Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Απουσία...παρουσία



-Έλα μανούλα μου, έλα να σε σηκώσω να δεις τις τριανταφυλλιές σου. Έχουν ανθίσει όλες, μια πανδαισία χρωμάτων και μυρουδιών. Το αγιόκλημα, οι τριανταφυλλιές και τα λουλούδια της λεμονιάς…νομίζεις ότι βρίσκεσαι σε αρωματοπωλείο.
Πιάνω το ροζιασμένο χέρι και βάζω το χέρι μου πίσω στην αδύναμη πλάτη. Έχω την αίσθηση ότι θα σκορπίσει. Την ανασηκώνω και την καθίζω. Στην αγκαλιά μου μοιάζει με ένα μωρό, ένα πανάλαφρο μωρό που έχει δέσει τα χέρια του γύρω στο λαιμό μου.
Την καθίζω στην πολυθρόνα της στην αυλή και την σκεπάζω με την αγαπημένη της μπέρτα.
Πάνω στο τραπέζι ο καφές της, μέτριος προς τον γλυκό και δίπλα μια τούρτα.
-         - Να ζήσεις μανούλα μου, χιλιόχρονη!!
Το βλέμμα της μου έκοψε το χαμόγελο. Κι αυτή η σιωπή της!
Γύρισε και κοίταξε τον κήπο της, άλλαξε η μορφή της.
……………………………………………………………..   
Σαν σήμερα, πριν 70 χρόνια, το 1942 ένα κοριτσάκι έβλεπε το πρώτο φως της μέρας σε ένα φτωχόσπιτο κάπου στο Αγρίνιο. Το πέμπτο κατά σειρά παιδί της οικογένειας. Μιας οικογένειας που και οι δύο γονείς δούλευαν στα χωράφια. Εκεί μεγάλωσαν κατ’ ουσία όλα τα παιδιά. Μέσα στα χωράφια από μωρά παιδιά, πάνω σε μια κουρελού, κάτω απ’ τον ίσκιο μιας μεγάλης μουριάς. Τα μεγαλύτερα πρόσεχαν τα μικρότερα.
Το κοριτσάκι μεγάλωσε, το δημοτικό έβγαλε μόνο και μετά στα χωράφια.
Στα 17 της, ένα βροχερό βράδυ του Φλεβάρη, άκουσε τον πατέρα να μιλάει με την μάνα της.
-Είναι καλός, έχει περιουσία, χωράφια, δικό του σπίτι…μεγάλωσε πια, πρέπει να κάνει το δικό της σπιτικό. Τον καφενέ δεν τον ξέρει. Την περνάει 15 χρόνια, εξάλλου ο άντρας πρέπει να είναι μεγαλύτερος.
Παντρεύτηκε δύο μήνες μετά.
Τον λάτρεψε τον άντρα της, στα μάτια την κοίταγε, πάντα την είχε κορόνα στο κεφάλι του. Δεν της έλειψε ποτέ τίποτε. Και πάντα με τον γλυκό τον λόγο. Δεν θυμάται να την στεναχώρησε ποτέ!! Έπιανε το χέρι της και αυτή ένοιωθε μια σιγουριά, μα μια σιγουριά!!
Και πάντα μαζί, μαζί στα πάντα. Λεπτό δεν έλειπε από κοντά της. Την έμαθε να διαβάζει μαζί του λογοτεχνία…διάβαζε πολύ ο καλός της. Γεμάτα τα ράφια με βιβλία. 
Στην πρώτη της γέννα δυσκολεύτηκε πολύ, παραλίγο να χάσει το παιδί.
Στη δεύτερη παραλίγο να χαθεί κι αυτή. Ο γιατρός ήταν κάθετος! Όχι άλλη γέννα.
Τα παιδιά της όλος της ο κόσμος.
Τα έβλεπε να μεγαλώνουν, να πηγαίνουν σχολείο, να σπουδάζουν, να ερωτεύονται, να σπουδάζουν, να κάνουν παιδιά και η καρδιά της φούσκωνε από περηφάνεια. Μεγάλωσε τα εγγόνια της με μεγαλύτερη στοργή κι αγάπη από τα παιδιά της.
…………………………………………………………


