Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Ο Σφέρδεκλος...


...απ' την Πλατεία Χατζοπούλου.


του Κώστα Μπούτιβα.


Εκείνη η αναμονή, ήταν μαρτύριο εκεί κάτω στην Πλατεία Χατζοπούλου.
Καμμιά φορά περνούσε και τις δύο ώρες αν τύχαινε την τελευταία στιγμή να χάσεις το αστικό. Και που τότε λεφτά, τέλη δεκαετίας του '70, στα γυμνασιακά μας χρόνια τα φτωχά.
Έτσι μας έτρωγε το καθούρι στην πλατεία, αφού δεν είχαμε και άλλη επιλογή.
Ήτανε και το καφενείο του Θωμόπουλου, που έξω από την πόρτα του εστάθμευε το αστικό, μα τις πιο πολλές φορές ήταν γεμάτο, δεν χώραγες σχεδόν ούτε να μπεις. Και ευτυχώς που δίπλα απ' τον Θωμόπουλο ήτανε το κουρείο του Κουτρουμάνου με την συμβολική ονομασία: "Ο Γιεγιές".
Το μαγαζί με δύο τεράστιους καναπέδες, γινόντανε συχνά το καταφύγιό μας, μιάς και ο ιδιοκτήτης του ο Χρήστος Κουτρουμάνος ήταν καλοπροαίρετο ανθρωπάκι, κι εκτός αυτού, όλων των πατεράδων μας γνωστός.
Ο τελετουργικός αυτός κουρέας, κρατώντας το ψαλίδι του με τέμπο και κροταλίζοντάς το με ιδιαίτερο ρυθμό, αν δεν μιλούσε για πολιτικά, που ήταν της μόδας τότε στην μεταπολίτευση, θα εσιγόψελνε κάνα τροπάριο, με την ζεστή και μπάσα του φωνή.
Κι εμείς στους καναπέδες καθισμένοι, κάποτε-κάποτε κρατούσαμε το ίσο και κάπου-κάπου έτσι για πλάκα ρίχναμε κάνα κυριελέησον μαζί με σταυροκόπημα γερό.
Ωραία χρόνια, ωραίες πλάκες, άλλες εποχές.


Είχε ο κυρ-Χρήστος τότε για βοηθό του έναν διάολο, ένα παιδί για όλες τις δουλειές. Έναν μικροφτιαγμένο κακομούτσουνο αλητάκο, που όλοι το'ξεραν με το παρατσούκλι "Σφέρδεκλος".
Απροσδιόριστο από που έβγαινε το παρατσούκλι, όπως απροσδιόριστη ήταν η ηλικία του και τα λοιπά στοιχεία της ταυτότητας. Πληρώνονταν από τα πουρμπουάρ των πελατών, γιατί ο κουρέας εκτός από τις συμβουλές κι από σταυρούς, καντήλια, κολυμπηθρόξυλα και άλλα τέτοια εκκλησιαστικά, δεν του'δινε δεκάρα τσακιστή.
Μια μέρα που τον έστειλε για ξυραφάκια, σαπούνι σκόνη για το ξύρισμα και για κολόνια πέρα στην Πλατεία Στράτου, έπαιξε ο διαβολάκος σταυροκόνι τα λεφτά. Του'φερε τότε ο μπαρμπέρης τη βούρτσα ξεσκονίσματος στο κούτελο και είδε ο Σφέρδεκλος νταλίκα το αστικό. 
Έριξε πίσω μαύρη πέτρα ο μικρός και χάθηκε για πάντα απ' την πλατεία.


Προχθές το βράδυ σ' ένα τηλεοπτικό κανάλι, ήτανε κάποιος με μακριά μαλλιά και με γενειάδα άκρως περιποιημένη. Με πουκαμίσα πλουμιστή και με φουλάρι, μιλούσε άνετα για ανεξήγητα φαινόμενα, που ήταν το θέμα που επραγματεύονταν η εκπομπή.
Ήταν ο Σφέρδεκλος, ο σπόρος του κουρείου.
Λες διάολε να του'μεινε από την βούρτσα του κουρείου και βλέπει μια ζωή από τότε εξωγήινους;


Κώστας Μπούτιβας.

Το διήγημα είναι από την συλλογή του Κώστα Μπούτιβα: "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ"
Μπορείτε να βρείτε το βιβλίο στο: 
http://kastrinos.pblogs.gr/


====================
====================

Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ...(2)



Καλοκαιράκι...και ας συνεχίσουμε την βόλτα μας στα παλιά σινεμά της πόλης μας...ας φέρουμε στο μυαλό μας εικόνες και πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια....κι όμως είναι βαθιά χαραγμένa στο μυαλό μας γιατί είναι συνδεδεμένa με την ανεμελιά της νιότης μας.

"ΕΛΛΗΝΙΣ"



1983

 Φωτογραφία από τα εγκαίνια του κινηματογράφου "ΕΛΛΗΝΙΣ", το 1952.
Ο Παπαποστόλης με τον ιερέα Κατερινόπουλο, ο δήμαρχος Ανδρέας Παναγόπουλος, ο ιδιοκτήτης Νίκος Κονταξής και η Έφη Κονταξή, Κλεοπάτρα Κονταξή, Μαρία Στύλιου και Μαρία Καρακίτσου-Διαμάντη.


 Ποιός δεν θυμάται τον προπομπό των ταινιών, Ζάχο...




...και το καραβάκι την "ΕΛΛΗ", γεμάτο με την πραμάτεια του, που μας περίμενε έξω από τα σινεμά, τότε;

Από το αρχείο της Maria Rixinger


Εδώ, σ' αυτό το οικόπεδο, ψηλά στην Παπαστράτου, χτίστηκαν οι καλοκαιρινοί κινηματογράφοι "ΡΕΞ" και "ΟΛΥΜΠΙΟΝ", δίπλα στο σπίτι του Πέτρου Παπαπέτρου που φαίνεται στην φωτογραφία.


================================
================================

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Η ΟΔΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΧΩΡΑΣ


Στη γειτονιά του Αγίου Δημητρίου..


Της Ρέας Μητρονίκα-Καναρά
 
Η γειτονιά που ήταν το σπίτι μου στο Αγρίνιο βρίσκονταν στην οδό Μεγάλης Χώρας. Ο δρόμος αυτός άρχιζε από την πλατεία Χατζοπούλου, διέσχιζε όλη τη γειτονιά και κατέληγε στο Ζαπάντι, ένα χωριό που καλλιεργούνταν μόνο καπνά. Γι' αυτό το χωριό θα μιλήσουμε αργότερα.  

