Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

Γεννήθηκα στην Ντούτσαγα

....ανάμεσα σε Αρμένηδες, Εβραίους και Γύφτους.

 του Θανάση Παλιούρα


Αυτοβιογραφικός λόγος και μυθοπλασία 
Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί εισήγηση της κ. Μεταξούλας Μανικάρου στην παρουσίαση του βιβλίου του Θ.Παλιούρα, «Γεννήθηκα στην Ντούτσαγα ανάμεσα σε Αρμένηδες, Εβραίους και Γύφτους»

Στο βιβλίο «Γεννήθηκα στην Ντούτσαγα ανάμεσα σε Αρμένηδες, Εβραίους και Γύφτους» δεν θα βρούμε τον πανεπιστημιακό δάσκαλο, Θανάση Παλιούρα, ο οποίος, μισό αιώνα ζωής, περιδιαβαίνει τα μονοπάτια της ιστορικής και αρχαιολογικής έρευνας και, ντυμένος την τήβεννο της εργώδους πνευματικής του πορείας,  έχει προσφέρει ένα τεράστιο επιστημονικό έργο. 
Στο βιβλίο αυτό μας αποκαλύπτεται ένας ευαίσθητος άνθρωπος, ο οποίος, βαδίζει τον μεγάλο δρόμο της λογοτεχνίας, δοκιμάζεται στο χώρο της δημιουργικής γραφής και «πολιτικογραφείται στων ιδεών την πόλη». Εξάλλου, και ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογό του ομολογεί ότι: 
«Η δουλειά μου είχε μεγάλες και βαριές απαιτήσεις […] Αλλά έκλεβα πάντα χρόνο για να διαβάσω ένα μυθιστόρημα, κάποια συλλογή διηγημάτων, κάποια ποιήματα. Δεν ξέκοψα ποτέ από τη μεγάλη μου αγάπη, τη λογοτεχνία» («Οι ρίζες της γενιάς μου», σελ. 7).
Και αλλού πάλι σημειώνει αναφερόμενος τριτοπρόσωπα στον εαυτό του: 
«Μέσα του, μια ζωή, παλεύει ο αρχαιολόγος με τον λογοτέχνη». 
Εντρύφησα όσο μπόρεσα στο περιεχόμενο του βιβλίου, το απόλαυσα, το χάρηκα και θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω αυτό που καταστάλαξε μέσα μου από την ανάγνωσή του.
Ο Παλιούρας στον Πρόλογο του έργου του χαρακτηρίζει τα δώδεκα κείμενά του ως «βιωματικά μυθοπλαστικά διηγήματα». Βιωματικά, γιατί ο δημιουργός του βάζει μέσα σε αυτά ένα κομμάτι από τον εαυτό του, είναι μία εκ βαθέων κατάθεση, μια προσωπική αποκάλυψη. Μυθοπλαστικά, γιατί, καθώς τα έγραφε και τα ξαναζούσε, τα εξωράιζε και τα εξιδανίκευε στη σκέψη του και στην καρδιά του. Στον βιωματικό και μυθοπλαστικό χαρακτήρα θα πρόσθετα και το στοιχείο της λογοτεχνικότητας. Όχι μόνο, γιατί η μυθοποίηση και ο εξωραϊσμός αποτελούν εξ αντικειμένου λειτουργίες της λογοτεχνίας, αλλά  και για έναν ακόμη λόγο: Τα πεζογραφήματα αυτά δεν συνιστούν απλώς και μόνο μαρτυρίες και καταγραφές μιας ζωής, αλλά, γραμμένα με καλλιτεχνική φαντασία, διάθεση και περισσό μεράκι, αποκτούν αισθητική αξία. Είναι καλά λογοτεχνικά έργα.

