρνη στ’ αυτιά τον απόηχο των γλυκών τραγουδιών της «Γκρίνιας». Φέρνη μπροστά μας όλους της παρέας του που θα μείνουν αξέχαστοι, που θα μείνουν ανεπανάληπτοι».


 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 Όταν το Βραχωρίτικο αυτό στέκι σωριάστηκε για να χτιστεί στη θέση του, μια πολυκατοικία ο Πάνος Βλασσόπουλος έγραψε ένα εκπληκτικό άρθρο στην εφημερίδα του. Ένα άρθρο-λυγμό, από ένα από τα μέλη της «Γκρίνιας». 

ΓΚΡΕΜΙΣΜΕΝΗ ΦΩΛΙΑ

Τα μοντέρνα σκαφτικά μηχανήματα, που ξηλώνουν αράδα παλιές  οικοδομές, θεριά αδηφάγα που καταβροχθίζουν ακατάπαυστα, σαν από μανία, το παρελθόν και τις ιστορίες του, για να δημιουργήσουν τον ακαταλαβίστικο, τον ξέφρενο μηχανικό κόσμο, εσκόρπισαν προχτές σ' ερείπια και κορνιαχτό κι άλλη μια ιστορία που όσοι την έζησαν, δάκρυσαν στο χαλασμό της. Γιατί ήταν μια ιστορία που βάσταξε 35 χρόνια. Κι ήταν μια ιστορία που, μ' όλη την απλότητά της, έκλεινε στις σελίδες της τον χαρακτήρα, το πνεύμα, τα όνειρα, τους ψυχικούς κόσμους, μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής που τ' απομεινάρια της τώρα είναι ελάχιστα και ελάχιστοι εκείνοι που μπορούν να αισθανθούν τη νοσταλγία της.
Όμως, γι' αυτούς, ήταν μια ιστορία όμορφη. Κι αλίμονο, μια ιστορία που δεν μπορεί πια να ξαναγραφεί. Γιατί πέρασε η εποχή που γράφονταν τέτοιες ιστορίες. Τα γκρέϊντυ και οι μπουλντόζες ανοίγουν το δρόμο σ' άλλες ιστορίες, ιστορίες τέλεια διαφορετικές.
Αυτή που έπεσε προχθές σ' άμορφους σωρούς, ήταν γνωστή με το όνομα 
«Ταβέρνα Σπανού». Ταβέρνα-ιστορία!! 


Ναι. Η ιστορία ενός κόσμου που χάνεται, που χάθηκε. Κι ο κόσμος εκείνος, τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της ιστορίας του, τις έγραψε στις ταβέρνες.
Πόσο με συντάραξε το θέαμα του γκρεμισμένου τοίχου της, το ξήλωμα του κυματιστού ταβανιού της που θαρρούσες πως θάπεφτε στο κεφάλι σου το ξερίζωμα της κληματαριάς της! Βλέποντας, νόμιζα το Χάρο να στριφογυρίζει το δρεπάνι του πάνω από το κεφάλι μου! Είμαι κι εγώ αλίμονο από τα λίγα απομεινάρια της εποχής της, της γενιάς που χάνεται.
Πόσο θάθελα νάκανα πλούσιο το μνημόσυνο της γκρεμισμένης αυτής ταβέρνας! κι ας με κατηγορήσουν οι νεώτεροι πως θέλω να βρυκολακιάσω πεθαμένους. Ας ησυχάσουν. Δεν πρόκειται το ξέρω να επηρεάσει τη ζωή τους. Μνημόσυνο θα κάμω. Ύστερα, οι βρυκόλακες, θα ξαναγυρίσουν στο μνήμα τους. Δεν έχουν καμία αξίωση vα ξαναζήσουν. Το ξέρουν ότι δεν γίνεται. Θα ιδείτε άλλωστε ότι είναι τόσο καλοί οι βρυκόλακές μου! Δεν θα ρουφήξουν αίμα. Θα τραγουδήσουν. Δεν θα ξεσχίσουν σάρκες με τα νύχια των. Θα παίξουν κιθάρες. Μνημόσυνο, είπα, θα κάμω. Κι ύστερα όλα περασμένα ξεχασμένα. Το μνημόσυνο ετούτο δεν θα εμποδίσει τις μπουλτόζες να γκρεμίζουν, ούτε το ραδιοπικάπ για να σταματήσει το τσα-τσα.