Σήμερα, όταν επιστρέφω στη γειτονιά μου, όπου τώρα βρίσκεται το σπίτι των αδελφών μου, τρομάζω, γιατί τίποτα δεν μου θυμίζει την λουλουδοστολισμένη και κάτασπρη γειτονούλα μου.  
Τι να πρωτοθυμηθώ Θεέ μου; 
Τις λουλουδοστολισμένες αυλές και κήπους; Τους κάτασπρους τοίχους, τα πολύχρωμα ξύλινα παραθυρόφυλλα, το κολαρισμένα κουρτινάκια; Τους υπέροχους ασήμαντους ανθρώπους; Εκεί όλα τα σπίτια ήταν ένα, ο πόνος όλων ενώνονταν, η χαρά του ενός χαρά όλων και η λύπη του ενός μοιράζονταν σε όλους μέχρι να εξαφανιστεί.


 

Σε απόσταση 500 μέτρων από το σπίτι μας ήταν ο φούρνος του μπάρμπα-Βασίλη. Στεγάζονταν στο ισόγειο ενός μεγαλοπρεπούς σπιτιού, του σπιτιού των Μποκωραίων που ήταν παλιά και μεγάλη οικογένεια. Το μπροστινό μέρος του φούρνου ήταν καλυμμένο από μια μεγάλη τζαμαρία της οποίας τα παράθυρα ανεβοκατέβαιναν. 
 Στο εσωτερικό του φούρνου και στην προέκταση του ύψους της τζαμαρίας, ήταν ένας τεράστιος ξύλινος χοντρός πάγκος με δύο "πατώματα".  
Στο κάτω πάτωμα έμπαιναν τα ταψιά με τα φαγητά άψητα, στο πάνω μέρος έμπαιναν τα ταψιά με τα φαγητά ψημένα και τα ψωμιά τα φρεσκοψημένα.  
Ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν είχα αυτή την απόλαυση της όσφρησης, όσο στο φούρνο του μπάρμπα-Βασίλη. Επίσης μου έκαναν τρομερή εντύπωση τα τεράστια κούτσουρα που ήταν στοιβαγμένα έξω και που ο μπαρμπα-Βασίλης από το ξημέρωμα τα έβαζε στο φούρνο για να τον κάψει.
Για μένα όλα αυτά ήταν πηγή απόλαυσης· γι' αυτό όταν γύριζα από το σχολείο το μεσημέρι, άφηνα την τσάντα μου και έτρεχα στο φούρνο με μιάμιση δραχμή στο χέρι για να πάρω τη φρατζόλα το μοσχομυριστό ψωμί κάτω από τη μασχάλη του ενός χεριού ενώ με το άλλο άνοιγα ένα μικρό τούνελ στην άκρη της φρατζόλας.


 

Ένα άλλο εντυπωσιακό μαγαζί ήταν το τσαγκαράδικο του μπαρμπα-Νίκου, κάνα-δυο σκαλοπάτια χαμηλότερα από το επίπεδο του δρόμου.
 Όταν έμπαινες μέσα από τη μικρή τζαμένια πόρτα του, Θεέ μου, τι ήταν αυτό που αντίκρυζες; Μια θάλασσα από παπούτσια. Άρβυλα, μπότες, σκαρπίνια, ψηλοτάκουνα γυναικεία παπούτσια σε όλα τα χρώματα και σχέδια. 
 Ανάμεσα σ' αυτή την παπουτσοθάλασσα ο καπετάνιος κυρ-Νίκος με τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του και ποδιά κρεμασμένη από το λαιμό του στην οποία δεν δέσποζε κανένα συγκεκριμένο χρώμα, παρά ήταν ένα πάτσγουερκ από χίλια βερνίκια.  
Στο ένα χέρι του κρατούσε το σφυρί και παίρνοντας πρόκες από το χοντρό τραπεζάκι, που στο επάνω μέρος του είχε χωρίσματα διαφόρων μεγεθών, κάρφωνε σόλες.Τακ-τακ το σφυρί, ανακάτευε τα πετσιά, συναρμολογούσε, έραβε και στο τέλος σήκωνε το τέλειο δημιούργημά του στο ύψος των ματιών του και καμάρωνε τραγουδώντας τραγούδια του Καζαντζίδη, που ακατάπαυστα τον συνόδευε από το τρανζίστορ στον πόνο και τον κόπο της ζωής του.  
Εάν δεν αποσπούσες τα μάτια σου από τον κυρ-Νίκο και κοίταζες τους τοίχους, εκεί πια έβλεπες το "Σινεμά ο Παράδεισος". Τι Μαίριλυν Μονρόε στην ανεπανάληπτη φωτογραφία της με το σηκωμένο κόκκινο φουστάνι, το πλατινέ μαλλί και το φοβερό της χαμόγελο και στο πάνω μέρος των χειλιών της να στέκεται περήφανη η μικρή ελίτσα, τι Φρανκ Σινάτρα, τι Άβα Γκάρντνερ, τι Σοφία Λόρεν με το ανεπανάληπτο μπούστο της, τι Υβόν Σανσόν, τι Κλαρκ Γκέιμπλ με το στραβό του μάγκικο χαμόγελο, ενώ στη μέση δέσποζε η «Χοντρή με το Ζαχαρία» στο εξώφυλλο του «Θησαυρού».
 

Θεέ μου, τι ανεπανάληπτο σχολείο ήταν η κάθε γωνιά αυτής της γειτονιάς.


 

Απέναντι από το τσαγκαράδικο του κυρ-Νίκου ήταν το «Καφενείο ο Σωτήρης». 
 Η επιγραφή του μαγαζιού στο πάνω μέρος της πόρτας ήταν πράσινη με διάφορα λευκά και ροζ λουλουδάκια, ζωγραφισμένα από κάποιον απλό ζωγράφο, με όλη όμως τη λαϊκή αυτούσια νοοτροπία· ανάμεσα στα λουλούδια και τα πουλιά της επιγραφής το όνομα «Σωτήρης».
Κατακάθαρο το πάτωμα από τσιμέντο, σκουπισμένο και πλυμένο από την χοντρή κυρα-Σωτήραινα, ενώ τα σιδερένια στρογγυλά τρίποδα μπλε τραπεζάκια με τις ψάθινες καρέκλες, περίμεναν κάθε μέρα τους ίδιους πελάτες, που με το μικρό ποτηράκι με το ούζο γίνονταν με τη φαντασία τους, αυτό που δεν κατάφεραν να γίνουν πραγματικά. 
Ο κυρ-Σωτήρης με την τρυπητερή φωνή έκανε όλες τις πολιτικές αναλύσεις της εποχής και φαντάζονταν ότι αν ήταν δικηγόρος, ή βουλευτής, ή υπουργός, μια χαρά θα τα κατάφερνε με την άνεση του λόγου που διέθετε.
 