Με το βιβλίο του «Γεννήθηκα στην Ντούτσαγα» ο αυτοβιογραφούμενος συγγραφέας μας γυρνά πίσω μισό αιώνα ζωής και παραπάνω, στη γενέτειρα πόλη, στο Αγρίνιο, της κρίσιμης εικοσαετίας 1940-1960, όταν μικρό παιδί ξεκίνησε από την Ντούτσαγα, μια λαϊκή συνοικία του Αγρινίου, για να πάρει τον μεγάλο και ατέλειωτο δρόμο της ζωής. 
Με την αφηγηματική του, μάλιστα, δύναμη καταφέρνει, εγκιβωτίζοντας και εντάσσοντας αρμονικά μνήμες της οικογένειας, να πλαταίνει το χρόνο μέχρι τις αρχές του εικοστού αιώνα.
Ανέγγιχτες μνήμες, προσωπικές εμπειρίες, παραστάσεις, στεριωμένες πρώτα στην καρδιά και ύστερα στο νου και τη σκέψη του συγγραφέα, σε τόπους και μέρη του Αγρίνιου που έσφυζε από οικονομική, κοινωνική και πνευματική ζωή. Οι πλατείες και οι δρόμοι του, η κεντρική οδός Παπαστράτου, τα Παπαστράτεια εκπαιδευτήρια, το Πάρκο, ο εξηλεκτρισμός της εταιρείας Παπαστράτου, τα καπνοτόπια και τα καπνεργοστάσια, οι εμπορικοί οίκοι των χονδρεμπόρων που έκαναν εξαγωγή τις περίφημες ελιές του Αγρινίου, το αεροδρόμιο, το τραίνο, το μυθικό ποτάμι ο «αργυροδίνης» Αχελώος, οι λίμνες, τα ταμπακαριά του Αλεξόπουλου και του Σκεπαρνιά, το Γηροκομιό, τα λιοστάσια, οι λιάστρες, ο μύλος του Ραμμόπουλου. 
Σημείο από όπου όλα ξεκινάνε και όλα γυρνάνε εδώ, σύμβολο αναφοράς, κέντρο και ομφαλός γύρω από τον οποίο περιστρέφονται όλοι οι τόποι η λαϊκή συνοικία Ντούτσαγα, τα εσωτερικά όρια της οποίας καθόριζαν οι δύο ναοί, η Αγία Τριάδα και ο Αη-Γιώργης. 
Η Ντούτσαγα, όπου, καθώς σημειώνει ο συγγραφέας στο πρώτο ομότιτλο διήγημά του, γράφτηκε ο πρόλογος του αληθινού παραμυθιού της ζωής του και ήταν ο μύθος που στα κατοπινά χρόνια πήρε διαστάσεις, νίκησε το χρόνο και πέρασε στην αιωνιότητα.  
Και ανάμεσα στους τόπους ανασταίνει ανθρώπους, πρόσωπα, μόνιμους και περιστασιακούς κατοίκους, αλλά και τους κατακτητές Γερμανούς. Αποθησαυρίζει επαγγέλματα, θέματα και γεγονότα, μικρά και μεγάλα.
Ενδεικτικά αναφέρουμε τη συνύπαρξη στην Ντούτσαγα ανθρώπων διαφορετικών εθνοτήτων, Αρμένηδων, Εβραίων και Γύφτων, στοιχείο δηλωτικό της πολυπολιτισμικότητας. Ακόμη την ιστορία με την επιστροφή των Αρμένηδων στην Αρμενία και τη φωτογραφία που θα έστελναν στους παλιούς γείτονές τους με την οποία, ανάλογα με τη στάση -όρθια ή καθιστή- που θα φωτογραφίζονταν,  θα τους αποκάλυπταν την αλήθεια για το πώς περνάνε στη νέα τους πατρίδα.
Ζωντανεύει πρόσωπα. Τα παιδιά με τις σκανδαλιές τους, που, στα χρόνια της αθωότητας, γνωρίζουν τη σκληρή τιμωρία, όταν κλέβουν ένα καρβέλι ψωμί από την αποθήκη που είχαν επιτάξει οι Γερμανοί. 
Οι γυναίκες της γειτονιάς και οι μανάδες στην τραγικότητά τους, όταν προαναγγέλλεται η μοίρα των παιδιών τους, που πάσχουν από φυματίωση. 
Οι μετανάστες της Αμερικής,  που θέλουν να παντρευτούν γυναίκα από τον τόπο τους. 
Απλοί άνθρωποι της καθημερινότητας ταυτισμένοι με τα επαγγέλματά τους: 
Η Σκουμάντζου, η «μαντζανού», η «γιάτρισσα» που ήξερε να παρασκευάζει μαντζούνια και να θεραπεύει τις πληγές.
Ο Κώστας ο γυρολόγος, που, μέσα στη «μόστρα», ένα τετράγωνο μεγάλο ξύλινο κουτί, έχει τοποθετήσει την πραμάτεια του και ο οποίος, όταν μεγάλωσε και κουράστηκε, το γύρισε σε άλλο επάγγελμα και όλοι τον ήξεραν ως ο κυρ – Κώστας «ο προξενητής». 
Ο πλανόδιος φωτογράφος με τα σύνεργα της δουλειά του, που ήταν καλλιτέχνης στο είδος του. 
Μια αλυσίδα κοινωνικών εκδηλώσεων, όπως οι πανηγυριώτικες συναντήσεις στο αρχοντικό του Ασημάκη, τα γλέντια, τα βαφτίσια, οι γάμοι, τα θρησκευτικό-πανηγυριώτικα ανταμώματα. 
Και μαζί ο περίφημος κλαριντζής Φουσκομπούκας, γιατί, όταν έπαιζε κλαρίνο, φούσκωναν τα μάγουλά του. 
Ο βιολιστής, που είχε ως τον καλύτερό του φίλο το βιολί του το ακριβό. Οι άλλοι οργανοπαίχτες και οι μουσικοί. 
Η οικογένεια των Μαγαλειών που, όταν χόρευαν, είχαν τη σφραγίδα του μεγαλείου. 
Θυμάται, βέβαια, και τους ανθρώπους της πόλης του, οι οποίοι με το πνευματικό τους ανάστημα χάραξαν την πορεία της, μαζί και την εμβληματική μορφή του Παπαποστόλη
  Και ανάμεσά σε όλους αυτούς κυρίαρχη και δεσποτική η μορφή του υπέργηρου, σεβάσμιου  και λεβέντη άρχοντα, του παππού γέρο Ζάχου. Του παππού Ζάχου, ο οποίος, πατώντας γερά στη γη, ακουμπώντας το δίκαννο στον ώμο και κρατώντας το ίσο, ολόισο, σημάδευε το στόχο, αλλά και την καρδιά του εγγονού, δίνοντάς του πολύτιμα μαθήματα ζωής.
Ένα τέτοιο μήνυμα πολιτικής δικαιοσύνης και ανθρωπιάς είναι όταν ο παππούς αναθέτει στον εγγονό του να δώσει τα χειροποίητα τσιγάρα σε ένα  στρατιώτη εκπρόσωπο του δημοκρατικού στρατού και έναν του εθνικού, κατά την περίοδο του αδερφοκτόνου σπαραγμού.
Εικόνες προσώπων και πραγμάτων, εικόνες έντονες και παραστατικές, αλλά μακρινές που οι παλιότεροι τις γνωρίζουν και οι νεώτεροι τις φαντάζονται. Εικόνες καθημερινές, που τις βλέπεις, τις ξαναβλέπεις και τις προσπερνάς αδιάφορα. 
Φορτίζονται, όμως, με περιεχόμενο μέσα από τα λόγια και την τέχνη της γραφής του συγγραφέα. 
Εικόνες ομιλούσες…

