Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Παναγιά Προυσιώτισσα


Η Αρχόντισσα της Ρούμελης

Σε τρεις μέρες, στις 23 Αυγούστου, όλη η Ρούμελη γιορτάζει την Κυρά της. Την δική της Παναγιά. 
Την Παναγιά την Προυσιώτισσα.

Αγρινιώτες προσκυνητές στον Προυσό το καλοκαίρι του 1934


Στο κέντρο καταπράσινων και πανύψηλων βουνών, στα νότια του νομού Ευρυτανίας και μόλις 36 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι, βρίσκεται εδώ και χίλια περίπου χρόνια το ιστορικό και σε όλους μας ακουστό μοναστήρι της Κυράς της Ρούμελης, της Παναγίας της Προυσιώτισσας περιτριγυρισμένο από απότομους και άγριους βράχους που προκαλούν δέος που και μόνο τους ατενίζεις.
Το μοναστήρι είναι ιστορικό, αγιασμένο, που η φήμη του ξεπέρασε τα στενά όρια της Ρούμελης, της Θεσσαλίας αλλά και της χώρας. 
Κατά χιλιάδες προστρέχουν οι πιστοί στην χάρη της, άλλοι να την επικαλεστούν και άλλοι θερμά να την ευχαριστήσουν. Όχι μόνο τον Αύγουστο όπου και εορτάζει το μοναστήρι ( στις 23 Αυγούστου ημέρα αποδόσεως της Κοίμησης της Θεοτόκου και συνάμα ημέρα ευρέσεως της θαυματουργού εικόνας ) αλλά και όλο το χρόνο, άνθρωποι γονατιστοί, άλλοι με λαμπάδες και τάματα, μάνες με παιδιά στην αγκαλιά, ηλικιωμένοι που με δυσκολία περπατούν, νέοι που ζητούν την παρηγοριά ,γονείς με τα παιδιά τους… Όλοι προσμένουν καρτερικά στην σειρά, για να φτάσουν στο μικρό και σκοτεινό ναό, καθολικό της Ιεράς Μονής, για να φτάσουν στη Χάρη Της, να ακουμπήσουν τα γεμάτα πίστη χείλη τους στην σεβάσμια εικόνα της Παναγίας, να λάβουν τις δωρεές Της και τις ευλογίες Της.
Όλους μας περιμένει η Παναγία, όλους, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης, ανεξαρτήτως φύλου, γένους, φυλής. Μια είναι η μεγάλη μας μάνα, η μάνα που στοργικά περιμένει τα παιδιά Της να έλθουν κοντά Της και να ζητήσουν τις μεσιτείες Της.

Στα νοτιοδυτικά της Ευρυτανίας, στις απολήξεις των βουνών Καλιακούδα και Χελιδώνα βρίσκεται από τον 9ο αιώνα η εικόνα της Παναγίας της Προυσιώτισσας, στις νότιες κορυφογραμμές της Πίνδου, διάλεξε η Κυρά της Ρούμελης να χτίσει το σπίτι της, μακριά από πόλεις και θορύβους αλλά κοντά σε φτωχούς, άσημους βοσκούς και σε άγριους τόπους . Κοιτώντας από ψηλά το μοναστήρι θαρρείς που είσαι σε ουράνια κλίμακα, αισθάνεσαι την μηδαμινότητα του ανθρώπου αλλά παράλληλα αισθάνεσαι και την απεραντοσύνη του Δημιουργού που « τα πάντα εν σοφία εποίησε ».
Βλέπεις ολόκληρη της Ιερά Μονή από ψηλά και αισθάνεσαι το νοερό χέρι της Παναγίας να σε κρατεί, βλέπεις το καμπαναριό με τις μελωδικότατες καμπάνες, βλέπεις τα σήμαντρα, το τάλαντο, τα κελιά των φιλόξενων μοναχών, το Συνοδικό ( χώρος για υψηλά προσκεκλημένα άτομα κατά την πανήγυρη της Μονής), το βαπτιστήριο με τον ιερό ναό των Αγίων Πάντων, το κοιμητήριο των πατέρων της Μονής, τους τριώροφους ξενώνες για τους προσκυνητές και το καθολικό όπου τελούνται οι ιερές ακολουθίες καθημερινά προς δόξαν του Τριαδικού μας Θεού και της οικοδέσποινας της Μονής, της Παναγίας Προυσιώτισσας.

Αγρινιώτες προσκυνητές στον Προυσό το καλοκαίρι του 1938

Από που όμως ήρθε και με ποιο τρόπο η εικόνα της Παναγιάς.