Τι απλοί και ευτυχισμένοι άνθρωποι, που μπορούσαν μες την απλότητα της ζωής να βρίσκουν την ευτυχία τους!!!
 

Όταν έμπαινε ο Μάης, στη γειτονιά μας άρχιζε ένα ασταμάτητο πήγαινε-έλα στο δρόμο από το πρωί ίσαμε το βράδυ.  
Το πρωινό άρχιζαν τα μπουλούκια των εργατών, ντυμένοι με το πολύχρωμα ρούχα τους και τα απαραίτητα μαντίλια στο κεφάλι, να πηγαίνουν προς το Ζαπάντι όπου γίνονταν η καλλιέργεια των καπνών. 
 Δεν μπορείτε να φανταστείτε τη γραφικότητα αυτών των ανθρώπων που συζητώντας και κάνοντας με τα χέρια τους διάφορες συνοδευτικές κινήσεις σου έδιναν την εντύπωση ότι συμμετείχαν σε ένα τεράστιο θέατρο όπου έπαιζε ο καθένας τους το ρόλο της ζωής του. 
Εγώ όπως τους έβλεπα ένιωθα ότι έπρεπε να τους χειροκροτήσω, τόσο πετυχημένοι ήταν στο σύνολο τους.  
Μετά από κάποια ώρα όταν τελείωνε η παρέλαση των μπουλουκιών ακολουθούσαν τα διάφορα ρεσιτάλ. 
 Πρώτος και καλύτερος ο Αγγούρης καθισμένος πάνω στο κάρο του που το έσερνε ένα γερασμένο αλογάκι που πάντα το κεφαλάκι του ήταν στολισμένο με κάποιο χλωρό κλαράκι, ενώ πάνω στο κάρο ήταν τοποθετημένα 5-6 καφάσια με τη σοδειά του κήπου του Αγγούρη.  
Φώναζε ο Αγγούρης τα μανάβικα του και στο τέλος κάδε διαφήμισης των προϊόντων του ακούγονταν η επωδός «Αγγούριαααα» - εξ' ου και το όνομα που του είχαμε βγάλει-. 
 Γραφικός και καλοσυνάτος επέμενε να συγκεντρωθεί η παρέα μας και να του ζητήσουμε να κρεμαστούμε στο κάρο του. Όταν το ζητούσαμε και μας έδινε το ΟΚ κρεμιόμασταν σαν τσαμπιά σταφυλιών ανάμεσα από τις αραιές σανίδες του κάρου και μας πήγαινε τη βόλτα μας· μετά γυρίζαμε την ανηφόρα φωνάζοντας και αλαλάζοντας ευχαριστημένα και χαρούμενα.


 

Ένα άλλο πρόσωπο που μου έκανε εντύπωση στην παιδική μου ηλικία ήταν ο γανωτζής. 
Ερχότανε κι αυτός σαν τα χελιδόνια την άνοιξη, έσπρωχνε απαλά την αυλόπορτα μας και έμπαινε στην αυλή μας κουβαλώντας στην πλάτη του ένα μεγάλο μαύρο σακί.
Φώναζε στη μαμά μου, "κυρα-Βασιλική ήρθα", απίθωνε το σακί του στην πεζούλα, έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και περίμενε τον καφέ που ήξερε ότι οπωσδήποτε θα του ετοίμαζε η μαμά μου. Όταν ο καφές ερχότανε, κάθονταν η μαμά κοντά του και εκείνος άρχιζε να της εξιστορεί τις δυσκολίες της οικογένειάς του κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Τελείωνε τη διήγηση του με ένα «Δόξα σοι ο θεός» και μετά η μαμά μου του έφερνε όλα τα χαλκώματα που είχε για στίλβωμα. 
Εκείνος με ιερή προσήλωση στο κάθε χάλκωμα εξέταζε την κατάστασή του και μετά άρχιζε το ατελείωτο τρίψιμο των χαλκωμάτων. Έτριβε-έτριβε και στο τέλος το χάλκωμα μεταμορφώνονταν στα χέρια του σε ένα πραγματικό κόσμημα. Το κοίταζε γεμάτος ικανοποίηση, περίμενε και την ανταπόκριση της κυράς και μετά φορτώνονταν το σακί του, έλεγε την καλή του κουβέντα και συνέχιζε, αυτός ο τιτάνας της ζωής, τον ατέλειωτο δρόμο της βιοπάλης.
 

Πολλές φορές σήμερα όταν κατεβαίνω στο Μοναστηράκι και βλέπω διάφορα παιδάκια να χορεύουν στο δρόμο για να εισπράξουν κάτι από τους περαστικούς, σαν κινηματογραφική ταινία έρχεται στο μυαλό μου η γυφτοπούλα η Χρυσούλα που κάθε πρωί Κυριακής έρχονταν στην αυλή μας μαζί με τον αγαπημένο της τον Αντρέα.  
Ο Αντρέας ένα παλικάρι 18 χρονών χτυπούσε το μικρό του ταμπούρλο και η Χρυσούλα λικνίζονταν σα μικρή λυγαριά, τόσο όμορφα και τόσο γλυκά που νόμιζες ότι δεν ήταν άνθρωπος αλλά κάποιο μικρό ξωτικό που ξέφυγε από το δάσος και ήρθε να περιγελάσει τους ανθρώπους που ήταν τόσο άκομψοι και χοντροκομμένοι. 
Θεέ μου πόσο βαθιά έχει χαραχτεί μέσα στο μυαλό μου η χάρη και η ομορφιά αυτής της μικρής νεραϊδούλας.
 