Μέσα από τις σελίδες του κάθε διηγήματος ανακαλείται η ιδιωτική ιστορία του κάθε προσώπου, που, όμως, είναι και συλλογική, γιατί ο καθένας από τους ήρωές του ζει στην ίδια περίοδο και στον ίδιο τόπο. 
Η κάθε μια ιστορία χωριστά βοηθά και συμβάλλει στην κατασκευή του ιστορικού πλαισίου, με αποτέλεσμα το ατομικό να γίνεται συλλογικό και αυτό με τη σειρά του να αποβάλλει τον τοπικό του χαρακτήρα, και να αποκτά υπερτοπικό, να προσλαμβάνει, δηλαδή, πανελλήνιες διαστάσεις, όπως σημειώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας στον Πρόλογό του.
Το προσωπικό αντίκρισμα του συγγραφέα προς τη ζωή δεν στηρίζεται σε λογοτεχνικούς περίτεχνους τρόπους, αλλά στην απλότητα του λόγου, που σημαίνει καθαρότητα σκέψης, συγκίνησης και σωστής έκφρασης, καθώς και σε μια εσωτερική δύναμη επικοινωνίας με την καθημερινότητα. 
Ένα ακόμη χάρισμα του βιβλίου. Η περισυλλογή του συγγραφέα πάντα παρούσα.  Σκέψεις φιλοσοφικού χαρακτήρα πνευματικές αναζητήσεις, στοιχεία και πληροφορίες που μπορούν κάλλιστα να αξιοποιηθούν από λογοτέχνες, λαογράφους, ψυχολόγους, κοινωνιολόγους, εκπαιδευτικούς και ιστορικούς προσδίδουν στο πόνημα διεπιστημονικό χαρακτήρα.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό στο οποίο αξίζει να σταθούμε. Τα δώδεκα διηγήματα κοσμούνται με ολοσέλιδα εικαστικά και παρέμβλητες εικόνες δώδεκα καταξιωμένων Αγρινιωτών ζωγράφων. Η εικόνα με την αφηγηματική της δύναμη συμπληρώνει και ενισχύει τον λόγο, αλλά και ο λόγος βρίσκεται σε απόλυτη εναρμόνιση με την εικόνα. Τα εικονογραφημένα αφηγήματα επιτρέπουν στον αναγνώστη να κάνει τους δικούς του συνειρμούς και τον διευκολύνουν στην πρόσληψη μέσα από τη σύμπραξη της τέχνης του λόγου και της ζωγραφικής. 
Το βιβλίο αυτό, το οποίο διασώζει σελίδες από την νεώτερη ιστορία του Αγρινίου που πέρασε ανεπιστρεπτί, δεν συνδέεται με τον συγγραφέα. Είναι ένα βιβλίο που έτυχε στην περίπτωση αυτή να γράψει ο συγγραφέας. Ανήκει, όμως,  στον ίδιο βαθμό και στον καθένα μας, ο οποίος θέλει να συνταξιδέψει, να συμπορευτεί μαζί του σε ένα ταξίδι αναμνήσεων, που δεν είναι υποχρεωτικό να έχει ούτε την ίδια αφετηρία ούτε τον ίδιο προορισμό για όλους. Και είναι τούτη η δύναμη του βιβλίου, ότι θέλει ενεργό και συμμέτοχο τον αναγνώστη, κινητοποιώντας έντονα και πολύπλευρα τον ψυχικό, συναισθηματικό και νοητικό του κόσμο.

