Δευτέρα, 2 Ιανουαρίου 2012

Ο Γιατρός των Ληστών


 Ένα ιστορικό χρονογράφημα του Επτανήσιου δημοσιογράφου , λογοτέχνη και πολιτικού Θεόδωρου Βελλιανίτη* . 
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Εμπρός στις 15/05/1927. 
  
Βρισκόμαστε στη Βαυαροκρατία . Ο Γερμανός λοχαγός Στρέσσερ επικεφαλής ενός καταδιωκτικού αποσπάσματος ληστών, στο Βραχώρι (Αγρίνιο), γνωρίζει έναν παράξενο συμπατριώτη του :




"Η ληστεία εδημιουργήθη κατόπιν, ότε η αντιβασιλεία, εισαγαγούσα τον οργανισμόν του τακτικού στρατού, διέλυσε τα άτακτα σώματα, αποτελούμενα από άνδρας οι οποίοι είχον μετάσχει του περί ανεξαρτησίας μικρού πολέμου.
Η πτωχία κατά τους χρόνους εκείνους εις την Ελλάδα ήτο απερίγραπτος. Ο Νικόλαος Δραγούμης αναφέρει εις τα απομνημονεύματά του, ότι ένα πιάτο φακής ήτο πολυτέλεια βασιλοπρεπής, άπειρος δε κόσμος ετρέφετο με άρτον και ελαίας μόνον. Πάσαι αι περιουσίαι είχον καταναλωθεί εις τον αγώνα, η δεκαετής δε αεργία είχε καταστήσει χέρσους τους αγρούς. 
Ο ακμαίος προ της επαναστάσεως εμπορικός στόλος, ληγούσης αυτής σχεδόν δεν υφίστατο. Είχε παύσει τοιουτοτρόπως η πηγή δι' ης εισέρρεε το χρυσίον εις την χώραν. Εργασία δεν υπήρχε και μόλις επί Καποδιστρίου εδόθη κάποια κίνησις εμπορική και γεωργική. Χιλιάδες παιδίων περιεφέροντο άστεγα εις τους δρόμους, απωλέσαντα κατά τον πόλεμον τους γονείς των και οι παλαιοί μαχηταί εκέρδιζον την κουραμάνναν των, υπηρετούντες εις τα άτακτα σώματα, η διάλυσις των οποίων έρριψεν αύτους εις τους δρόμους άνευ ουδεμίας ελπίδος περί της αύριον. 
Ουδεμία ικανοποίησις εδίδετο εις τους δημιουργήσαντας δια των αγώνων των το Έλληνικόν Κράτος.
Έτσι οι άνθρωποι εκ των στερήσεων αφ' ενός και του πάθους της εκδικήσεως κατά της Βαυαροκρατίας αφ' ετέρου, ετράπησαν εις τα όρη και μετεβλήθησαν εις ληστές. 
Εγέμισε τότε η Ελλάς από αυτούς.
Αλλ' οι άνθρωποι αυτοΙ δεν ήσαν κυρίως ειπείν κακοποιοί. Ούτε ηδύναντο να θεωρηθώσιν ως λησταί κατά την κυρίαν έννοιαν της λέξεως. Είχαν εις τα χωρία τους συγγενείς, τους φίλους των και τους παλαιούς των συναγωνιστάς, οι οποίοι ευρίσκοντο μεταξύ των διωκτών των, και οι οποίοι έκλειον τα μάτια, όταν συνηντώντο μετ' αυτών. Τοιουτροτρόπως τα καθήκοντα των χωροφυλάκων και των ληστών συνεχέοντο και πολλάκις τα όργανα της χωροφυλακής μετεπηδούσαν μετά πάσης ευκολίας από των στρατώνων εις τα κλέφτικα λημέρια, οι λησταί εξ άλλου εισήρχοντο ελεύθεροι ως ο άνεμος εις τα χωρία, παρίσταντο εις τα πανηγύρια και εχόρευον με τα ωραία κορίτσια υπό τους ήχους της αρχαϊκής λύρας, η του αυλού του Πανός. 

Ο Βαυαρός λοχαγός Στρέσσερ, ως αναφέρει ο Νέζερ, επιφορτισμένος την καταδίωξιν της ληστείας εις την επαρχίαν του Αγρινίου, διηγείται την ακόλουθον χαριεστάτην ιστορίαν, χαρακτηρίζουσαν τας σχέσεις των ορεινών προγεγραμμένων μετά των πολιτών και των στρατιωτικών αρχών.