Τα αδύναμα χέρια της κρατούν το φλυτζανάκι του καφέ και το βλέμμα της πέφτει στην κληματαριά.
Η φωνή της ίσα που ακούγεται.
-Αυτό το κλήμα το φύτεψε ο αγαπημένος μου. Το περιποιούνταν σαν μικρό παιδί….
Θέλει κορφολόγημα να δέσουν τα σταφύλια.
Και τις τριανταφυλλιές να τις προσέχεις μην πιάσουν μελίγκρα. Το Φθινόπωρο θα τις κλαδέψεις, ένα μάτι πάνω απ’ το σταύρωμα.
Πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό την ακούω να μιλάει χωρίς να αναστενάζει.
Την ένοιωσα να μαζεύεται σαν να κρυώνει.
-Κρυώνεις; Θες να πάμε μέσα;
-Όχι. Θέλω να σου δώσω κάτι…. Πήγαινε στον κομό, πίσω από τα σεντόνια θα βρεις ένα κουτί. Φέρτο έξω.
………………………………………………………..
Όταν αρρώστησε ο καλός της, έχασε τη γη κάτω απ’ τα πόδια της. Έλιωνε μέρα τη μέρα. Τα βράδια καθόταν και του διάβαζε και όταν τον έπαιρνε ο ύπνος, τα δάκρυα δεν είχαν σταματημό. Πως θα πορευόταν από δω και πέρα; Με ποιόν θα έπινε τον καφέ της; Ποιόν θα φιλούσε κάθε πρωί; Σε ποιανού την αγκαλιά θα χουχουλιαζόταν τα βράδια; Ποιος θα την αγκάλιαζε κάθε φορά που θα παραπονιόταν για κάτι; Πως...ποιος…με ποιόν… γιατί Θεέ μου; Γιατί δεν έπαιρνε αυτή πρώτη;
Ξεψύχησε στα χέρια της.
-Να είσαι δυνατή καρδιά μου… να προσέχεις… να κλειδώνεις τα βράδια… να έχεις πάντα ένα φως αναμμένο.
Τα υπόλοιπα δεν τα θυμάται. Το σώμα της μπορεί να ήταν εκεί αλλά αυτή έλειπε. Προσπαθούσε να τον βρει, να τον ακολουθήσει αλλά προς τα πού είχε πάει; Δεν τον πρόλαβε.
Η απουσία του στα πάντα, την έκανε να καταρρεύσει. Και η παρουσία του στα πάντα την πονούσε, την πονούσε πολύ.
…………………………………………………………..
Έπιασε το κουτί στα χέρια της, το άνοιξε κι έβγαλε από μέσα ένα πάκο φωτογραφίες και δύο καφέ δερματόδετα βιβλία.
-Εδώ μέσα είναι γραμμένη όλη μας η ζωή, η δική μου και του καλού μου και η δική σας. 
Έχω να γράψω από τότε. 
Εγώ θα πάω να τον βρω. Δεν μπορώ άλλο μόνη μου. Κι αυτός μόνος του δεν θα μπορεί. Λείπει πολύ ο ένας στον άλλον. 
Θα είναι η πρώτη φορά στη ζωή μας που θα κάνουμε αυτό που θέλουμε και όχι αυτό που πρέπει. 
Κι αυτές οι φωτογραφίες είναι οι πιο ευτυχισμένες μας στιγμές. 
Πήγαινέ με τώρα μια βόλτα στον κήπο.
…………………………………………………………..
Σήμερα το σπίτι γέμισε κόσμο. Θλιμμένα πρόσωπα, αμίλητα.
 Εγώ όμως ήξερα!! Έκανε αυτό που ήθελε.
Στο καλό μανούλα μου, να μου φιλήσεις τον καλό σου!!

ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ


===================================
===================================