Δευτέρα, 30 Μαΐου 2011

ΕΠΑΡΧΙΩΤΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ.



ΑΠΟ ΄ΝΑ ΓΡΑΜΜΑ ΜΙΑΣ ΚΥΡΙΑΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ*

 Δημήτριος (Μήτσος) Χατζόπουλος




Αγάπη μου,

Κι ύστερα θάχεις παράπονα, από μένα, δε σε θυμούμαι, και τέτοια. Νάμαι πάλι. Χτες φτάσαμε στη νέα μας θέση κι άρπαξα την πένα. Γυρεύεις τώρα, φίλη μου, τι λογής εντυπώσεις μου έκαμε ο καινούριος για μένα αυτός τόπος; Πολύ όμορφη. Δε ξέρω, αν είναι ο ηλιολουσμένος Μάρτης, που του δίνει τόση μπόλικη ομορφιά, αλλ' ένα ξέρω μονάχα, πως είμαι ξετρελαμένη. Ησυχία επαρχιώτικη, φως, ήλιος, χρώματα, αέρας. Και τι χαρά που έχουν όλα τριγύρω μας. Φαίνονται να χαίρουνται για τον ερχομό μου, φαίνονται πως στολίστηκαν για μένα.
Μπροστά στα μάτια μου τώρα, που σου γράφω, έχω μια χαριτωμένη αγροτική ζωγραφιά από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα. 
Από την πλατεία κάτω με κοιτάζουν -με κοιτάζουν... όχι, η λέξη δε λέει τίποτε, με κατατρώγουν με τα μάτια, ήθελα να πω, ένα σωρό επαρχιώτες, καθισμένοι στ' αντικρινό καφενείο. Χώρια ο καφετζής που πάει να χάσει το μυαλό του, απ' την ξαφνική δουλειά που κάνει. Μου ρίχνει κάτι ματιές που η ευγνωμοσύνη του ξεπερνά τον έρωτα. Γιατί με συμπάθειο είναι κι αυτός ερωτευμένος μαζί μου. Χα... Χα... χα...! 
Το σπίτι μας είναι πολύ κεντρικό, το λούζει ο μαρτιάτικος ήλιος από το πρωί ως το βράδι, το ζώνουν ψηλά γυμνά δέντρα, που τώρα μόλις βλαστάνουν, και είναι μια χαρά στα μακριά γυμνά κλαδιά τους κρεμασμένα τα πρώτα φυλλαράκια, σαν διάφανοι κόμποι πράσινου ατμού.
Είναι κάποια γιορτή σήμερα κι η αγορά είναι γεμάτη από καπότα. Τι ωραία χρώματα, Θεέ μου, μ' αυτές τις καπότες. Λιάρες ανοιχτές-ανοιχτές, λιάρες ντιπ φλώρες, λιάρες σκουρότερες, λιάρες πιο σκούρες που ανατριχιάζεις να τις βλέπεις. 'Υστερα άνοστες, ξεκιτρινισμένες, σχεδόν κόκκινες, μα όχι κόκκινες, ένα είδος τρίχα από κόκκινο άλογο -κατάλαβες;- ύστερα μαύρες ανοιχτές, μαύρες σκουρότερες, και μαύρες τέλος φονσέ! Καπότα φονσέ! Χα... χα... χα...! Και τι είδος σχήματα ύστερα! 