Όμως σ' αυτή τη γειτονιά, όπως γενικά και στη ζωή, συνέβαιναν δυστυχώς και δυσάρεστα και επειδή όλοι ήταν μια τεράστια οικογένεια, το κάθε μέλος έπαιρνε και το μερτικό του ανάλογα με την ευαισθησία του.  
Εγώ σαν παιδί με το θάνατο δεν είχα καθόλου καλή σχέση γιατί ήταν κάτι που δεν το καταλάβαινα -και ακόμη δεν θέλω να το καταλάβω-. 
Σκεφτείτε λοιπόν την αντίδρασή μου όταν κάποια μέρα γυρίζοντας από το σχολείο, βλέπουμε με τ' άλλα παιδιά, το σπίτι της Ρηνούλας, της κοπέλας του Γυμνασίου που όλοι θαυμάζαμε, ανοιχτό με ένα μαύρο παραπέτασμα στην πόρτα και κόσμο πολύ να συνωστίζεται στην είσοδο.
Παραξενευτήκαμε και γεμάτοι περιέργεια για το τι συνέβαινε, σπρώξαμε από δω, στριμωχτήκαμε από κει και φτάνουμε στη μεγάλη σάλα του σπιτιού.  
Χριστέ μου εκεί αντικρίζουμε κάτι που δεν θα το ξεχάσω οε όλη μου τη ζωή. Η Ρηνούλα ξαπλωμένη σε ένα ξύλινο κουτί, όμορφη σα νεράιδα με το ολόλευκο φόρεμά της, στα κατάξανθα μαλλιά της λουλούδια, αλλά το πρόσωπο της σαν από κερί. 
Φοβήθηκα αφάνταστα και το μόνο που ένιωσα ήταν το συναίσθημα της φυγής. Βγαίνω έξω γρήγορα και άρχισα να τρέχω. 
Φτάνω στο σπίτι μου, κλείνω την πόρτα μου και τρέχω στο δικό μου παράθυρο, που είχα τη φωλιά μου. Κάθομαι εκεί ενώ αισθάνομαι ότι κάτι με απειλεί, μια δύναμη που δεν μπορώ να την εντοπίσω. 
Ποτέ δεν κατάφερα να ξεπεράσω αυτή την παγωμένη απειλή γι' αυτό αποφεύγω πάντα να κοιτάζω το "νεκρό", με απωθεί και με τρομάζει, όχι το πρόσωπο, αλλά ο θάνατος με τον οποίο δεν μπόρεσα ποτέ να συμβιβαστώ.
 _________  

Το παραπάνω κείμενο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Ρίζα Αγρινιωτών"  (τεύχος 74)
Η πρώτη φωτογραφία είναι του Ντίνου Τσιρογιάννη.


=======================
=======================

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ...


1946

Καπνεργάτες έξω από το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Αγρινίου.
Διακρίνονται οι: Γ. Ιωάννου, Ηλ. Ντούβας, Ευάγγ. Τσοπάνογλου, Κ. Μακρής, Κτενάς, Λάκης Μπαρχαμπάς.

Αρχείο Ευάγγ. Τσοπάνογλου

Δεκαετία του '50

Στο βήμα ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Δημήτρης Καρύτσας.

Αρχείο Πάνου Καρύτσα

Αρχείο Πάνου Καρύτσα

Δεκαετία του '50
Στο βήμα ο Χαράλαμπος Μακρής.

Αρχείο Πάνου Καρύτσα
====================================
====================================


Τρίτη, 21 Ιουνίου 2011

ΕΤΣΙ ΤΑΞΙΔΕΥΕ Ο ΚΑΠΝΟΣ....


....του Αγρινίου σ' όλο τον κόσμο.


ΑΦΙΣΣΑ του 1930




Τότε που αγοράζαμε τσιγάρα...χύμα!!




Και τσιγαρόχαρτα που διαφημίζουν τα καπνά Αγρινίου.



==============================
==============================


Κυριακή, 19 Ιουνίου 2011

ΠΡΟΤΟΜΗ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ - ( Ο δικός μου Κ. Χατζόπουλος )


Δοκίμιο του Αγρινιώτη ποιητή Πάνου Καπώνη... 

 

 

...που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό «Tο Δέντρο»


Μια παλιά, μετά το 1920, κιτρινισμένη έκδοση, (από εκείvες πoυ επιμελήθηκε o Κ.Θεoτόκης), στηv βιβλιoθήκη τoυ Πατέρα μoυ, ήταv τo πρώτo πoιητικό βιβλίo, πoυ ξεφύλλιζα στα μαθητικά μoυ χρόvια, στo σπίτι μoυ στo Αγρίvιo:
 
ΚΩΝΣΤΑΝΤIΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ "ΑΠΛΟI ΤΡΟΠΟI" 
ΕΚΔΟΤIΚΟΣ ΟIΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ" ΕΝ ΑΘΗΝΑIΣ. 
ΑΦIΕΡΩΝΟΝΤΑI ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ ΤΟΝ ΠΟIΗΤΗ ΚΑI ΦIΛΟ.


Κι αυτό τo ξεφύλλισμα ήταv, σαv μια αέναη περιπλάvηση στηv πρωιvή oμίχλη της Τριχωvίδας Λίμvης, τoυ Πάρκoυ, τωv δρόμωv εκείvης της παλιάς επαρχιακής μας πόλης τωv εφηβικώv χρόvωv, πoυ oδήγησε - αργότερα -στηv απoκωδικoπoίηση της υπαρξιακής συvvεφιάς πoυ έκλειvαv oι στίχoι τωv "απλώv τρόπωv": " ή ζωή είvαι έvα κύμα ας το φέρει όπoυ θέλει το αέρι, όπoυ ξέρει το αέρι".-

Σαv τo "πoταμάκι πoυ διαβαίvει τραγoυδιστό μες τηv ερμιά", όπως έγραφε στov Χατζόπoυλo o Λ.Πoρφύρας (1897), ήταv αυτή η περιπλάvηση.

Σαv τηv πρoτoμή, θα πρόσθετα σήμερα, τoυ πoιητή, πoυ τηv θυμάμαι στηv oμώvυμη πλατεία, αvάμεσα στo σπίτι τoυ παππoύ μoυ και τo πατρικό σπίτι τoυ Κ.Χατζόπoυλoυ (πριv τo γκρεμίσoυv), με τηv ροζ απόχρωση, και πoυ κατάvτησε έvα πρωί vάvαι στημέvη μες τηv πρωινή oμίχλη τoυ πάρκoυ.

Αυτή η περιπλάvηση-διαδρoμή λoιπόv, ταυτίστηκε συvειρμικά με κάπoιες λέξεις όπως : "ερμιά", "φθιvόπωρo", "χαμέvo", "σβηστό", "αχvό", "ισκιερό", "βράδυ"...πέρα από φιλoλoγικές αvαλύσεις, δεικτικές μόvo σχoλαστικότητας, (ας πoύμε "...εμφαvής στρoφική συμμετρία... ή ...εvαλλαγές oξύτovωv με παρoξύτovα..."), λέξεις πoυ κάτω από τov έvτovo συμβoλισμό τoυς, απoκαλύπτoυv τηv ευαισθησία και τρυφεράδα μιας πvευματικής πρoσωπικότητας, ζυμωμέvης με τo κλίμα τoυ Αγριvίoυ, πoυ "...ζει τις περισσότερες μέρες τoυ χρόvoυ κάτω απo συvvεφιά κι από βρoχή..." (παρατήρηση Π.Δήμα πoυ αvάφερε o Ν.Βρεττάκoς στo περιoδικό "Κόσμoς,Επιστήμη & Ζωή" 48/1960).

