Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Χρονιάρες μέρες





Χρονιάρες μέρες, όπως τις έλεγες…

Από μικρό παιδί μου προκαλούσαν θλίψη. Θες γιατί δεν μπορούσα να έχω ότι και τα άλλα παιδιά, θες γιατί στο σπίτι δεν άλλαζε και τίποτε, θες γιατί τότε καταλαβαίναμε πιο πολύ την φτώχεια μας…ποιός ξέρει…ίσως και όλα αυτά μαζί.

Και εσύ το καταλάβαινες, το ήξερες πως ένοιωθα αλλά δεν μπορούσες να κάνεις κάτι, δεν «έχουμε τον τρόπο παιδάκι μου», έλεγες. Το μόνο που μπορούσες να κάνεις και το έκανες με το παραπάνω ήταν η μεγάλη σου, ζεστή αγκαλιά και τα χάδια σου με τα ροζιασμένα από την πολύ δουλειά χέρια σου. Με τα λατρεμένα αυτά χέρια…

Άνοιγες την τεράστια αγκαλιά σου με έχωνες μέσα και μου τραγουδούσες, θυμάμαι, με εκείνη την γλύκα στην φωνή που μόνο εσύ είχες.

Και μου ‘λεγες « Του χρόνου θα βάλω δυό στρέμματα παραπάνω καπνό και τα περίσσια λεφτά θα είναι καταδικά σου. Θα τα πάρεις και τις χρονιάρες μέρες θα αγοράσεις ότι θες…θα στολίσουμε και το σπίτι…»

Και εγώ όταν περνούσα από τις στολισμένες βιτρίνες, κοντοστεκόμουνα, κόλλαγα τη μούρη μου στα τζάμια και ονειρευόμουνα…αυτό θα το πάρω του χρόνου…Α!! κι αυτό…Πω! Πω! Τι όμορφο που είναι αυτό!!! Του χρόνου…

Εσύ κρατούσες την υπόσχεσή σου, δούλευες πιο πολύ αλλά οι ανάγκες μεγάλωναν και οι χρονιάρες μέρες περνούσαν και περνούσαν και περνούσαν…χωρίς διαφορά με τις υπόλοιπες μέρες.

Μια χρονιά θυμάμαι ήρθες σπίτι με ένα πλαστικό Χριστουγεννιάτικο δέντρο και δυό κούτες με χρωματιστές μπάλες και φωτάκια.
 Το ίδιο βράδυ δίπλα στο τζάκι στολίσαμε οι δυό μας το δέντρο, βάλαμε βαμβάκι στα κλαδιά του, με σήκωσες στα χέρια σου και έβαλα ένα τεράστιο αστέρι στην κορυφή του. Η χαρά μου απερίγραπτη!!!

Με πήρε ο ύπνος εκείνο το βράδυ τα χαράματα, κοιτώντας τα φωτάκια να αναβοσβήνουν.

Και την άλλη μέρα έραψες μια κόκκινη τεράστια κάλτσα και την κρέμασες στο τζάκι «Φέτος έχω την υποψία ότι θα περάσει κι από δω ο Άη Βασίλης», είπες. «Κι εμείς πρέπει να είμαστε έτοιμοι…αν περάσει.»

Και πέρασε. Πέρασε και μέσα στην κάλτσα, μου είχε αφήσει έναν Φωτεινό Παντογνώστη, ένα ζευγάρι παπούτσια και ένα πλεκτό πράσινο πουλόβερ.

Και ήταν στα μέτρα μου και το πουλόβερ και τα παπούτσια. Και που ήξερε ότι ήθελα τον Φωτεινό Παντογνώστη;

«Ε…Άη Βασίλης είναι αυτός, ξέρει όλα τα παιδάκια του κόσμου. Αλλά δεν μπορεί να περάσει απ’ όλα κάθε χρόνο. Φέτος ήταν η σειρά σου»

Με τα μάτια γεμάτα δάκρυα σηκώνω το ακουστικό του τηλεφώνου, πληκτρολογώ και…

«Γειά σας!! Χρόνια σας Πολλά!! Ο γιός της κυρίας Αργυρώς είμαι. Αύριο θα έρθω να πάρω την μητέρα μου. Ναι, ναι !! Όχι μόνο για τις γιορτές. Ξέρετε δεν θα ξαναγυρίσει στο γηροκομείο. Θα μείνει μαζί μου…»


Κ.Ρ