'Άλλες φαρδιές χοντροκομμένες, χοντροραμμένες, που πλέουν μέσα τους κάτι αγριοσώματα, και ξεβγαίνουν κάτι αγριοκεφάλια πλημμυρισμένα από μεγάλα πολυχρονίτικα μαλλιά και γένια, και κάτι σκουφίτσες μαύρες μαύρες και κεντημένες, και λυγδερές, που γυαλίζουν στον ήλιο σαν διαμάντια. Κι ακόμα καθώς είναι άλλες κοντές, κι άλλες κουρελιασμένες, κι άλλες κατακαίνουριες και ασπροκεντισμένες και καθώς είναι όλες μαλλιαρές και άγριες, και περίφημες, και έξοχες, είναι να διασκεδάζει μια χαρά την επαρχιώτικη τεμπελιά του κανένας. 
'Ελα τώρα, μην πάρεις το γούστο μου, σαν καμιάς φανταστικής ωραίας του μεσαίωνος που ξετρελαίνεται με κανένα λαϊκόν ιππότη, που να φορεί και καπότα ακόμα! 'Οχι... όχι... Αν έμαθα να διακρίνω τα χρώματα και τις φόρμες της καπότας εγώ που είμαι γνησία Ατθίς, τόφερε αυτό η κατάρα ή καλύτερα η πολιτική συναλλαγή που πολύ καλά την χτυπούν τώρα αυτοί οι ανεξάρτητοι, που πέταξε εδώ πέρα τον άντρα μου. 
Αλήθεια για τον καημένο τον Γιώργο δε σούπα τίποτες ακόμη. 'Εχει καλά στην υγειά του, δόξα σοι ο Θεός. Με βλέπει δυο φορές την ημέρα, το μεσημέρι και το βράδι, κι ύστερα γραφείο και γραφείο. Συνήθισε και αυτός μ' αυτή τη βρωμοζωή. 
Σημείωσε ότι έχω να τον φιλήσω τώρα εδώ και μια εβδομάδα. Και αυτή λέγεται ζωή νεονύμφων. 
Μα πώς κοιτάζει ο κόσμος εδώ πέρα, θεέ μου!... Δε ξαναείδαν γυναίκα στη ζωή τους; Μόρχεται να κοκκινήσω. 
Φαντάσου τώρα που σου γράφω, απάνω από εκατό ζευγάρια μάτια με κατατρώγουν. Και δε φτάνουν οι αρσενικοί, έχω και τους θηλυκούς. 
Τι χαριτωμένες γυναίκες οι επαρχιώτισσες!... Βιζαβί μου μπόλικες. Να αυτή η χοντρή και παχιά σαν βουτσί με τα δυο κορίτσια της, κάτι μυξιάρικα σιχαμένα, που θάταν όμορφα κορίτσια αν ήξεραν να ντυθούν και να μιλήσουν. Με κοιτάζουν χαζεύοντας μια ώρα τώρα κι όλο κάτι ψιθυρίζουν. 
Ιδιαίτερη εντύπωση θα τους κάνει το τελευταίο φουστάνι που μόστειλες, γιατί σήμερα το πρωτοφόρεσα και είναι μια σιχασιά. Τα συγχαρητήριά μου στη μοδίστρα σου και προ πάντων στο φριχτό γούστο σου. 
Παραπέρα να μια ψηλή λιγνή χήρα, μαυροντυμένη, άγρια κι άνοστη, μ' ένα αξάν προφοράς μαγευτικότατο.