Στοιχειά της ταβέρνας ο Αποστόλης και ο Κώστας Σπανόπουλοι και ο Βαγγέλης ο Κουκούλης. Και κόσμος της ένας ολόκληρος χορός γνωστός σαν «ΓΚΡΙΝΙΑ». Ήταν μια παρέα. Παρέα ατράνταχτη, πάντα έτοιμη για γκρίνια και... για γλέντι. Και τι κλιμάκωμα! Από καπνέμπορο, δημόσιο υπάλληλο, λόγιο, ποιητή, καλλιτέχνη έως τον μπαλωματή. Ο τελευταίος ήταν και η...κλώσσα της παρέας. Φτωχιά κλώσσα που, όταν η καμπάνα της Ζωοδόχου Πηγής χτυπούσε μεσημέρι, πετούσε το τσαγκαροσούφλι κι έβαζε το ρέκο: ω! ω! ω! Για να καταλήξει σ' ένα απελπιστικό, σπαραχτικό: Πεινώ!' (Τι νάκανε μια φόλα σ' ένα παληοπάπουτσο στο στομάχι ενός τριαντάχρονου δουλευτή;). 
Μα σαν βράδιαζε, ξεχνούντουσαν όλα μπροστά σ' ένα ποτήρι κοκκινέλι. Και πείνα και δυστυχία. Γύρω τότε από το φτωχό μπαλωματή, μαζευόταν όλη η κλωσσοφωλιά. Γελαστή, χαρούμενη, ασυλλόγιστη. Του καθένα δε η είσοδο χαιρετιούταν με σχετικό ανάκρουσμα. Και θυμάμαι, στην είσοδο του υποφαινόμενου, έπρεπε ν' ακουστεί πάντα το «Τραγούδι των τσιγγάνων» από το Τροβατόρε του Βέρντι. Ο τίτλος της όπερας τούτης ήταν, τότε, το λογοτεχνικό του ψευδώνυμο. 
Σειρά στο τραπέζι της παρέας τα ποτήρια. Ο Μήτσος ο αυτοκινητιστής, θα κερνούσε πάντα το πρώτο:  Ένα γκαζοντενεκέ κρασί! Με το δευτέρωμα του ποτηριού - ο μεζές εσπάνιζε - άρχιζε ...η συναυλία. Μη σας φανεί παράξενο, υπερβολικό. Μάλιστα, συναυλία. Και συναυλία με αξιώσεις. Συναυλίες ασύγκριτα ανώτερες απ' εκείνες για τις οποίες ανάβουνε τα δημοτικά τόξα. Γιατί, όλη εκείνη η κλωσσοφωλιά, είχε φωνές και γύρω στον τοίχο, πλήθος τα μαντολίνα, τα μπάτζο, οι κιθάρες.
Τα βράδια της «Γκρίνιας» ήσαν οι μουσικές εσπερίδες του τότε Βραχωριού και η Ταβέρνα Σπανού η αίθουσα - να ειπούμε - Κολόν. Κάθε το εκλεχτό, το πλούσιο σε διανόηση, σε καλλιτεχνικό αίσθημα, σε ψυχικές ανατάσεις (χωρίς να λείπει βέβαια και η σνομπαρία) έδινε εκεί το ραντεβού της. Εκεί, ανάμεσα σε θεόρατα παλιά βαρέλια, που, στου καθένα τον καθρέφτη, ήταν το όνομα μιας... όπερας! Λουτσία, Τροβατόρε, Μπαντερφλάϋ, Μποέμ, Αϊντα κ.λπ.
Το «πρόγραμμα» της συναυλίας άρχιζε με κλασσικά τραγούδια και μουσική, για να περάσει στο πνευματικό σπινθηροβόλημα μ' απαγγελίες και πικάντικες ιστορίες, που θα έδιναν κι αυτές κατόπι θέση στο μαστορεμένο κουτσομπολιό που πρωταγωνιστούσαν  η... «σουμπρέτα» της παρέας (ο Τόλιας ο Σπανός) και το «ντούο πεινάλε» (ο Γάλης και ο Βαγγέλης). Κουτσομπολιό που έκαιγε με το μπαμπάκι. Κουτσομπολιό που δεν άφηνε τίποτε «νέο της ημέρας» έξω. Πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό. Και συνέχιζε στερνά το λαϊκό τραγούδι, ώσπου το «Γαμήλιο Εμβατήριο» του Μέντελσον και το κουδούνι πού 'ταν κρεμασμένο στην πόρτα της ταβέρνας, εσήμαναν ότι... η συναυλία ετελείωσε. Όλα δε εκεί σ' ατμόσφαιρα ευγενική, πολιτισμένη. Καυγάς, δεν εσημειώθηκε ποτέ στην ταβέρνα του Σπανού. Κι όταν η ταβέρνα έκλεινε, η μελωδία ξεχύνονταν στους δρόμους ως που να βγη τ' αστέρι της χαραυγής. Ήταν οι ώρες της καντάδας, του έρωτα. Κι άνοιγαν γρύλιες και σκιαγράφονταν κεφαλάκια αγαπημένα... 