Αυτό τo "κλίμα", μπαίvει ως βάση στo όλo σμίλευμα τoυ αγρινιώτη πoιητή και πεζoγράφoυ, διαμoρφώvovτας όμως - όπως και σε άλλoυς αγριvιώτες πoιητές, λoγoτέχvες και γλύπτες - μια στέρεη ψυχική στάση, πoυ τov ακoλoυθεί στις πvευματικές και ιδιoλoγικές περιπλαvήσεις τoυ, με μια λεπτή, φαιvoμεvικά εύθραυστη, αισθητική, σε εικόvες επεξεργασμέvες με τηv δυτική vooτρoπία, αλλά πoυ παραμέvoυv ιδιόρρυθμα ελληvικές.

Τα "Λυκoρράχια" (τo oικoγεvειακό κτήμα και μετέπειτα Παπαστράτειo Δημoτικό Πάρκo) μαζί με τις συvvεφιές, τα έσερvε μαζί τoυ o Χατζόπoυλoς.

Τα σε δεύτερo επίπεδo ρoμαvτικά στoιχεία τoυ έργoυ τoυ, "σβύvoυv" από τηv "υγρή" πραγματικότητα της σαρκαστικής και ειρωvικής συμπεριφoράς τoυ, πoυ εκδηλώvovται με τηv φάρσα, πoυ λειτoυργεί ως έκφραση δημιoυργικής αvάγκης, ως "...έργo φαvτασίας και αισθήματoς...", όπως έγραφε o Π.Νιρβάvας στo "Ο Χατζόπoυλoς ως φαρσέρ".

Τoύτo λoιπόv τo κλίμα, με τηv ευρωπαϊκή τoυ εκλέπτυνση, o πoιητικός ευαίσθητoς ψυχισμός τoυ με τις ρεαλιστικές τoυ σταθερές, η πρoσωπική τoυ ιδεoλoγική σoσιαλιστική στάση και η αμυvτική τoυ σκωπτικότητα, διαμόρφωσαv "...τη διφυία τoυ αvθρώπoυ και τoυ έργoυ..." (Κ.Τριαvταφυλλίδης:"Ακρoβασία" 1994), μια ιδιάζoυσα δηλαδή πvευματική πρoσωπικότητα, πoυ " τ' όvoμά τoυ θα μείvει αθάvατo στηv ιστoρία τωv ελληvικώv γραμμάτωv" κατά τov Κ. Θεoτόκη.

'Εvαv πoιητή, πoυ αvέδειξε με τηv ζωή τoυ συμβoλιστικά, τηv oμoρφιά και τηv αρμovία, όχι ως περιγραφή, αλλά ως επιδίωξη, ως επάλληλη διάσταση μιας γλυκιάς αίσθησης εvός ιδεατoύ μεv, αλλά πραγματoπoιήσιμoυ κόσμoυ, ως αvτιστρoφή τωv μελαγχoλικώv τoυ ήχωv σε αvταvακλάσεις φωτός, χωρίς όμως vα υπερβατεί έξω απo τα όρια τωv πραγματικώv γεγovότωv.

Με τov αvτικατoπτρισμό της φύσης, σε πρoβoλές μεγαλύτερες απ' τις διαστάσεις της, έδειξε τηv ψυχική τoυ τάση για τηv επίτευξη μιάς πoρείας, πoυ θα oδηγoύσε τov άvθρωπo σε φωτειvότερα μovoπάτια, μέσα απ' τηv αγάπη, στηv ίδια τηv oυσία πoυ ενυπάρχει στo βάθoς της αvθρώπιvης ψυχής και πoυ θα μπoρoύσε vα τηv εντάξει με ακρίβεια στηv κεvή θέση της, στηv κoσμική αρμovία.

Οι αvτιθέσεις στov Χατζόπoυλo, λειτoυργoύv ελκτικά πρoς τov παραπάvω στόχo. Τα χρώματα, ξεπετάγovται από τo αβέβαιo ή τo μυστηριώδες πρoβάλλει χρωματικά, ως μήvυμα, για έvαv άλλo κόσμo, όχι απτό, αλλά άυλo, τov oπoίo όμως αισθαvόμαστε, μας πιρουνιάζει τα κόκαλα, μας υγραίvει τo σώμα και τov βλέπoυμε πρισματικά, μέσα από τα σωματίδια της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, πoυ ως oμίχλη περvάει απo πάvω μας.

Εκείvo όμως, πoυ θέλω vα τovίσω μ'αυτό τo δoκιμιακό σημείωμα, είvαι ότι, αφετηρία στηv ψυχή τoυ δικoύ μoυ Χατζόπoυλoυ, στάθηκε αυτό τo ρίγoς πoυ αισθαvόταv μέσα τoυ, όταv o περιβάλλων χώρoς σκαπάζovταv "αχvά" απ' τις φευγαλέες εικόvες τωv παιδικώv τoυ χρόvωv στηv oμίχλη, περιβάλλον, πoυ σηματoδότησε τις περιπλαvήσεις τoυ στo "κoσμoγovικό άπειρo", πέρα απ' τo αισθητά oρατό τoυ κόσμoυ, σε μια πρoσπάθεια ψυχικoύ, αισθητικoύ και ιδεoλoγικoύ εξαvθρωπισμoύ, όπως o ίδιoς χαρακτηριστικά εξωτερικεύει στις φράσεις εvός γράμματός τoυ τo 1914 (Ν.Εστία 743/1958):


"Ο άvθρωπoς γίvεται κάθε μέρα πιο άvθρωπoς κι όταv τov αγαπoύμε, πρέπει vα βoηθoύμε vα γίvεται oλoέvα περισσότερo πιο άvθρωπoς".

ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ

Το δοκίμιο αυτό γράφτηκε πριν η Δημοτική Αρχή Αγρινίου τοποθετήσει νέα προτομή του ποιητή στην ομώνυμη πλατεία το 2007.


Σχετικές αναρτήσεις: ΕΤΟΣ ΚΤΙΣΕΩΣ 1868..., "ΟΔΟΣ ΔΩΡΙΜΑΧΟΥ", ΠΑΝΟΣ ΚΑΠΩΝΗΣ


===============================
===============================


Σάββατο, 18 Ιουνίου 2011

ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ (4)


Δεξιά της  πανοραμικής άποψης του Σιδηροδρομικού Σταθμού, διακρίνονται τα βοηθητικά κτίρια, η αποθήκη, ο υδατόπυργος και το μηχανοστάσιο.





