Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

ΑΓΡΙΝΙΟ: ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ...


...χωρίς τηλεόραση.



Ζωή χωρίς τηλεόραση…Στιγμές γεμάτες ζωή..
Καθώς διανύουμε ακόμη μια φθινοπωρινή νύχτα, η ώρα έχει προχωρήσει αρκετά και δεν μπορώ να κοιμηθώ. Βγαίνω στην αυλή και καθώς η δροσιά με συνεπαίρνει, ατενίζω τα αστέρια στον ουρανό. Να και ο αποσπερίτης… Πόσα χρόνια με γύρισε πίσω!
Πόσο διαφορετικά ήταν τότε τα βράδια μας. Πόσο αλλιώτικοι οι ρυθμοί μας. Χωρίς τηλεόραση αλλά γεμάτοι από νέα, πληροφορίες, βιώματα. Αναλογίζομαι μήπως ο πολιτισμός μας οδηγεί σε δρόμους παράξενους, αγχωτικούς και δαιδαλώδεις. Αυτό τουλάχιστον νιώθω όταν γυρίζοντας πίσω βλέπω την νεανική μου ζωή, πώς πέρασε χωρίς αυτό το κουτί που μπροστά του σήμερα περνάμε ατέλειωτες ώρες.
Κοντά της, χάσαμε την ανθρώπινη επικοινωνία, το ρομαντισμό, το ενδιαφέρον για το συνάνθρωπο. Και συνάμα αντικρίζουμε την ζωή με άλλο μάτι.  
Δεν αναφέρω τα καλά της γιατί με πνίγουνε αυτά που στερήθηκα έχοντας την μέσα στο σπίτι μου. Και πολλές φορές να υπάρχουν και δύο και τρεις τηλεοράσεις μέσα στο σπίτι. Θαρρεί κανείς ότι είναι μια εξάρτηση, κάτι σαν το κάπνισμα ας πούμε που δεν το θέλουμε αλλά επιδιώκουμε να χαθούμε, να ξεχάσουμε, να απομονωθούμε.

Στο χωριό που μεγάλωσα κάθε τετράγωνο είχε και ένα αντάμωμα. Έξω από την εκκλησία, δίπλα από το πηγάδι, στην μεγάλη σκαμνιά της γιαγιάς Άννας. Το δικό μας στέκι ήταν κάτω από την ακακία έξω από το σπίτι της γιαγιάς Μησιώς. Όταν το αντάμωμα ξεκινούσε πριν την δύση του ηλίου, οι νοικοκυρές έπαιρναν μαζί και τα εργόχειρα τους. Τα πλεκτά πουλόβερ για τον βαρύ χειμώνα, τα κεντήματα για τις ανύπαντρες κοπέλες.
  
Εκείνες που στερούνταν αυτή την σύναξη ήταν οι υφάντρες. Κάθε τόσο ακουγόταν το χτένι που χτυπούσε δυνατά τον ξύλινο αργαλειό για να τελειώσει το υφαντό της πριν την πιάσει ο χειμώνας και παγώσουν τα πόδια της. Ερχόταν στην παρέα όταν έπεφτε βαθύ σκοτάδι και το φώς της λιγοστής λάμπας δεν έφτανε ως τον αργαλειό της. 
Πόσο τυχερή νιώθω που έζησα αυτές τις μέρες, που ρούφηξα αυτές τις ώρες.
Μια μεγάλη οικογένεια η δική μας , συγκεντρωμένη κάτω από την ακακία της θείας Μησιώς.  Παράμερα τα παιδιά να παίζουν διάφορα παιχνίδια: κρυφτό, κυνηγητό, τα μήλα, το κορόιδο, τη μακριά γαϊδούρα. Όταν έπεφτε η νύχτα παίζαμε και το αγαπημένο μου:
Πόσα αστέρια έχει ο ουρανός
Πέντε και ένα
Γύρνα πάρε με κι εμένα.

Πολλές απ’ τις γιαγιάδες έπαιρναν μαζί τους και τη ρόκα κι έγνεθαν το μαλλί. Με αυτό θα έπλεκαν τις φανέλες για τους άνδρες τους, για το βαρύ χειμώνα που θα ερχόταν. ‘Όταν πια τα χέρια κουράζονταν και οι πλάτες πονούσαν άρχιζαν το κουβεντολόι.  
Δεν θυμάμαι συζητήσεις για την πολιτική κατάσταση ούτε για την κυβέρνηση. Με ότι  έχουμε θα περάσουμε. Θα ξετρυπώσουμε λύσεις, θα βάλουμε το μυαλό μας να δουλέψει για τα δύσκολα. Θα τα καταφέρουμε. 
Η κυρά Λένη η νεοκόρισσα ανέλυε τα νέα του χωριού : Η τάδε αρραβωνιάστηκε, η τάδε παντρεύεται. Ποτέ βέβαια ότι ο τάδε χώρισε. Εκεί που η κουβέντα έφτανε στο ζενίθ εμφανιζόταν η Πασώ (Ασπασία το βαφτιστικό της) με χαλβά αλευρένιο που μόλις είχε φτιάξει και μοσχομύριζε η γειτονιά. Αν σας πω ότι τον μυρίζω ακόμα και τώρα δεν θα το πιστέψετε. Όλοι τον απολαμβάναμε, ιδιαίτερα εμείς τα παιδιά που είχαμε αποκάμει από το πολύ παιχνίδι. 