Και η Ταβέρνα του Σπανού έγινε τόσο ξακουσμένη και η παρέα του φτωχού μπαλωματή (του Πάνου Κορτσέτη) τόσο σεβαστή, που δε παρουσιάζονταν ποτέ καλλιτέχνης του τραγουδιού και της μουσικής μπροστά στο κοινό του Αγρινίου, πριν περάσει από την Ταβέρνα αυτή και πριν γνωριστεί με τα μέλη της «Γκρίνιας». Έτσι, στους ασβεστωμένους τοίχους του Βραχωρίτικου ε κ ε ί ν ο υ «Μουλέν Ρουζ», ο.. καλλιτεχνικός του Δ/ντής, ο Βαγγέλης ο Κουκούλης, μαζί με τα έξυπνα αποφθέγματά του σαν το «κούπαις κτώνται τ' αγαθά» είχε γράψει ονόματα διελθόντων πανελλήνια τότε γνωστά σαν του Γιάννη Αγγελόπουλου, της Κυπαρίσση, της Βλαχοπούλου, του Βλαχοπούλου, του Ν. Μωραίτη, του Θωμάκου, της Ζαγκαρόλα, της Λουκάσεβιτς, του Πέτρου Επιτροπάκη, του Σπύρου Καψάλη, του Βακόντιου, του Μολότσου, του Δελένδα, του Πρεδάρη, του Γιάννη Μαρσέλλου και πλήθους καλλιτεχνών της ελαφράς λυρικής σκηνής και της πρόζας από της Ηρούς Χαντά ως του Αλεξανδράκη. Και μαζί, τα ονόματα του Καπράλου, του Μπόγρη, του Παντελή Χορν, του Μαυροκέφαλου κ.ά. 
         Τα χρόνια επέρασαν. Ο Αλβανικός πόλεμος, η ξενική κατοχή, ο συμμοριτοπόλεμος και τα ίδια τα χρόνια, σκόρπισαν τη «Γκρίνια», έκαμαν σιγά-σιγά την ταβέρνα να βουβαθεί. Του κάκου κατοπινές προσπάθειες να της ξαναδώσουν τη φωνή της. Τον Ανδρέα, τον άλλον Ανδρέα, τον Τάσο, τον Μάρκο, τον Λάκη, τον Γρηγόρη, τους επήρε ο Χάρος. Τη «κλώσσα» τον Πάνο, τα αδέλφια Μίμη και Γιώργο, τον Γάλη τους τράβηξε μια μεγάλη πολιτεία. Του καπνέμπορα έφυγαν τα δόντια κι έσπασε η κιθάρα, τον Θανάση τον σακάτεψε το τσόλι του καπνομάγαζου, ο Βαγγέλης αποτραβήχτηκε σ' απόμερο παίρνοντας μαζί του στο νέο πόστο του λίγες αναμνήσεις, του Μήτσου έσπασε η ρόδα, ο υποφαινόμενος ο τότε άδων γίνηκε άδους, οι Σπανοί παράτησαν την Ταβέρνα. Και τέλος, η ταβέρνα και η κληματαριά σωριάστηκαν. Η φωλιά που κελαηδούσε, σώπασε για πάντα. Μια ιστορία έκλεισε, μια εποχή διάβηκε αγύριστα. Την επήρε η μπουλτόζα. Ω τέμπορα!!!

Πάνος Ι. Βλασσόπουλος


Με την σάτιρα λέμε τα πιο σοβαρά πράγματα….