Τον καιρό που βασίλευε ο εικονομάχος Θεόφιλος στην Κωνσταντινούπολη, άρχισε μεγάλο διωγμό κατά των Αγίων εικόνων και έστειλε βασιλικές διαταγές σε κάθε πόλη και χώρα, διατάζοντας τους ορθόδοξους και απειλώντας τους με βασανιστήρια και εξορίες για να κατεβάσουν τις Αγίες εικόνες και να τις κάψουν ή να τις καταστρέψουν. Όσοι πείθονταν σε αυτή τη βασιλική διαταγή έπαιρναν αξιώματα και τιμές, όσοι όμως αρνούνταν να καταστρέψουν τις Αγίες εικόνες τότε τους εκτελούσε είτε με απάνθρωπα βασανιστήρια είτε τους εξόριζε.
Εκείνη την εποχή το 829 μ.Χ η σεβάσμια εικόνα της Παναγίας βρισκόταν σε μια πόλη της Τουρκίας, στην Προύσα της Μικράς Ασίας.
Όπως τιμούσαν την Αγιά Σοφιά στην Κωνσταντινούπολη, έτσι ακριβώς οι πιστοί τιμούσαν τον ναό που βρισκόταν η ιερή εικόνα της Παναγίας. 
Αφού έπεσε βασιλική διαταγή να καταστραφούν όλες οι ιερές εικόνες ένα αρχοντόπουλο, γιος ενός άρχοντα της βασιλικής αυλής, κινούμενος από θείο ζήλο και βλέποντας τα θαύματα που καθημερινά έκανε η εικόνα της Παναγίας δεν θέλησε να υπακούσει στην διαταγή αυτή και να καταστρέψει την θαυματουργή εικόνα. Αυτός λοιπόν ο ευσεβής νέος πήρε την εικόνα αυτή και κατέφυγε στα μέρη της Ελλάδας όπου θα μπορούσε να ησυχάσει από τους μανιώδους αιρετικούς.
Ενώ ο νέος αυτός είχε κατέβει με την ιερή εικόνα ως την Καλλίπολη της Θράκης, άγνωστο πώς η εικόνα χάθηκε. Ποιος μπορεί να περιγράψει τα δάκρυα και την πίκρα του αρχοντόπουλου, χτυπιόταν και οδυρόταν και αναστενάζοντας συνεχώς έκλαιγε πιστεύοντας ότι η εικόνα εξαφανίστηκε λόγω της αμαρτωλότητάς του. 
Αφού έμεινε αρκετές μέρες κλαίγοντας είπε στον εαυτό του: « Παρόλο που η Κυρία μου Θεοτόκος θέλησε να φυλάξει μόνη Της την αγία Εικόνα, εγώ δεν γυρίζω πίσω στην πατρίδα μου γιατί δεν μπορώ να βλέπω να καταστρέφουν τις Άγιες εικόνες και να καταπατούν τα Άγια σύμβολα της Εκκλησίας μου ». 
Με αυτούς τους λογισμούς ήρθε και κατοίκησε στην Υπάτη κοντά στη σημερινή Λαμία και έκτισε ένα μικρό εκκλησάκι για να παρηγορηθεί για την ξενιτιά του.
Ένα παιδί από τους βοσκούς, φύλαγε τα γίδια του πατέρα του και μια νύχτα εκεί που κοιμόταν, εκεί περίπου που είναι το σημερινό κοιμητήριο της Μονής, δίπλα από το κρυφό σχολειό, ακούει ξαφνικά πίσω του γλυκούς και απαλούς ύμνους. Από το φόβο του ξύπνησε και ενώ σκεφτόταν να βρει από πού έρχονται οι ύμνοι αυτοί, βλέπει ξαφνικά ένα πύρινο στύλο, μια φωτεινή δέσμη, που ξεκινούσε από μια σπηλιά και έφτανε ως τον ουρανό. Στην αρχή σκέφτηκε ότι ήταν ουράνιο τόξο, έπειτα πάλι μονολογούσε ότι το ουράνιο τόξο αφενός βγαίνει την ημέρα, αφετέρου είναι καμπυλωτό σε σχήμα, ενώ η φωτεινή αυτή στήλη ήταν κατακόρυφη ως τον ουρανό. Φεύγει λοιπόν κατατρομαγμένο στον πατέρα του και του αναφέρει το παράδοξο αυτό γεγονός. Ο πατέρας του αρχικά δεν το πίστεψε, αλλά παρ όλες τις επιμονές του παιδιού του, την άλλη νύχτα πηγαίνουν μαζί και ω! του θαύματος!!!
Οι γλυκειές μελωδίες συνεχιζόταν και ο πυρσός ξεκινούσε πάλι από το σπήλαιο και έφτανε στον ουρανό.
Την άλλη μέρα το παιδί μαζί με τον πατέρα του και μερικούς άλλους βοσκούς εξερευνούν το σπήλαιο και βλέπουν την Αγία εικόνα να φεγγοβολά και να αστράφτει. Αφού την προσκύνησαν και χάρηκαν που βρήκαν ένα τέτοιο θησαυρό, άνοιξαν μονοπάτι προς το σπήλαιο για να ανάβουν καθημερινά ένα καντηλάκι μπροστά στην Χάρη Της.
Με ποιο όμως τρόπο ήρθε μόνο ο Θεός ξέρει.