Εδώ τα βοηθητικά κτίρια από το φωτογραφικό αρχείο του Κώστα Πατρώνη, όπως τα δημοσίευσε σε άρθρο της η εφημερίδα "ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ".



Η Αποθήκη


Ο Υδατόπυργος



Το Μηχανοστάσιο



===============================
===============================


Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Οι άντρες...δεν κλαίνε



Τελευταία θέση, γαλαρία, στο λεωφορείο.
Κοιτάζει από το παράθυρο. 
Τα γνώριμα τοπία φεύγουν με ταχύτητα προς τα πίσω και το μυαλό του τα ακολουθεί.
-------------------------------------------
Μεγάλωσε σε μία φτωχική συνοικία του Αγρινίου, «δύο παιδιά και ένα κορίτσι» όπως έλεγε ο πατέρας του, στην οικογένεια.
Παιχνίδι ανέμελο δεν έπαιξε ποτέ του. Δούλευε ταυτόχρονα με το σχολείο, από δώδεκα χρονών σε συνεργείο αυτοκινήτων, για «να μάθει τέχνη, να μπορέσει να ζήσει». 
Κι όμως αυτός ήθελε να σπουδάσει. Και τα κατάφερε!! Σπούδαζε και δούλευε ή μάλλον δούλευε και σπούδαζε. Εκεί στην πρωτεύουσα γνώρισε την Ελένη, πήραν μαζί πτυχίο, «…θα πάμε Αγρίνιο, η Αθήνα με πνίγει, θα ανοίξουμε δουλειά μαζί, εξάλλου η ζωή εκεί είναι πιο ανθρώπινη».
Γάμος, παιδιά.
--------------------------------------------
Βάζει το χέρι στην τσέπη και βγάζει το κινητό του. Μενού, το υλικό μου, φωτογραφίες. Το πλήκτρο πάνω-κάτω. Τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα…. Έλα ρε!! Οι άντρες δεν κλαίνε!!
Οι γιοί του, ο Αντρέας και ο Μίμης. 
Ο Αντρέας 16 χρονών, μαθητής από τους λίγους, τέλειωσε τα Αγγλικά του, φέτος τελειώνει τα Γερμανικά του. Μαθητής με προδιαγραφές. Θέλει να σπουδάσει Ιατρική. Φροντιστήρια, φροντιστήρια, φροντιστήρια. Αλλά χαλάλι του!!
Ο μικρός, ο Μίμης, 15 χρονών... και αυτός πολύ καλός μαθητής. Αγγλικά, Γερμανικά, μαθηματικά, φυσική, χημεία. Θέλει να σπουδάσει Βιολόγος. Σίγουρα θα τα καταφέρει!!
--------------------------------------------
Το λεωφορείο φτάνει στην Κλεισούρα. Στρέφει τα μάτια του στο εκκλησάκι και σηκώνει το χέρι του προς το κούτελό του. Το κατεβάζει θυμωμένος. Τα μάτια του ξαναγεμίζουν… Ε!!! τι είπαμε;
 ------------------------------------------
Με την Ελένη δουλεύανε και οι δύο σαν σκυλιά. Σε μία εταιρία και οι δύο, αυτός διευθυντής πωλήσεων και η Ελένη στο λογιστήριο. Το οικογενειακό εισόδημα συμπληρωνόταν με απογευματινή δουλειά σε λογιστικό γραφείο.
Πούλησε η Ελένη ένα μικρό χωραφάκι που είχε στην Καρδίτσα, πήρανε κι ένα μικρό δάνειο κι αγοράσανε ένα διαμέρισμα, να βάλουνε το κεφάλι τους κάτω από ένα κεραμίδι. Μικρό, αλλά τους φτάνει. Αυτοί στο ένα δωμάτιο, τα αγόρια στο άλλο και διάβασμα στο σαλόνι. Εκεί τους βάλανε τα γραφεία τους.
Η τηλεόραση άνοιγε μόνο όταν τελείωναν το διάβασμα. Βλέπεις δεν αξιώθηκαν να πάρουν μία μικρή για το δωμάτιό τους. Τα παιδιά ήρθαν αμέσως μετά το γάμο και τα έξοδα πολλά.
Τα έβγαζαν πέρα δύσκολα αλλά με αξιοπρέπεια. Πρώτα τα παιδιά, τα φροντιστήριά τους και μετά όλα τα άλλα. Μια στρωμένη, ήρεμη, ευτυχισμένη ζωή!!
 --------------------------------------------
«Δυστυχώς, βρίσκομαι στην δυσάρεστη θέση να σου ανακοινώσω την απόλυσή σου. Η δουλειά έχει πέσει και…. Σε όλους τους άλλους θα γίνει περικοπή μισθού, όποιος δεν συμφωνεί να μας το ανακοινώσει εντός μίας εβδομάδος».


Και τώρα; Πως τα βγάζουν πέρα;
Πέντε μήνες ψάξιμο. Δουλειά πουθενά. Άρχισαν τα χρέη. Αυτοί… που δεν χρωστούσαν ποτέ. Φροντιστήρια απλήρωτα, οι δόσεις του σπιτιού απλήρωτες. Μέχρι και τα κοινόχρηστα χρωστούσαν. Στο σπίτι έλειψε το χαμόγελο. Άρχισαν σιγά-σιγά να του στερούν το δικαίωμα στην δουλειά, το δικαίωμα στην στέγαση, το δικαίωμα των παιδιών του στη μόρφωση, το δικαίωμα όλης της οικογένειάς του στην ευτυχία. Κι είναι μόλις 50 χρονών!!

«Τον θυμάσαι τον Χρήστο το γιό του Μάρκου και της Φιλιώς; Έφυγε για Αμερική, δύο μήνες τώρα, δουλεύει σε ένα Αγρινιώτη με εστιατόρια. Βρήκα τον κυρ-Μάρκο και μου είπε θα τον πάρει τηλέφωνο….αν υπάρχει δουλειά εκεί, σκέφτομαι να φύγω. Έχει καλά λεφτά, θα μένω με τον Χρήστο. Εδώ δεν υπάρχει φως».
Η απόφαση δύσκολη και η ώρα του αποχωρισμού ακόμα πιο δύσκολη. Πότε θα τους ξαναδεί;
«Να διαβάζετε, να μην στενοχωρείτε την μάνα σας, να κλειδώνεις την νύχτα…».
--------------------------------------------
Το λεωφορείο φτάνει στην γέφυρα. Η βαλίτσα του στις αποσκευές και το εισιτήριο για Νέα Υόρκη στην τσέπη του και αυτός σκουπίζει τα δάκρυα που τρέχουν στα αντρικά μάγουλά του…

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

===========================
===========================

Τετάρτη, 15 Ιουνίου 2011

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ...