Μερικά από τα συνθήματα που κρατούν.

Για δες καιρό που διάλεξε
ο χάρος να τον πάρει,
τώρα που θα τους τρώγαμε
Σοφούλη και Τσαλδάρη


Ο Πλαστήρας προ των πυλών
τους πάντας απειλών


Ο ύπνος είναι θάνατος
και το κρεβάτι μνήμα
το γιλεκάκι ένδυμα
που γίνεται με νήμα


        ΜΗΔΕΝ
Το δις διχοτομείν
ουκ ανδρός σοφού
όρα και το περίσσευμα
του προϋπολογισμού


RADIO ΓΚΑΡΑ-ΜΑΓΚΙΩΡΟΥ
ΡΑΔΙΟ-ΦΟΝΙΚΟΙ ΣΤΑΘΜΟΙ
           ΕΚΠΟΜΠΕΣ

ΝΤΟΥΤΣΑΓΑ  Αχ! Μάναμ.
ΓΚΕΝΟΒΑ       Λαχανάδες
ΦΟΥΣΚΑΡΗ    Ο Αρτέμης
ΕΡΥΘΡΑΙΑ    Ογλάν-Ογλάν


 Οι φωτογραφίες είναι από το αρχείο του Αρ. Μπαρχαμπά.






ΚΑΖΑΜΙΑΣ 1936

Δρυμίτατον ψύχος
Δέκα Υπό το Μηδέν

1. Σοφούλης
2. Τσαλδάρης
3. Θεοτόκης
4. Παλλαϊκόν
5. Καφαντάρης
6. Παπαναστασίου
7. Κοντζαμάνης
8. Μεταξάς
9. Τουρκοβασίλης
10. Ράλλης




Ο Γεώργιος Σουρής
Κι ο σημερινός ΜΑΡΗΣ

Αβάντι, ριχτείτε
κοιλιές ξεσφιχτήτε
γεμίστε στομάχι
κι ας κλαίει όποιος τα ‘χει
Μη κάντε νισάφι
βουτήχτε χρυσάφι


Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

Καθαρή Δευτέρα


 Ξετυλίγοντας την καλούμπα…των αναμνήσεων!!!


Οι μανάδες μας είχαν βάλει τα απαραίτητα στα καλάθια και στις τσάντες, τουρσί, τώρα το λένε πίκλες,  ελιές, λίγο χταποδάκι, χαλβά, ουζάκι, λαγάνα, φασόλια, ταραμοσαλάτα, δυό κουρέλια, νερό…και ποδαρόδρομο μέχρι το ύψωμα της  Αγίας Παρασκευής.
1962...Καθαρή Δευτέρα στην Αγία Παρασκευή

Το ραδιόφωνο με τις μπαταρίες στα χέρια, οι μεγαλύτεροι τα μπουζουκάκια τους και εμείς τα παιδιά, τους χαρταετούς μας.
Ο χαρταετός…το αγαπημένο έθιμο για μικρά και μεγάλα παιδιά, ο χαρταετός που μας  πρόσφερε με τις τρελές και απίθανες πτήσεις του μοναδικές στιγμές χαράς.
Μέρες πριν στην αγορά, να ψωνίζουμε κόλες γλασέ ή σκέτες λαδόκολλες για να τις ζωγραφίσουμε, καλούμπα. Έπειτα να ψάχνουμε στα ρέματα για καλάμια, να μαζεύουμε πολλές εφημερίδες για την ουρά και να φτιάχνουμε τον χαρταετό μας. Με ιδιαίτερο τελετουργικό τρόπο, από τα χεράκια του μπαμπά μου τα πρώτα χρόνια και αργότερα μόνοι μας.
"Το μυστικό για έναν καλό χαρταετό, έλεγε, είναι  στα ζύγια, στην ουρά… και στον καιρό!!!"

1960...Καθαρή Δευτέρα στο Στράτο
 
Από μέρες πριν ρωτούσαμε να μάθουμε για τον καιρό. Αν έλεγαν ότι θα βρέχει…η στεναχώρια μας μεγάλη. Αέρα θέλαμε. Να φυσάει αρκετά. Έπρεπε ο χαρταετός μας να πετάξει με την πρώτη!!!