Εις το Βραχώρι είχεν εγκατασταθεί από καιρού ο Γερμανός ιατρός Μύλλερ και εξήσκει εκεί την επιστήμην του. 
Είχε νυμφευθεί μίαν Γερμανίδα, έχουσαν ανάστημα θωρακοφόρου και στιβαρότητα παλαιστού. 
Οι κάτοικοι του Βραχωρίου τον επωνόμαζον κλεφτογιατρόν, διότι εκτός της τακτικής πελατείας του, εθεράπευεν αποκλειστικώς τους τραυματιζομένους ληστάς, οίτινες εισήρχοντο ελευθέρως εις την κωμόπολιν και υπεβάλλοντο εις την θεραπείαν του Γερμανού δόκτορος, αμείβοντες αυτόν κάλλιον, παντός άλλου. 
Ο Μύλλερ την επιστήμην του εθεώρει Ιεράν, οιονδήποτε δε και αν εδέχετο προς θεραπείαν και ληστής εάν ήτο ούτος, ουδέποτε τον επρόδιδεν εις τας αρχάς. Η σύζυγός του μάλιστα τους ληστάς εθεώρει, όπως οι Γερμανοί τους μεσαιωνικούς Βιγράβους, δηλαδή ρωμαντικούς ήρωας, οι οποίοι συνέπιπτε να ήνε και οι καλλίτεροι πελάται, διότι τους επροφύλαττεν από πάσης καταδιώξεως και τους ειδοποίει, όταν ενεφανίζοντο αι καταδιωκτικαί αρχαί. Έτσι εις το Βραχώρι ο Μύλλερ εθεωρείτο ως επίσημος, ούτως ειπείν ιατρός των ληστών.
 
Μίαν φθινοπωρινήν εσπέραν, διηγείται ο Στράσσερ, εισήλθε μετά των ανδρών του εις την πολίχνην και έκρουσε την θύραν του συμπατριώτου του Μύλλερ. Μία εύσαρκος και υψηλή γυνή Γερμανίς, τριάκοντα περίπου ετών, ενεφανίσθη, της έτεινε την χείρα και αυτή έθλιψε την ιδική του τόσον ισχυρώς ώστε του επροξένησε ζωηρόν πόνον. 
«Με εισήγαγε, λέγει ο Βαυαρός
αξιωματικός, εις ένα δωμάτιον όπου ο σύζυγός της, έχων ανεστραμένας τας χειρίδας κατεγίνετο περί τον τεμαχισμόν οπτού λαγού.
- Τι; είπεν o Στράσσερ είσθε κυνηγός; Πού εξετρυπώσατε αυτόν τον λαγόν;
-Εγώ δεν συλλαμβάνω λαγούς παρά ψημένους, απήντησεν ούτος. Έχω όμως φίλους οι οποίοι μου φέρουν κυνήγι, στην κουζίνα δε έχω δύο άλλους ακόμη. Μαγδαληνή -έτσι ωνομάζετο η σύζυγός του- φέρε ένα να τον προσφέρωμεν εις τον κ. λοχαγόν.
Ο Στρέσσερ, ο οποίος είχε πληροφορηθεί τας σχέσεις του δόκτορος μετά των ληστών του είπε:
- Καταλαβαίνω. Θα είναι δώρα των φίλων σου ληστών, αλλ' εγώ ως λοχαγός, δεν έχω καμμίαν εντολήν της κυβερνήσεως να σου εμποδίζω αυτά τα δώρα πρόσεχε μόνον τον έπαρχον κυρ Δημητράκην, ο οποίος δεν χωρατεύει με αυτά.
- Ναι είπεν η κυρία Μαγδαληνή. Ο έπαρχος είναι περίεργος άνθρωπος- δεν μας αφίνει ησύχους να κάμωμεν την δουλειά μας , μας κατασκοπεύει διαρκώς και αναμιγνύεται πoλύ με την πελατείαν μας. Αλλ' εγώ δεν τον φοβούμαι, διότι εις το τέλος της γραφής κανένας νόμος δεν ειμπορεί να μας απαγορεύση να βοηθώμεν ένα άνθρωπον πληγωμένον ή πάσχοντα όταν μας ζητά την ιατρικήν βοήθειαν, έστω και αν είναι ληστής. Αυτό είναι το καθηκόν μας. Αν εκάναμε το εναντίον θα ήμεθα άνθρωποι χωρίς τιμήν και χωρίς συνείδησιν.
- Εκτός αυτού, είπεν ο Μύλλερ, ο κυρ Δημητράκης, είναι έπαρχος και φρουρείται από στρατιώτας, η κατάδοσις όμως ενός ληστού από μέρους μας θα είχεν ως συνέπειαν να με ίδητε καμμίαν ημέρα κρεμασμένον στον πλάτανον της αγοράς, γιατί οι κλέφτες δεν παίζουν εις το ζήτημα τούτο, και με όλον το δίκηο τους, διότι είνε ζήτημα αυτοσυντηρησίας.
Μετ' ολίγον εκάθησεν εις το τραπέζι. Η όρεξις του Στράσσερ ήτο μεγάλη. Έτρωγον και οι τρεις τον καλοψημένον λαγόν και τον επότιζαν με κόκκινο κρασί της Δοβραίνης. 
Αλλά κατά την ακμήν του γεύματος, συνέβη κάτι περίεργον. Έξαφνα πανταχόθεν επήδησαν δέκα τουλάχιστον γάτοι και ανέβηκαν εις το τραπέζι και εις τους ώμους των φιλοξενούντων. Ο λοχαγός εις την απροσδόκητον αύτην εισβολήν τόσων νέων θαμώνων ετρόμαξε.
- Μη φοβείσθε, του είπεν η δοκτορίνα . Είναι τα παιδιά μου. Με την ανατροφήν και την συντήρησίν των περνώ τας ώρας μου εδώ εις αυτό το μονότονον χωριό. Οι γάτοι έλαβον το ανάλογον εκ του λαγού μερίδιον και εις μίαν βραχνήν κραυγήν της κυρίας Μαγδαληνής απεχώρησαν κανονικώτατα και μετά στρατιωτικής πειθαρχίας. Τόσον ήσαν διαπαιδαγωγημένοι.
Συνέβησαν όμως κατά το γεύμα τούτο και άλλα περιεργότερα πράγματα ενώ εξηκολούθει τούτο. 
Ο Μύλλερ προσκλήθη κατ' επανάληψιν υπό ληστών, οι οποίοι είχον ανάγκην φαρμάκων ή εξετάσεως ασθενούς τινός. Ο λοχαγός αντελαμβάνετο τι συνέβαινεν, αλλά δεν ήθελε να παραβιάση την ιερότητα της φιλοξενίας, ούτε να περιέλθn εις ρήξιν μετά πασχόντων ληστών, οι οποίοι συνωδεύοντο από συντρόφους των, ωπλισμένους σαν αστακούς.
Έτσι ενώ η στρατιωτική εξουσία έτρωγε τον λαγόν οι λησταί εισήρχοντο εις το παρακείμενον δωμάτιον και συνεβουλεύοντο τον ιατρόν, μη δίδοντες καμμίαν προσοχήν εις την παρουσίαν του καταδιωκτικού αποσπάσματος. 
Με αυτόν τον χαρίεντα τρόπον εξολοθρεύετο η ληστεία κατά τους ωραίους εκείνους χρόνους, τους οποίους ο Γερμανός αρχαιολόγος Ρως εύρισκε ρωμαντικότατους. 