Κατά τις δέκα άρχιζε η επιστροφή των ανδρών από το καφενείο, και ο επόμενος σταθμός η στάση κάτω από την ακακία. Τα κερδισμένα λουκούμια από την πρέφα μοιράζονταν σε όλους. Εξαίρεση αποτελούσε ο παππούς Νίκος που τα φύλαγε μόνο για την γιαγιά μου και της τα έδινε κοντά στο τζάκι.
Άραγε πόσα νεότερα θα μάθαινε κανείς από μισή ώρα ειδήσεων στην τηλεόραση, χωρίς κριτική προσωπική, χωρίς ανάλυση , χωρίς συνομιλητή; 


Πολλές φορές μου έρχονται στ’ αυτιά μου τα λόγια του μπάρμπα Βαγγέλη που ήταν ενήμερος για τα δρώμενα (είχε κάνει και εξορία) και τον ένοιαζε η πολιτική ζωή του τόπου.
 « Σήμερα τζιπ στρατιωτικά ανέβαιναν στο Βλοχό. Απαγορεύονται οι συνάξεις. Όπου να  ναι θα πέσει η χούντα». 

Πολλά βράδια ιδίως το Σάββατο το ρίχναμε και στο τραγούδι. Πρώτα οι γιαγιάδες και ύστερα οι μανάδες μας. Εμείς τα μικρότερα σιωπούσαμε. Ακούγαμε και προσέχαμε να μάθουμε για όταν μεγαλώσουμε κι εμείς: Μου παρήγγειλε  τα’ αηδόνι, Κόρη που πας στον ποταμό και πολλά άλλα που σήμερα όταν τ’ ακούω με πηγαίνουν τόσα χρόνια πίσω, που με γαληνεύουν και με ταξιδεύουν. Αχ! πόσο τα νοσταλγώ!
Οι γυναίκες με τους άνδρες τους έφευγαν νωρίτερα. Έμειναν οι ζωηρότεροι της παρέας. 
Σε λίγο θα περνούσε ο μπάρμπα Θανάσης από κει. Ζούσε απομονωμένος στο παλιό χωριό σ’ ένα τεράστιο σπίτι που παλιότερα σ’ αυτό έμεναν τρεις οικογένειες , και εμείς οι μικρότεροι τον θαυμάζαμε γι’ αυτό. Δεν τον φόβιζαν οι καλικάτζαροι, τα φαντάσματα, οι νεράιδες. Αδελφός στρατηγού, κληρονόμος της μακριάς χλαίνης και υπερήφανος για το πηλίκιο με τις σαρδέλες, όπως καυχιόταν καμαρωτά. Ακουγόταν από μακριά καθώς χτυπούσαν οι στρατιωτικές μπότες μέσα στην ησυχία της νύχτας.
Ένα σχοινί είχε τεντωθεί από τους πιο επιτήδειους της παρέας. Η αφετηρία το πηγάδι και το τελείωμα γύρω από τον κορμό της ακακίας. Εμείς πεσμένοι στο έδαφος μπρούμυτα ν’ ακούμε την καρδιά της γης. Απόλυτη ησυχία. Μόνο τα τριζόνια συνόδευαν τον μπάρμπα Θανάση στο περπάτημα του. Το μεγάλο καπέλο όμως δεν τον βοηθούσε να δει το σχοινί, και ο μπάρμπα Θανάσης σωριαζόταν στο έδαφος φωνάζοντας, βρίζοντας και το μόνο που τον στενοχωρούσε ήταν η σκονισμένη στολή του. 
Τον θυμάμαι σαν τώρα δα να μονολογεί και να ξεσκονίζεται παντού. Στα χέρια, στα πόδια, στην πλάτη του. Όλη η τσουρμοπαρέα σηκωνόμασταν με αλαλαγμούς :
« Εμείς είμαστε μπάρμπα Θανάση. Εμείς είμαστε! Αν δεν μας πεις μια ιστορία από τις προξενιές που σου τάξαν δεν περνάς!» 
Και τότε άλλη μια ενημέρωση σατιρική ξεκινούσε με μελοδραματικές εξελίξεις.
Ξαφνικά η φωνή της γιαγιάς έσπαζε την ησυχία της νύχτας, 
«Ελάτε τώρα ξημερώσατε!» 

Τ’ αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό. Ο αποσπερίτης άρχιζε να χάνεται. Στο κέντρο έφτασε το ολόγιομο φεγγάρι…
Άλλη μια αναδρομή μου έφτασε στο τέλος της…

Ανέμη

Το κείμενο είναι από το: 
http://www.agrinioart.gr/
 ==============================
==============================