Και στο πέταγμα…πόσες φορές φοβηθήκαμε ότι θα σπάσουν τα καλάμια ή ο σπάγκος, ότι θα σκιστεί το χαρτί ή θα χαλάσουν τα ζύγια του…
Κι εκεί, στην εξοχή…παντού φωνές…
 " Τρέχα, τρέχα πέφτει... Τράβα σπάγκο, τράααβαααααα..."
" Δικός σου είναι ο χαρταετός; Πάρ’ τον πιο πέρα, θα μπερδευτεί με τον δικό μας…"
" Αμόλα καλούμπα, αμόλα καλούμπα…"


1960...Καθαρή Δευτέρα στο Στράτο
 
Σήκωνες το κεφάλι σου προς τον ουρανό και ήταν γεμάτος χαρταετούς…

Χρώματα, σχήματα, μεγέθη…

Στο δρόμο της επιστροφής κουρασμένοι αλλά χαρούμενοι, σέρναμε τα πόδια μας και ο δρόμος μας φαινόταν ατέλειωτος…
"Μελισσάνθη"

Ευχαριστώ την φίλη Μαρία για την παραχώρηση των φωτογραφιών.

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Ξετυλίγοντας την καλούμπα…των αναμνήσεων!!!


Οι Μπούλες

Τα σεντούκια και τα παλιά μπαούλα άνοιγαν.
Τα παλιά κοστούμια με τους τριμμένους καβάλους και τους μπαλωμένους αγκώνες, τα πουκάμισα με τον τριμμένο από το πολύ φόρεμα γιακά, τα παλιά φουστάνια της μαμάς, οι μαύρες ρόμπες της γιαγιάς….και έτοιμες οι φορεσιές για τις απόκριες.
Οι Μπούλες…άνδρες, ντυμένοι με γυναικεία ρούχα, γυναίκες ντυμένοι άντρες,  το πρόσωπο βαμμένο ή με μάσκες, τα απαραίτητα αξεσουάρ και έτοιμη η αποκριάτικη φορεσιά. Πού λεφτά για στολές…
Γυρνούσαν από σπίτι σε σπίτι και η "αποκάλυψη"  γινόταν μόνο αν η οικοδέσποινα τους αναγνώριζε. 
Της μόδας οι γέροι, οι γριές και οι τσιγγάνες!!! Οι τσιγγάνες με εκείνο το "να σε πω τη μοίρα σου". Αρκετά "κατατοπισμένες" και ήξεραν τι έλεγαν στους γνωστούς και φίλους…


1951... Κάπου στον Άγιο Χριστόφορο


1960...Κάπου στην Ντούτσαγα


1960...Κάπου στην Ντούτσαγα


1960...Κάπου στην Ντούτσαγα


1964...Κάπου στα Προσφυγικά

Ευχαριστώ την φίλη Μαρία για την παραχώρηση των φωτογραφιών.

Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Εψές σαν όλα τα βραδάκια...


...να πάνε κάτω τα φαρμάκια.
                      Κ. Βάρναλης



Μικρά λαμαρινένια τραπεζάκια, ψάθινες καρέκλες, ένα κατρούτσο κρασί, λίγες ελιές και μία ντομάτα στα τέσσερα για μεζέ...αλλά καλή παρέα, χαμόγελο και αισιοδοξία.


28 Ιουνίου 1970
στην ταβέρνα «του Λιάγκα» στα Διαμαντέικα 
 

Από το αρχείο του Χρήστου Ν. Πουρναρά.
Διακρίνονται οι: Χρήστος και Ευαγγελή Πουρναρά, Θωμάς και Αμαλία Τάτση και το ζεύγος Μυτσόλα. 
Με τον φωτογραφικό φακό του γνωστού 
Αγρινιώτη φωτογράφου Γιάννη Μακρή.


1955
στο κέντρο "Χαραυγή",
απέναντι από το Πάρκο, δίπλα από το Εργατικό Κέντρο. 
Από το φωτογραφικό αρχείο της Maria Rixinger.




1958
 

Αλήθεια πόσοι από εσάς θυμάστε τον μικροπωλητή ξηρών καρπών, με το ξύλινο κασελάκι, τον "Βάγια"...


Ευχαριστώ θερμά την κ. Maria Rixinger και
τον κ. Χρήστο Πουρναρά
για την παραχώρηση των φωτογραφιών.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2012

Γερμανική Κατοχή




Γερμανική Γενική Στρατιωτική Διοίκηση Στερεάς
Στεγάζονταν στο σπίτι του Μεγαπάνου, απέναντι από την Εθνική Τράπεζα, με διοικητή τον συνταγματάρχη Όττο.


