Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

Το Αγρίνιο του 1668

  
Ας γνωρίσουμε το Αγρίνιο του 17ου αιώνα με τα μάτια ενός Τούρκου. 
Πρόκειται για τον Εβλιγιά Τσελεμπή,
 τον περιηγητή που κυριαρχεί τον 17ο αιώνα.

Ο Εβλιγιά Τσελεμπή ταξίδεψε σ' ολόκληρη την Οθωμανική αυτοκρατορία επί 40 χρόνια και οι αφηγήσεις του που έχουν καταγραφεί σε οκτώ τόμους, έχουν τον τίτλο "Σεγιαχατναμέ" (Βιβλίο των ταξιδιών)
Ο όγδοος τόμος αναφέρεται στην χώρα μας.
Γράφει για ότι βλέπει και ακούει. 
Παρά τις θεολογικές του σπουδές είναι ευφάνταστος, δεισιδαίμων, αφελής και απλοϊκός. Οι διηγήσεις του αποτελούν μερικές φορές κράμα πραγματικότητας και μύθου. Ωστόσο παραθέτει πληροφορίες που σπάνια συναντάμε στα κείμενα των Ευρωπαίων περιηγητών. 
Για τον λόγο αυτό το έργο του αποτελεί ιστορική πηγή μεγάλης σημασίας, δεδομένου ότι περιηγήθηκε κατά τον 17ο αιώνα, περίοδο για την οποία τα κείμενα των Ευρωπαίων είναι περιορισμένα.
Στην Ελλάδα ήρθε το 1667. Η περιήγησή του στην Αιτωλοακαρνανία πραγματοποιήθηκε το 1668. Την εποχή αυτή η περιοχή είναι γνωστή με το όνομα Κάρλελι και έχει πρωτεύουσα το Αγγελόκαστρο.
Απ' το Αγγελόκαστρο, αφού ο Εβλιγιά και η συνοδεία του πέρασαν μιά γέφυρα με επτά μάτια (καμάρες) έξω απ' την κωμόπολη (πρόκειται για την παλιά γέφυρα του Δίμηκου στον σταθμό), βάδισαν βόρεια και ύστερα ανατολικά. Έφτασαν στο Αγρίνιο, Λαχόρ (Βραχώρι) όπως το αναφέρει. 

Γράφει λοιπόν:

Ο κασαμπάς (κωμόπολη) Λαχόρ 
Στα χώματα του Κάρλελι βρίσκεται ο κασαμπάς  Λαχόρ , που είναι ναχιγιές του ομωνύμου καζά …
Συνολικά, έχει τριακόσια σεράγια (αρχοντικά), χτισμένα με πέτρα και σκεπασμένα με κεραμίδι. Και δεν υπάρχει σπίτι που να μην είναι αρχοντικό. 
Οι κάτοικοι είναι όλοι πλούσιοι πασάδες, μπέηδες και – γενικά – ανήκουν σε ηγεμονικά σόγια.
Χειρόγραφο του Εβλιγιά Τσελεμπή
Ο κασαμπάς Λαχόρ , βρίσκεται στην πλαγιά του βουνού και περιτριγυρίζεται από αμπέλια και μπαχτσέδες.
Έχει τρία τζαμιά με πετρόχτιστους μιναρέδες, που είναι σκεπασμένοι με κεραμίδια. 
Στους μαχαλάδες βρίσκονται: έντεκα μεστζίτ (τέμενος χωρίς μιναρέ), δύο μεντρεσέδες (Ιεροδιδασκαλεία), τρία μεκτέπ (σχολείο για μικρά παιδιά), δύο τεκέδες  (μοναστήρια) και ένα χαμάμ  (λουτρό για ομαδικό μπάνιο) που ανακουφίζει τις ψυχές. Διαθέτει σαράντα καταστήματα και δεν έχει μπεζεστένι (σκεπαστή θολωτή αγορά).
Μα, αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Αφού στο παζάρι μπορείς να βρείς όλα τα πολύτιμα υφάσματα κι άλλα ακριβά εμπορεύματα. Η αγορά βρίσκεται σε πολύ ωραία τοποθεσία, που σου φτιάχνει τη διάθεση για ψώνια. Το κλίμα είναι ευχάριστο. Και η περιοχή είναι γεμάτη με πελώρια πλατάνια, που όμοια δεν βρίσκεις πουθενά αλλού στη Ρούμελη (Ευρώπη), την Περσία ή την Αραπιά. Χάρη στο πυκνό φύλλωμά τους ο ήλιος δεν φτάνει ποτέ στη γή. Και η ζέστη δεν επηρεάζει την περιοχή ούτε τον αφόρητο Ιούλιο. 
Ακόμα, υπάρχει ένα πηγάδι αμπού χαγιάτ, που, μέσα στη μεγαλύτερη καλοκαιριάτικη θέρμη, το νερό του σου παγώνει το χέρι. 
Πάνω στο κεφαλάρι ενός από τα μάτια (καμάρες) της γέφυρας, υπάρχει ένα καφενείο που μοιάζει με εργαστήριο κινέζικης ζωγραφικής, έτσι όπως είναι στολισμένο με κεντήματα. Στο καφενείο αυτό μαζεύονται όλοι οι περιηγητές της υφηλίου – της θάλασσας και της ξηράς – και ανταλλάσσουν απόψεις. Πρόκειται, πραγματικά, για χώρο επιστημονικών συγκεντρώσεων. 
Στο άκρο του καφενείου, στην υπερυψωμένη πλευρά, βρίσκονται σιδερένια ανάκλιντρα. Εκεί μπορούν να καθήσουν οι διερχόμενοι και να νοιώσουν ‘‘σαν στο σπίτι τους’’. Μπορούν να ξαπλώσουν και να ξαποστάσουν, να πάρουν τον καφέ τους, να φάνε και να πιούνε, ή να διασκεδάσουν και να ξεφαντώσουν. 
Στο θεσπέσιο αυτό περιβάλλον τα κλαδιά των δέντρων είναι γεμάτα με φωλιές πουλιών που, όταν αρχίζουν τα μελαγχολικά αλλά τόσο μελωδικά κελαϊδίσματά τους, οι ψυχές των ανθρώπων που τα ακούν, αναπτερώνονται. Τέτοια πλατάνια μόνο σε κάποια νησιά της ΄Ασπρης Θάλασσας (Μεσόγειος) μπορείς να συναντήσεις. 
΄Ισως, μονάχα ο μεγάλος πλάτανος με τα εβδομήντα επτά μαρμάρινα στηρίγματα, που βρίσκεται μπροστά στην καστρόπορτα του φρουρίου της Κώ, γίνεται να συγκριθεί με τούτα τα ευλογημένα δέντρα. 
Ο κασαμπάς ( κωμόπολη)  μπορεί να είναι μικρός, αλλά είναι περιποιημένος, συμπαθητικός και πλούσιος. Ανάμεσα στους άιάνηδες (εύποροι, νοικοκύρηδες, πρόκριτοι) ξεχωρίζουν οι φαμελιές των: Τουρνάζογλου, Απτί Πασά – που είναι κι αυτοί μίρ-μιράν (πασάδες, αξιωματούχοι) και αλαϊμπέηδες (αρχηγοί των σπαχήδων) – καθώς και των επτά αδερφών του που είναι  κι αυτοί μίρ-μιράν (πασάδες, αξιωματούχοι) και αλαϊμπέηδες (αρχηγοί των σπαχήδων). (Και τόσοι άλλοι ντεριμπέηδες (άρχοντες, ευγενείς, πρόκριτοι) της περιοχής, όλοι ντυμένοι με σαμαρογούνια). 
Τα σεράγια (αρχοντόσπιτα) έχουν τόσο μεγάλους αυλόγυρους, που μερικοί άρχοντες ζεύουν εκατό άλογα και οργανώνουν ιπποδρομίες με τύμπανα και μουσικές ή παίζουν το τζιρίτ (παιγνίδι με άλογα) μες στις τεράστιες αυλές τους.
Όλα αυτά τα πλουσιόσογα έχουν τέτοιες συγγένειες μεταξύ τους, που στο Λαχόρ (Βραχώρι - Αγρίνιο) δεν υπάρχουν πιά ξένοι. Οι μόνοι πραγματικοί ξένοι είναι οι μεροκαματιάρηδες στα υποστατικά. Κάθε άρχοντας έχει διακόσια με τριακόσια παλικάρια, που τρέχουν πάνω-κάτω για τις δουλειές τους». 

Πηγές: Εφημερίδα Αγγελοκάστρου "Το Κάστρο" (Φύλλο Σεπτεμβρίου 2010)
            Νέα Εποχή