Ο κλεφτογιατρός έζησε πολλά έτη εις το Βραχώρι. 
Η κυρία Μαγδαληνή είδε λευκανθείσαν την κόμην της εκεί. 
Η πελατεία των ηύξανεν οσημέραι, εγνώριζον όλους τους ληστάς της περιοχής και τα όρη της Ακαρνανίας δεν έπαυσαν να τρέφουν λαγούς, οι οποίοι απετέλουν το προσφιλές έδεσμα του γερμανικού ζεύγους και των δέκα γάτων των".



*Θεόδωρος Βελλιανίτης

Ο Θεόδωρος Βελλιανίτης (1863-1935) γεννήθηκε στον Πειραιά , αλλά καταγόταν από τους Παξούς όπου εκλεγόταν και βουλευτής . 
Είχε διατελέσει και υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως στην Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη 1924. 
Περισσότερο γνωστή είναι η δημοσιογραφική του καριέρα, αφού συνεργάσθηκε με τις πιο γνωστές και έγκριτες εφημερίδες της εποχής του: Έθνος, Ατλαντίς, Ακρόπολη, Εστία, Άστυ, Εμπρός και πολλές άλλες.
Ορισμένες σειρές άρθρων του συγκεντρώθηκαν σε βιβλία που διαβάστηκαν και ψυχαγώγησαν. Ορισμένα χρονογραφήματά του έχουν συγκεντρωθεί σε βιβλία, όπως "Στρατιωτικαί Αναμνήσεις", "Παλαιαί Οδοί" και "Παλαιαί Φυσιογνωμίαι". Ο κόσμος της Βαυαροκρατίας αποτελούσε το αντικείμενο της ενασχόλησής του.