Γερμανοί στην Πλατεία


Γερμανική Στρατιωτική Διοίκηση Αγρινίου
Στεγάζονταν στο σπίτι του Πάνου Σκαλίγκου, στην Πλατεία Μπέλλου, με διοικητή τον υπολοχαγό Φόλκμαν.


Γερμανοί στην Πλατεία








Ες – Ες
Στεγάζονταν στο σπίτι του Γιάννη Χαραλαμπίδη, στην οδό Ευτυχίου Καλύβα 3, με διοικητή τον υπολοχαγό Μύλλερ Μπάουμαν. 

Γερμανικό Φρουραρχείο



Κομμαντατούρ (Φρουραρχείο)
Στεγάζονταν στο σπίτι του Ματσούκα, στον σιδηροδρομικό σταθμό, με φρούραρχο τον συνταγματάρχη Τόρμαν (κατ’ άλλους Τέλμαν). 

Οικία Σκαλίγκου



Γκεστάπο
Στεγάζονταν στο ξενοδοχείο «Ακροπόλ», στην Πλατεία Μπέλλου, με διοικητή τον λοχαγό Όλλενχάουερ.
Παράρτημα της Γκεστάπο, στεγάζονταν στο σπίτι του Ηλία Λέκκα, στην οδό Σκίπη.
Τάγματα Ασφαλείας
Στεγάζονταν στο σπίτι του Κουμουνδούρου, στην οδό Δ. Μακρή 15, με διοικητή τον ταγματάρχη Γιώργο Τολιόπουλο, υποδιοικητή τον Αριστείδη Αρσένη και άλλους 11 ταγματάρχες.
Απέναντι από το σπίτι του Κουμουνδούρου, βρίσκονταν δύο μικρά σπιτάκια. Εκεί έμενε η προσωπική φρουρά του Τολιόπουλου.

Φυλακές Αγίας Τριάδος

Στρατώνες των Ταγμάτων Ασφαλείας
Στεγάζονταν στο τριώροφο οικοδόμημα των αποθηκών Αβραμίκου, στην οδό Παπακώστα και Παναγοπούλου.

Καπναποθήκες Παναγόπουλου

Φυλακές των Ταγμάτων Ασφαλείας
Στεγάζονταν στις καπναποθήκες του Παναγόπουλου καθώς και στις φυλακές της Αγίας Τριάδος.
Οι φυλακές των γυναικών των Ταγμάτων Ασφαλείας στεγάζονταν στο σπίτι του Γιάννη Μπαζώνη, στη γωνία Γρίβα και Παναγόπουλου.

Το άντρο των Ες - Ες

Τμήμα Μεταγωγών των Ταγμάτων Ασφαλείας
Στεγάζονταν στο σπίτι του γιατρού Πιτιά.




Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Η δίκη των καπνοπαραγωγών στο Αγρίνιο


...το 1962

Οι αγρότες της περιοχής μας νοιώθοντας την εκμετάλλευση που γινόταν εις βάρος τους από τους καπνέμπορους και καπνοβιομηχάνους, οργάνωσαν κινητοποιήσεις και κατέβηκαν στους δρόμους για να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους.

Η μάχη των καπνοπαραγωγών της περιοχής μας έγινε στις 8 Σεπτέμβρη του 1962 σε δύο σημεία-κλειδιά της εθνικής οδού Αγρινίου-Αμφιλοχίας. Στην Σφήνα και στο Σαμάρι.
Η μάχη αυτή βάφτηκε με το αίμα του καπνοπαραγωγού Δημήτρη Βλάχου από την Λεπενού.

 Για την εξέγερση των καπνοπαραγωγών Ξηρομέρου  και Βάλτου και την κατάληξή της με την δολοφονία του Δημήτρη Βλάχου έχουμε αναφερθεί σε παλαιότερη ανάρτηση. ( Πατήστε εδώ για να διαβάσετε)

Πατήστε για μεγέθυνση

Ο επίλογος εκείνης της μάχης ήταν η δίκη 18 καπνοπαραγωγών που συνελήφθησαν. 
Μια δίκη που πήρε μεγάλες διαστάσεις και προβλήθηκε από όλα τα μέσα ενημέρωσης στην Ελλάδα.
Μια δίκη-σύμβολο του αγώνα των αγροτών ενάντια στην εκμετάλλευση του μόχθου τους.
Μια δίκη-σταθμός στην ιστορία του αγροτικού κινήματος όχι μόνο του τόπου μας, αλλά και πανελλαδικά.

