Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Χρήστος Μποκόρος



Χρυσές φλόγες, που τρεμοπαίζουν στο καντήλι και στην άκρη των κεριών σαν αληθινές καθώς εξατμίζονται  σε                                                                        μαύρο καπνό...



Πρόσφορα, ζυμωμένα τελετουργικά με χρώμα, πειθαρχία και υποβλητική δύναμη...




Ελαιόδενδρα, με χρυσοπράσινα φύλλα που αιχμαλωτίζουν την ενέργεια του φωτός και τη στέλνουν στη ρίζα, που απλώνεται κάτω από το χώμα, απ΄ όπου ξεπροβάλλουν με τη σειρά τους τα πιο όμορφα λουλούδια, πολύχρωμα και δροσερά, θρεμμένα ίσως από τα οστά κάποιων ανταρτών που χάθηκαν στα δάση της Βίνιανης...





 Όλο το έργο του ζωγράφου Χρήστου Μποκόρου αποπνέει ιερότητα, μυσταγωγική ατμόσφαιρα, αβίαστο συμβολισμό που αντλεί από τον σεβασμό στην ύλη, την ιθαγένεια και τη μνήμη. Αναλώνεται σε μια προσπάθεια να γίνει ορατό αυτό που υπάρχει και είναι αόρατο.

 Η ζωγραφική του ακραία, παραστατική και αληθοφανής, προκαλεί ένα σκίρτημα του ματιού και της ψυχής. 
«Το ουσιώδες παραμένει απαράλλακτο» λέει. 
«Να ζήσουμε κι εμείς στη ζωή που μας αναλογεί, αυτήν την πολυπόθητη μοναδική επανάληψη. Να αξιώσουμε το ασύλληπτο. Φτιάχνοντας έτσι κι αλλιώς το άφτιαγο, όταν φτιάχνουμε κάτι».


 Ο Χρήστος Μποκόρος γεννήθηκε το 1956 στο Αγρίνιο. Παιδί μιας προσφυγοπούλας καπνεργάτριας κι ενός αριστερού φιλίστορα και αρχαιογνώστη εκπαιδευτικού. Σπούδασε Νομική και ξόδεψε αρκετά χρόνια στο διάβασμα, το ρεμπελιό και την περιπλάνηση πριν αποφασίσει να πάει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Δεν είναι ετεροχρονισμένος γκουρού που υπερασπίζεται τη γραφικότητα της παράδοσης.

 Στο έργο του παίζουν πρωτεύοντα ρόλο το τι, το γιατί και το πώς, το παλιό σανίδι, ο κορμός ή το πανί που χρησιμοποιεί ως φόντο ή συμπαράθεση των ζωγραφικών έργων του και τα έργα των ανθρώπων που ορίζουν μια ταυτότητα και πολιτισμική συνέχεια. 
Κάθε του έκθεση έχει ένα θέμα, είναι και μια εγκατάσταση, μια αλληγορία που γίνεται άμεσα αντιληπτή, καθώς χρησιμοποιεί κατανοητά σύμβολα. Παράλληλα τον απασχολεί η σκηνογραφία και η σκηνοθεσία. Μάλιστα τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με το Δημοτικό Θέατρο Αγρινίου. 
Τον αφορούν η ποιότητα ζωής και σχέσεων και η πνευματική άσκηση ως διαδρομή αυτογνωσίας. 
Η γαλήνη που εκπέμπουν τα έργα του κρύβει πάθος και πειθαρχία.


Οξύτατος σχεδιαστής και αιχμηρός σχολιαστής που δεν χαρίζεται κι όλο ρωτά «γιατί το καλό είναι λίγο», «γιατί τα δέντρα βγάζουν καινούργια φύλλα την άνοιξη», είναι έτοιμος για κόντρες και για τον άνισο διάλογο με την αλήθεια και την αληθοφάνεια, το πνευματικό και το υλικό.
 

«Η τέχνη», λέει, «είναι ένας διάλογος με τον χώρο του μυστικού, του ασύλληπτου, ως μεταφυσική ανάγκη και υπαρξιακό ερώτημα ως δυνατότητα προσέγγισης του άλλου».


 ΠΗΓΗ: Παρασκευή Κατημερτζή -"ΤΑ ΝΕΑ"