Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Το Ζαπάντι το 1668...


...με την ματιά του Τούρκου περιηγητή Ελβιγιά Τσελεμπή


Το Ζαπάντι (Μεγάλη Χώρα) στην περίοδο της Τουρκοκρατίας 
και 
«Τα καπνά του Ζεμπάν»

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή ταξίδεψε σ' ολόκληρη την Οθωμανική αυτοκρατορία επί 40 χρόνια και οι αφηγήσεις του που έχουν καταγραφεί σε οκτώ τόμους, έχουν τον τίτλο "Σεγιαχατναμέ" (Βιβλίο των ταξιδιών). 
Ο όγδοος τόμος αναφέρεται στην χώρα μας.
Στην Ελλάδα ήρθε το 1667. Η περιήγησή του στην Αιτωλοακαρνανία πραγματοποιήθηκε το 1668.
         Ας δούμε τί αναφέρει και για το γειτονικό του Βραχωριού (Αγρινίου) χωριό Ζαπάντι (Μεγάλη Χώρα).

«Ζεμπάν» Ζαπάντι (Μεγάλη Χώρα). 
Τρείς ώρες δρόμο μετά το Νατολκό (= Αιτωλικό) μες στα βουνά και υπάρχει καλοχτισμένος και ωραίος ορεινός κασαμπάς (κωμόπολη), που ανήκει στη δικαιοδοσία του Καπουδάν Πασά και βρίσκεται μέσα στα όρια του σαντζάκ (νομού) του Κάρλελι (Κάρλι-ελί). 
Είναι χας χουμαγιούν (Σουλτανικό χάσι/τιμάριον), βοεβοδιλίκ (έδρα πολιτικού διοικητηρίου) και καζάς παγιέ (έδρα ιεροδικαστικής εξουσίας σε επίπεδο επαρχίας) εκατόν πενήντα ακτσέδων ( νόμισμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας). 
Ο ναχιές (Δήμος Ζαπαντίου) του περιλαμβάνει (…) χωριά. Στα γύρω βουνά υπάρχουν καταστρεμμένα αρχαία φρούρια. 
Στο Ζεμπάν εδρεύει : Ναΐπης (ιεροδικαστής), υπαγόμενος – διοικητικά – στο Λαχόρ (Βραχώρι Αγρίνιο). Είναι επίσης έδρα Σεμπάχ-κετχουντασί και έχει: Σερντάρη, Μουχτασίπ (Αγορανόμο), Μπαντζάρ και Χαράτς-εμινί (Φοροεισπράκτορα του κεφαλικού φόρου). 
Το τζαμί του παζαριού έχει πολύ μεγάλη ενορία. Ο μιναρές του είναι χτισμένος με σπασμένο τούβλο και η αυλή του στολίζεται με θεόρατα κυπαρίσσια. 
Υπάρχει ακόμα ένα τζαμί: το Κιουτσούκ-Παζάρ. Σκόρπια στους μαχαλάδες, βρίσκονται: έντεκα μεστζίτ (τέμενος χωρίς μιναρέ), δύο μεντρεσέδες (Ιεροδιδασκαλεία), τρία μεκτέπ (σχολείο για μικρά παιδιά), (…) ντερβισάδικοι τεκέδες, τρία χάνια (πανδοχεία) και δύο χαμάμ (Λουτρό για ομαδικό μπάνιο), από τα οποία, το ένα είναι στην κυρίως αγορά και το άλλο σε χίλια τουλάχιστο γεμάτα βήματα απόσταση, στο Κιουτσούκ-Παζάρ. 
Από μαγαζιά, υπάρχουν πενήντα επτά κι απ’ αυτά τα πενήντα βρίσκονται στη μεγάλη αγορά. 
Μια φορά την εβδομάδα γίνεται εμποροπανήγυρη, που συγκεντρώνει πλήθος εμπόρων και αγοραστών. Ο φόρος του παζαριού είναι κληροδότημα του τζαμιού του κωφάλαλου Μουσά Αγά. 
Ο Μουσά Αγά – που είναι ευνούχος στο σουλτανικό χαρέμι – ίδρυσε την πόλη αυτή στα χρόνια του επουλφατίχ (εκπορθητή) Μουχάμετ Χάν ( Μωάμεθ Β΄). 
Γι’ αυτό και ονομάζεται: Ζεμπάν (γλώσσα), κατ’ ευφημισμό για τον μουγγό αγά.