Οι κατηγορούμενοι ήταν οι :
  • Δημοσθένης Θεοδ. Παλκογιάννης
  • Γεράσιμος Μιχ. Τζαχρήστας
  • Βασίλειος Δημ. Βραχάς
  • Ιωάννης Δημ. Γκόργκας
  • Δημήτριος Αθ. Τζούρος
  • Ιωάννης Π. Σούνας
  • Ιωάννης Β. Μπακογιώργος
  • Γεώργιος Απ. Μαγκλάρας
  • Δημήτριος Νικ. Μαυρομμάτης
  • Κων/νος Αθ. Κούτσικος
  • Κων/νος Η. Ζέλος
  • Πάτροκλος Ιωάν. Ρούτσης
  • Δημήτριος Κων. Κουτρούμπας
  • Ιωάννης Αδάμος ή Τσούλος
  • Κων/νος Β. Σκοτίδας
  • Ανδρέας Γρηγ. Τζαμαλής
  • Λάμπρος Αποστόλου
  • Παναγιώτης Κων/νου Κόκκαλης

Οι κατηγορίες που τους βάρυναν ήταν « στάση, αντίσταση κατά της αρχής, παρακώλυση συγκοινωνιών και απλών σωματικών κακώσεων».


Στιγμιότυπο από τη δίκη
Η φωτογραφία είναι από το βιβλίο «Η δίκη των καπνοπαραγωγών 
Ξηρομέρου – Βάλτου στο Αγρίνιο το 1962» του Γρηγόρη Μπακόλα.


Η δίκη άρχισε το Σάββατο, 10 Νοέμβρη του 1962 στο τριμελές Πλημμελειοδικείο Αγρινίου.
 
Η σύνθεση του δικαστηρίου ήταν ο Πρόεδρος Πρωτοδικών Σταύρος Ντάλλας και οι Πρωτοδίκες Γεώργιος Δημόπουλος και Δημήτριος Φωτόπουλος. Εισαγγελέας ο Δημήτριος Ρενιέρης.
Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβαν δεκατρείς δικηγόροι από το Αγρίνιο και την Αθήνα.
Μάρτυρες κατηγορίας επτά άτομα, όλοι αστυνομικοί και είκοσι έξι μάρτυρες υπεράσπισης.

Η Απόφαση του δικαστηρίου

Το δικαστήριο έκρινε και τους 18 κατηγορούμενους αθώους για τις κατηγορίες στάσης και σωματικής βλάβης κατά των αστυνομικών και καταδίκασε μόνο τους πέντε από αυτούς για παρακώλυση συγκοινωνίας. 
Τους τρεις από αυτούς με τριετή αναστολή και τους άλλους δύο με εξαγορά της ποινής τους προς 100 δραχμές ημερησίως.


Ο τύπος έγραψε για την αθωωτική απόφαση.

Πατήστε για μεγέθυνση



Πατήστε για μεγέθυνση




Πατήστε για μεγέθυνση


Στο βιβλίο «Η δίκη των καπνοπαραγωγών Ξηρομέρου – Βάλτου στο Αγρίνιο το 1962» του Γρηγόρη Μπακόλα διαβάζουμε :

«…Η δίκη αυτή διεξάχθηκε επί πενθήμερο υπό δραματικές συνθήκες και υπό το κράτος ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας και μεγάλης συγκίνησης του πολυπληθούς ακροατηρίου. Υπολογίζεται ότι τη δίκη αυτή παρακολούθησαν περί τους 5000 αγρότες…»

«…Η διαδικασία κατά την δίκη αυτή τελείωσε αργά την νύχτα της 13ης Νοεμβρίου, με την μνημειώδη δικανική αγόρευση του εκ των υπερασπιστών Σταύρου Κανελλόπουλου, το τέρμα της αγόρευσης του οποίου κάλυψαν παρατεταμένα χειροκροτήματα εκ μέρους του πολυπληθούς και σε πλήρη συγκίνηση τελούντος ακροατηρίου…»