Μετά από λίγες ημέρες το γεγονός αυτό μαθεύτηκε στις γύρω πόλεις και περιοχές και έφτασε στα αυτιά του αρχοντόπουλου που την μετέφερε από την Προύσα. Χωρίς να χάσει καιρό πήρε μαζί του τους δούλους του και έτρεξε σε εκείνα τα μέρη αναζητώντας αυτό που επιζητούσε. Μετά από δυο μέρες έφτασε και μόλις την αντίκρισε, την αναγνώρισε αμέσως και έπεσε κάτω προσκυνώντας Την. Ποτάμι τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του, δάκρυα χαράς για την εύρεση του θησαυρού του.
Έπειτα αφού φιλοδώρησε τους χωρικούς που την βρήκαν πήρε την εικόνα για να επιστρέψει στην Υπάτη λέγοντάς τους : « Αδελφοί μου μη διαμαρτύρεστε εναντίον μου, διότι αφενός η εικόνα είναι δική μου και έπειτα ο τόπος αυτός δεν είναι κατάλληλος ούτε για χτίσιμο εκκλησίας ούτε για συνάξεις προσκυνητών ».
Με αυτά τα λόγια άφησε λυπημένους τους βοσκούς και αυτός πήρε την Αγία εικόνα και αναχώρησε. Καθώς έφτασαν σε κάποιο ύψωμα του δρόμου κουράστηκαν και έβαλαν την εικόνα σε ένα ερειπωμένο εκκλησάκι για να ξαποστάσουν. Ενώ αποκοιμήθηκαν, όταν ξύπνησαν δε βρήκαν την εικόνα και ο άρχοντας σκέφτηκε ότι τους παρακολουθούσαν οι βοσκοί και ήρθαν κρυφά και την έκλεψαν.
Καθώς επέστρεφαν πίσω, το αρχοντόπουλο άκουσε μια γυναικεία φωνή λέγοντάς του : « Ω νέε σώσου και πήγαινε στο καλό, διότι εγώ αναπαύομαι καλύτερα σε αυτούς τους άγριους και ορεινούς τόπους με απλοϊκούς βοσκούς παρά σε μεγαλουπόλεις με πλούσιους άρχοντες. Αν θέλεις να μείνεις μαζί μου έλα και θα ‘ναι και για καλό σου ». 
Και ξαφνικά πάνω στο βουνό δημιουργήθηκε το τύπωμα της Παναγίας, μια τρύπα στην κορυφή του βουνού σε μέγεθος ίση με την εικόνα και κατά ύψος του βουνού εμφανίστηκαν αποτυπώματα ανθρωπίνου πέλματος. Περπάτησε δηλαδή η Παναγία προς την κορυφή του βουνού διαπερνώντας το για να φτάσει και πάλι στην θέση όπου αυτή διάλεξε να γίνει το μόνιμο κατοικητήριό της εδώ και χίλια περίπου έτη.
Αυτά τα άκουσε το αρχοντόπουλο με προσοχή και ελευθέρωσε τους δούλους του και γύρισε πάλι στο σημείο ευρέσεως της εικόνας και εγκατέλειψε τα εγκόσμια και αφοσιώθηκε στην υπηρεσία της Παναγίας.
Έτσι λοιπόν έχουμε τους πρώτους μοναχούς που εγκαταστάθηκαν στον ιερό αυτό τόπο, που διάλεξε η Κυρά της Ρούμελης να χτίσει το αιώνιο σπίτι της, το αρχοντόπουλο που πήρε το μοναχικό όνομα Διονύσιος και ο δούλος του που πήρε το όνομα Τιμόθεος.
Εκατοντάδες υπήρξαν συνολικά οι μοναχοί που διάβηκαν στο ψηφιδωτό του χρόνου το κατώφλι από την ιστορική Μονή της Παναγίας της Προυσιώτισσας, αγιάστηκαν και αγίασαν.


Η αργυρόχρυση επένδυση-το πουκάμισο της Παναγίας- οφείλεται σε εκπλήρωση τάματος του γενναιότατου στρατηγού Καραϊσκάκη, ο οποίος όταν συχνά αρρώσταινε από την ασθένεια της θέρμης, πολλάκις φιλοξενούνταν στην Μονή Προυσού και νοσηλευόταν εκεί.
Έταξε στην Παναγιά να του χαρίσει την γιατρειά για να συνεχίσει τους ένδοξους αγώνες του για την απελευθέρωση του γένους, και θα την έντυνε με αργυρόχρυσο πουκάμισο.
Πράγματι μετά την θεραπεία, ευγνωμονώντας Την, εκπλήρωσε το τάμα του στολίζοντάς την με την θαυμάσια τεχνουργημένη επένδυση, έργο του χρυσοχόου καλλιτέχνη Γεωργίου Καρανίκα το 1824, όπως μας αποκαλύπτει η ανάγλυφη επιγραφή πάνω από τον δεξιό ώμο της Παναγίας : 
« Η Παντάνασσα. Δι εξόδων του γενναιοτάτου στρατηγού Γεωργίου Καραϊσκάκη, χειρί Γεωργίου Καρανίκα, 1824 ».


Aπό το βιβλίο του Καθηγητού Αρχαιολογίας κ.Αθανασίου Παλιούρα: 
Το Μοναστήρι της Παναγίας στον Προυσό

Τις φωτογραφίες μας τις έστειλε η Νίτσα Ραυτοπούλου.
Την ευχαριστούμε θερμά. 
===================================
===================================