-Μωρή Chουφία! φωνάζει την κόρη της. 
Και ορίστε η κόρη της. 'Ενα τσιμπλιάρικο, κατάχλωμο πράμα, που ανοίγει σαν πηγάδι το στόμα του και κοιτάζει κι αυτό. Τι σαρμάντ μαμζέλ! 'Ηθελα, μα την αλήθεια να ήξερα αυτή τη στιγμή τι είδος λειτουργία θα κάνει η μηχανή του μυαλού αυτού του παχύδερμου κοριτσιού. Και με τι χάρη θα βγάζει απ' το στοματάκι του, τις κουβέντες του. Χα... χα... χα! 
Αλλά σε καλό μου μ' αυτά τα γέλια. Μα είναι να μη γελάς, να μη λιγώνεσαι, να μη ξεψυχάς; Και απροπό, ξέρεις πώς έδωσε τον ορισμό του στομαχιού μια επαρχιώτισσα κυρία, πολύ καθώς πρέπει, χτες, πούρθε να μου κάνει βίζιτα; 'Ακου. το στομάχι, κυρία μου, είναι το πηδάλιος του σώματος! Σικ, θεέ μου!... 
Πού καιρός να σου αραδιάζω τέτοια χαριτωμένα πραγματάκια. Ο Δωδέ αυτός θα πελάγωνε σ' αυτή τη τυποπλημμύρα. 
Και οι άντρες τι σου λένε, θεέ μου. Δες τώρα. Με τι πόζα, με τι χάρη κάθουνται όλοι στις καρέκλες. 'Ολοι σχεδόν κρατούν στα χέρια τους απόνα κομβολόγι και τρικ, και τρακ και λιγώνουν τα ματάκια τους που με κοιτάζουν. Χα... χα... χα...! Δυο τρεις μάλιστα είναι και γκαντέ σήμερα. 'Ενας δικηγόρος κωμικότατος με γυαλάκια και μουστακάκια ποντικοφαγωμένα, ένας φαρμακοποιός, κοντός και μελαγχολικώτατος σα μουσίτσα, σαν κανένας ήρως των μυθιστορημάτων του Ντουμά περ, ένας φαφλατάς άεργος, που κουνά πάντα τόνα ποδαράκι του απάνω στ' άλλο, ένας ψηλός υπάλληλος, άλλος κοντός, τέτοιος άλλος μισότριβος, άλλος γεροντάκι. Και κάτι αξιωματικοί κοντορεβιθούληδες μη στάξει και μη βρέξει. Κι ένας ψηλός υπάλληλος της Τραπέζης που τραγουδεί διαρκώς μα τόσο περιπαθώς κι είναι τόσο έξυπνος, σπίρτο μονάχο από ευφυία. Και οι κοιλαράδες μπακάληδες, ξαπλωμένοι με την άσπρη ποδιά τους κι οι τσαρουχάδες μέσα από τα κρεμασμένα σαν κομβολόγι κόκκινα τσαρούχια των μαγαζιών τους, κι ένας καθαρότατος κουρεύς που παίζει σκάκι μ' έναν 'Αδωνιν δημοδιδάσκαλον, και οι φοιτηταί, μια εξαμηνιαία αξυράφιστοι, που παίζουν στον ήλιο το κιάμο τους κι ακούς άξαφνα κάτι αγριοφωνές!
- Τι να σ' κάμ' απ' δω!... Τι νάπαιζε; πούχες ούλες τις σιγουριές!...
Και κερδισμένοι, και χαμένοι, οι πρώτοι κατακόκκινοι, οι δεύτεροι κατακίτρινοι, σηκώνουν τα ματάκια τους κατ' απάνω μου, λιγώνονται και ξαναλιγώνονται. 
Παραπέρα ένα άλλο σωστό τρουπώ από φουστανελλοφόρους, πατατουκοφόρους, οι μισοί με τσαρούχια, τομαράδες, καπνέμποροι και ζωέμποροι και σιτηρέμποροι, γκαρσονάκια που να τα πίνεις στο ποτήρι, ροφούν τα ούζα τους και με κοιτάζουν με κάτι αγριοματιές, ενώ όλοι τους φαίνονται να ψιθυρίζουν με τα χοντρά χείλη τους!
- Κόμματος που είναι!...
Ουφ! βαρέθηκα, τι αηδία, καλέ... 
Θ' αφήσω το γράμμα μου για τ' απόγευμα, που κλείνει και το ταχυδρομείο.
Θεέ μου! Πώς ν' αρχίσω, πώς να σου τα πω. Φρίκη, φρίκη, φρίκη! Είδες πάφησα το γράμμα μου; Ε, μπήκα μια στιγμή στη σκάλα γιατί σούγραφα απ' την τραπεζαρία. 'Αξαφνα ακούω ένα μπαμ! μπουμ! κάτω στο καφενείο. Τρομάζω, με μισοπιάνουν τα νεύρα μου, πετιούμαι στο μπαλκόνι, τι να δω; 'Ενα σούσουρο, ένα κακό. Κόσμος, κόσμος, καπότες, σκουφίτσες, καπέλα, φέσια, μαλλιά κουβάρια. Κι όλοι με κοίταζαν εμένα, εμένα. Μα τι έκαμα, θεέ μου, τι έκαμα! Να! οι αστυφύλακες, οι αστυνόμοι. Κάνω καλά, τι να δω; Δυο θαυμασταί μου ξαπλωμένοι στις πλάκες έπλεαν στο αίμα τους. Φόνος, φόνος! Μόλις στεκόμουνα στα πόδια μου. Σύρθηκα μέσα στη σάλα κι έπεσα σ' ένα διβάνι. 
'Εφτασε κι ο Γιώργος, ανήσυχος, τρελός. Γιώργο μου, Γιώργο μου, να φύγουμε απ' αυτόν τον φονικότοπο, γρήγορα, γρήγορα. 
Τέλος πάντων ζητήσαμε τηλεγραφικώς τη μετάθεσή μας κι ελπίζομε να γίνει αύριο μεθαύριο, κι όπου φύγει, φύγει. Ελησμόνησα να σου πω πως σκοτώθηκαν, γιατί νόμισαν πως κοίταζα τον ένα περισσότερο απ' τον άλλο. Τι επαρχιώτικη αποχτήνωση, αγαπητή μου Ελένη...
Σε φιλώ γλυκά
Μαρί



* Από το βιβλίο "Ντόπιες ζωγραφιές", Αθήνα, τυπογραφείο Αναστάση Τρίμη, 1896, σσ. 52-57.


 ===========================
============================