....μιάς άλλης εποχής.

Στην κεντρική πλατεία είχαν το εστιατόριό τους τα αδέλφια Μανώλης και Μήτσος Ψαρράς. "ΤΟ ΚΡΟΝΙΟΝ" ήταν η ονομασία του, αλλά όλοι το ξέραμε με το όνομα των ιδιοκτητών.
Το εστιατόριο λειτουργούσε στο Αγρίνιο από την δεκαετία του '30 και τον ιδιοκτήτη του, τον μπάρμπα-Νίκο Ψαρρά με τον ναργιλέ, θα τον θυμούνται μόνο οι πιο παλιοί. 

Οι αδελφοί Ψαρρά μπροστά στο εστιατόριό τους.


Η πιο κάτω φωτογραφία αποθανατίζει "την παλιά φρουρά" των Αγρινιωτών επαγγελματιών, μέσα στο εστιατόριο του Νίκου Ψαρρά. 
Διακρίνονται οι: Παρθένης, Μάλκος, Ζήνας, Μυστακίδης, Τσούνης. Όρθιος στην μέση, ο Νίκος Ψαρράς.

 

Πηγή: Αρχείο Νικολέττας Ψαρρά-Κάκκου
          Περιοδικό "ΡΙΖΑ".


============================
============================

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

ΣΑΝ ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ...


Δεκαετίες του '60, '70, ....

Ο σινεμάς...
Από τις λίγες αφορμές να φορέσουμε τα "καλά" μας, να φύγουμε μία ώρα νωρίτερα από το σπίτι από την έναρξη της παράστασης, να φέρουμε δυό-τρεις βόλτες στην Παπαστράτου, το νυφοπάζαρο, και μετά να ξεχαστούμε κοιτάζοντας εκστασιασμένοι το μεγάλο πανί...
Ταινίες με  τον Τζέρυ Λιούις και Λουί ντε Φινές, με Αλαίν Ντελόν και Ζαν Πωλ Μτελμοντό, με Έλβις Πρίσλεϋ και Φρανκ Σινάτρα, με Τζον Γουέην και Λη Βαν Κλιφ...
Πόσες φορές κλάψαμε με τον Νίκο Ξανθόπουλο και τον Βασίλη Καΐλα, την Μάρθα Βούρτση και την Άντζελα Ζήλια και με τις αγαπημένες των μανάδων μας Χούλια Κότσγιγιτ και Ναργκίς;

"ΠΑΝΘΕΟΝ"


Και τα καλοκαίρια...
Αγαπημένη συυνήθεια, κάτω από τον έναστρο Αγρινιώτικο ουρανό με τις καρέκλες απλωμένες στο χαλίκι και με..."λεμονάδες, πορτοκαλάδες, στραγάλια, πασατέμπο.." 

Κατά καιρούς στο Αγρίνιο λειτουργούσαν αρκετοί κινηματογράφοι.

Από Χειμερινούς...


"ΘΕΣΠΙΣ", επί της Αναστασιάδη το 1930, ιδιοκτησίας Γιάννη Αμπέση.
"ΤΙΤΑΝΙΑ", επί της Σαλάκου το 1933, ιδιοκτησίας Μάνθου Καζαντζή.

"ΑΤΤΙΚΟΝ"

"ΑΤΤΙΚΟΝ" και "ΔΙΟΝΥΣΙΑ", επί της Σαλάκου μέχρι το 1956, ιδιοκτησίας Δαλιάνη και Κονταξή.
"ΠΑΛΛΑΣ", μεσοτοιχία με το "ΤΙΤΑΝΙΑ", επί της Σαλάκου από το 1951 έως το 1975, ιδιοκτησίας αδελφών Τσιτσιμελή.
"ΟΛΥΜΠΙΟΝ", επί της Παπαστράτου το 1960, ιδιοκτησίας Κώστα Βοσκόπουλου και αδελφών Χατζή.
"ΙΝΤΕΑΛ", επί της Αναστασιάδη και Βότση μέχρι το 1975, ιδιοκτησίας Κώστα Βοσκόπουλου.
"ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ", επί της Χαριλάου Τρικούπη την δεκαετία του '60, ιδιοκτησίας Σωτήρη Κατσίκη.


Από Καλοκαιρινούς...

"ΔΙΟΝΥΣΙΑ", επί της Σαλάκου δίπλα από το "ΑΤΤΙΚΟΝ" το 1937, ιδιοκτησίας Πολύζου και Χολιασμένου και μετά Δαλιάνη και Κονταξή.
"ΕΣΠΕΡΟΣ", επί της Ηλία Ηλιού το 1948, ιδιοκτησίας Σπύρου Τσικνιά.

"ΡΕΞ"

"ΡΕΞ", επί της Παπαστράτου από το 1946 μέχρι το 1975, ιδιοκτησίας Μουστακόπουλου, Παπαλάμπρου, Πετρόπουλου και μετά αδελφών Τσιτσιμελή.
"ΠΑΝΘΕΟΝ", επί της Παπαστράτου από το 1960 μέχρι το 1975, ιδιοκτησίας Βοσκόπουλου.
"ΡΙΑΛΤΟ", απέναντι από το Πάρκο δεκαετία του '60, ιδιοκτησίας αδελφών Γεωργίου.
"ΑΚΡΟΠΟΛ", επί της Ιωνίας στα σύνορα Αγίου Κων/νου και Αγρινίου, ιδιοκτησίας Γιώργου Βελούδα.
"ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ", επί της Χαριλάου Τρικούπη την δεκαετία του '60, ιδιοκτησίας Σωτήρη Κατσίκη.
"ΕΛΛΗΝΙΣ", επί της Μπότσαρη, ιδιοκτησίας Κονταξή.

Και μετά....


Μετά... στα μέσα της δεκαετίας του '70, έκαναν δειλά-δειλά την εμφάνισή τους οι πρώτες τηλεοράσεις και οι σινεμάδες άρχισαν σιγά-σιγά ο ένας μετά τον άλλο να κλείνουν...


============================
============================




Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

Ο μικρόκοσμός μας!!!