Ο κασαμπάς (κωμόπολη) έχει τριακόσια σπίτια κακοχτισμένα – και όλα με τούβλα – που περιστοιχίζονται από μπαχτσέδες και αμπέλια. 
Δυστυχώς οι κάτοικοι είναι λίγοι, γιατί εδώ και μια τετραετία η κωμόπολη μαστίζεται από μια μυστηριώδη επιδημία. Και γι’ αυτόν τον λόγο απαγορεύσανε την είσοδο και σε μένα ακόμα «που δεν είμαι τίποτα». Πάντως, καλά θα κάνει όποιος περάσει απ’ το μέρος αυτό να μην το ομολογάει, γιατί οι χωρικοί των άλλων περιοχών ξέρουν πως το Ζεμπάν είναι μολυσμένο κι αποφεύγουν όσους έρχονται αποκεί. Κι έτσι, κινδυνεύει να βρεθεί χωρίς φαγητό και κατάλυμα. 
Χάρη στον Αλλάχ, εμείς περάσαμε κείθε και δεν πάθαμε το παραμικρό. Ίσως γιατί δεν ήρθαμε σε επαφή με κανέναν απ’ τους ντόπιους. 
Και το σουλτανικό φιρμάνι, με το οποίο υποχρεωνότανε ο κασαμπάς να στείλει ραγιάδες και στρατιώτες στον ντισντάρη (Φρούραρχο) της Μάνης (κωμόπολη Παλαιομάνινα Αιτωλοακαρνανίας), το παραδώσαμε σ’ έναν μουσουλμάνο αγρότη, που το σπίτι του ήταν πολύ μακρυά από το Ζεμπάν. Σ’ αυτουνού μείναμε τη νύχτα και το πρωί, αφού του δώσαμε τριακόσια γρόσια και αγοράσαμε ένα άλογο, φύγαμε άρον-άρον. 
Το κλίμα είναι βαρύ κι η περιοχή παράγει ρύζι. 
Αλλά το προϊόν που έχει κατακτήσει τον κόσμον όλον, είναι ο καπνός του Ζεμπάν. Είναι πλατύφυλλος κι έχει σέρτικο άρωμα. Ο κασαμπάς δεν έχει τρεχούμενο νερό και όλοι πίνουν απ’ τα πηγάδια. Παρόλα αυτά, όμως η πεδιάδα είναι πολύ καρπερή. 
Εξαιτίας της επιδημίας, έχουν μείνει λίγοι άντρες στην περιοχή.
Έτσι, μια γυναίκα ή μια κόρη με πεντέξι πουγγιά προίκα, μπορεί να παντρευτεί τον καλύτερο μουσουλμάνο. Γι αυτό, οι πιο πολλές από τις γυναίκες των σερήδων (πιστών Μουσουλμάνων),  είναι θυγατέρες γκιαούρηδων (Ελλήνων). 
Στα περισσότερα σπίτια μιλάνε όλοι ρωμέικα (Ελληνικά) – το ίδιο καλά με τα τούρκικα, - αλλά η νοοτροπία τους είναι καθαρά ρωμέικη (Ελληνική). Όλων τα ρούχα είναι τσόχινα. Οι πιο γέροι φοράνε μεγάλα λευκά σαρίκια, ενώ οι νεώτεροι είναι ντυμένοι νησιώτικα κι έχουνε κόκκινα φέσια».
   Ο Φραγκίσκος Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, τόμος Στερεά Ελλάς, Αττική, Κόρινθος, 1995, Βιβλίο Δέκατο, Κεφάλαιο τέταρτο, σ. 290), γράφει ότι, στη δεκαετία 1805-1815, «το Ζαπάντι [Μεγάλη Χώρα] ήταν μια κωμόπολη ογδόντα σπιτιών μουσουλμάνων», αλλά δεν αναφέρει τον αριθμό των σπιτιών των ελληνικών οικογενειών. 

Ιωάννης Νεραντζής


Πηγή: http://www.epoxi.gr/

===============================
===============================