Με το βιβλίο «Γεννήθηκα στην Ντούτσαγα» ο συγγραφέας κ. Παλιούρας, στην περιπλάνησή του στις αυθεντικές αναμνήσεις της παιδικότητας, της εφηβείας και της νιότης του, αναδεικνύει την αναγκαιότητα της μνήμης και την θεραπευτική της ιδιότητα. Ή, όπως αλλιώς το γράφει ο ίδιος στον Πρόλογό του, πρόκειται για «μικρές φλόγες δημιουργικής συντήρησης της μνήμης»
Και δεν είναι εύκολο να γράψει κανείς για κάτι που έφυγε.  Η μνήμη λειτουργεί φωτογραφικά και δηλώνει παρουσία απουσίας. Το παρελθόν, όμως, δεν μηδενίζεται, αφού λειτουργεί στο παρόν. Άλλωστε εμείς που θυμόμαστε είμαστε στο παρόν. 
Φωτογραφημένες απουσίες, οι μνημονικά ανακαλούμενες αυτοβιογραφικές ιστορίες του Παλιούρα…
Ένας ελεγειακός τόνος, μια πικρή επίγνωση ενός κόσμου που χάθηκε, σε μια εποχή  η οποία ατενίζει σταθερά το μέλλον και στρέφει τα νώτα στο παρελθόν. 
Και διακρίνω με συγκίνηση τον αγώνα και την αγωνία τού συγγραφέα να δώσει συνέχεια  στη «ρίζα» μέσα από τη μνήμη και την αγάπη του! Όταν κινδυνεύει η ζωή, γίνεται τέχνη. 
Ο κ. Παλιούρας με το σύγγραμμά του αυτό τιμά τις ρίζες του και τη λογοτεχνική παράδοση του τόπου που τον γέννησε, τον ανάστησε, τον γαλούχησε και επηρέασε την πνευματική διαμόρφωσή του. Είναι και αυτός ένας ακόμη τρόπος να εξοφλεί τα τροφεία στο γενέτειρα γη από όπου αρδεύει διαρκώς την έμπνευσή του. 
Ένα βιβλίο που διεκδικεί τον έπαινο «με το σπαθί του» και το οποίο δεν κομματιάζεται στα στενά όρια ενός κριτικού σημειώματος, που είναι άδικο για το συγγραφέα και το βιβλίο του… Κι ας είναι καλοδιαλεγμένες οι λέξεις που το παρουσιάζουν. 
Ματαιοπονώ στην προσπάθειά μου να αποδώσω την ομορφιά του βιβλίου. Μέσα στη σύγχρονη αγωνία η αποζήτηση της ομορφιάς από τον πολύπαθο άνθρωπο είναι πράγματι ανάγκη.
Όποιος, λοιπόν, αγαπάει την ομορφιά, ας κοπιάσει από μόνος του να τη γνωρίσει, να την αποκαλύψει, να την ανακαλύψει και να τη γευτεί ατόφια, διαβάζοντας το βιβλίο του Θανάση Παλιούρα «Γεννήθηκα στην Ντούτσαγα ανάμεσα σε Αρμένηδες, Εβραίους και Γύφτους».




* Η Μεταξούλα Μανικάρου είναι Διδάκτωρ Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.