Κάθομαι στα σκαλοπάτια και «βλέπω» με τα μάτια της ψυχής, το πατρικό μου σπίτι.
Χαμηλό, πέτρινο, χτισμένο στην άκρη του δρόμου, στην περιοχή της Αγίας Τριάδας.
Ο δρόμος που περνούσε μπροστά από την πόρτα του, χωμάτινος και
 πνιγμένος στην λάσπη τον χειμώνα. Το δε καλοκαίρι, προσπαθούσαμε να «ηρεμήσουμε» την σκόνη με το λάστιχο.
Μια τεράστια κληματαριά που απλωνόταν στην ταράτσα του, έπαιζε το ρόλο μιας μεγάλης ομπρέλας, για να εμποδίζει τον ήλιο να κατακαίει την πλάκα του και το μεγάλο ντεπόζιτο νερού το ρόλο του ηλιακού θερμοσίφωνα….αλλά μόνο για την καλοκαιρινή περίοδο.
Τα παράθυρά του και οι πόρτες του ήταν πάντα ξεκλείδωτες το χειμώνα και ορθάνοιχτες το καλοκαίρι μέρα-νύχτα.
Δυο υπνοδωμάτια, μια κουζίνα και…ένα σαλόνι όλα κι όλα τα δωμάτιά του. Ένα σαλόνι που σπάνια χρησιμοποιούνταν, πάντα όμως τακτοποιημένο και έτοιμο να υποδεχτεί «…κανέναν ξένο…», όπως χαρακτηριστικά έλεγε η μαμά.
 Ένας χώρος σε αχρηστία και εμείς, τρία παιδιά, όλα μαζί σε ένα δωμάτιο. Εκεί διαβάζαμε, γύρω από ένα τραπέζι, εκεί κοιμόμασταν, εκεί παίζαμε….Αλλά το σαλόνι…σαλόνι!! Με το μικρό του μπαλκονάκι απέξω, που η διαφορά ύψους του από τον δρόμο ήταν μόλις δύο σκαλοπάτια.
Το σπίτι το αγκάλιαζε μια αυλή γεμάτη λουλούδια. Με μια τεράστια λεμονιά στο κέντρο της, που την θυμάμαι πάντα φορτωμένη με τους καρπούς της και πάντα ανθισμένη!
 Κάτω από τον ίσκιο της, τα καλοκαιρινά απογεύματα, φιλοξενούσε την σύναξη των γυναικών για καφεδάκι και κουβεντούλα, αφού πρώτα είχε καταβρεχτεί η αυλή «…ε! για να δροσίσει λίγο!!».
Εμείς τα παιδιά, της είχαμε "δανειστεί" δυο χοντρά της κλαδιά και είχαμε κρεμάσει την τρίχινη κούνια με κάθισμα ένα μαξιλάρι...Πόσες φορές είχαμε πέσει απ' αυτή την κούνια!!!

Και εκεί σε μια γωνία της αυλής το πλυσταριό!!!
Εκτεθειμένο στο λιοπύρι του καλοκαιριού και στην παγωνιά του χειμώνα. Με οροφή από τσίγκο και για πόρτα ένα πανί. Το πλυσταριό που το είχαμε μετατρέψει σε ένα κουκλόσπιτο!
Σανίδες πάνω στον ξύλινο τρίποδα, που χρησιμοποιούσε παλιά η μαμά για την σκάφη πλυσίματος, αραδιασμένα στη σειρά τα κουζινικά μας,( τα φλιτζανάκια της μαμάς με τα σπασμένα χερούλια), ενωμένες δυο παλιές καρέκλες χωρίς πλάτη για το κρεβάτι της κούκλας μας, και ένας ξεχαρβαλωμένος ξύλινος πάγκος με μαξιλάρια για το καθιστικό μας. 
Εκεί κλεινόμασταν με τις ώρες.
Φορώντας τα παλιά τακούνια της μαμάς και χτυπώντας τα στο τσιμέντο, τσίκι-τσίκι, παριστάναμε τις κυρίες, προσπαθώντας να αντιγράψουμε αυτά που βλέπαμε στις ταινίες, στους καλοκαιρινούς σινεμάδες.

Το «σπίτι» μας, που το σκουπίζαμε με ευχαρίστηση για να υποδεχτούμε τους δικούς μας καλεσμένους, την Μαρίτσα που για τις ανάγκες του παιχνιδιού την ονομάσαμε Μάριον, την Ευτυχία- Ιζαμπέλ, τον Λάμπρο- Τζιμ…
-Τοκ, τοκ, πάνω στο πανί…
Η πάνινη πόρτα άνοιγε κι άρχιζαν οι χαιρετούρες. 
- Ω!! Τι κάνεις χρυσή μου;
- Καλά γλυκιά μου, εσύ;…..Ματς, μουτς
- Το παιδί; Καλά; Ο άντρας σου;
- Μια χαρά, όλοι καλά...το παιδί κοιμάται…ο άντρας μου στην δουλειά…
Ο μικρόκοσμός μας!!!

Πολλές καλοκαιρινές βραδιές το πλυσταριό μετατρεπόταν σε σκηνή καραγκιόζη. Κεριά από μέσα, ένα λευκό σεντόνι μπροστά στην πόρτα και θεατές απ’ έξω όλα τα γειτονόπουλα. Καραγκιοζοπαίχτες τα μεγαλύτερα παιδιά με τις αυτοσχέδιες φιγούρες του Καραγκιόζη. Τα φώτα της αυλής σβηστά και η παράσταση άρχιζε. Γέλια, χειροκροτήματα και φωνές γέμιζαν την γειτονιά.
   ..........................................................................
-Κυρία, ψάχνετε κάποιον; Είστε καλά;
Η φωνή της κοπέλας με έκανε να αναπηδήσω.
Αλήθεια πόση ώρα βρίσκομαι εδώ στο κεφαλόσκαλο της πολυκατοικίας; Ρίχνω μια ματιά προς τον ουρανό, λες και μπορώ να διαβάσω την ώρα με την θέση του ήλιου. Το ρολόι μου, μου δείχνει ότι είμαι καθισμένη εδώ δύο περίπου ώρες.
-Όχι παιδί μου…να! σ’ αυτή τη θέση ήταν το πατρικό μου σπίτι και χάθηκα μες στις αναμνήσεις.
Στρώθηκε δίπλα μου και άπλωσε τα πόδια της.
-Κι εγώ εδώ γεννήθηκα, μένω στον τέταρτο. Σίγουρα μιλάτε για πολλά χρόνια πριν.
- Πενήντα και βάλε….. 

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ 


============================
============================


Σάββατο, 11 Ιουνίου 2011

Ο ΜΙΚΗΣ ΤΟ 1963....


....στο Αγρίνιο.

Με νεαρούς (τότε) Αγρινιώτες.
Διακρίνονται: Γ. Πιστιόλας, Γ. Δροσόπουλος, Ν. Γράψας, Π. Μπαρδάκης, Θ.Μ. Πολίτης, Αλ. Παπακωνσταντίνου, Γ. Πετρούλας, Σ. Κυλπάσης, Ν. Γιάγκας, Δ. Πατρινούδης.

Από το αρχείο του Θ.Μ.Πολίτη



========================
========================