Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Πάρτιτς σβάρνα!!! (μέρες ποδοσφαίρου…)




Ο Παναιτωλικός

Η πρώτη φορά που πήγα στο γήπεδο ήταν με τον πατέρα μου στο γήπεδο του Παναιτωλικού. 
Στα τέλη της 10ετίας του ’70 ο Παναιτωλικός είχε πολύ καλή ομάδα και μετά από ένα φεγγάρι που έκανε στην Α’ Εθνική, τότε έπαιζε στην Β’. 
Δεν θυμάμαι ποιος ήταν ο πρώτος αγώνας που πήγα. Αυτό που θυμάμαι είναι το πόσο τεράστια μου μοιάζαν όλα… οι κερκίδες, το γήπεδο, οι ποδοσφαιριστές. 
Πριν μπούμε στο γήπεδο παίρναμε με ένα τάλιρο, ένα δεκάρικο τα κλασσικά “μαξιλαράκια” τα οποία ήταν τετράγωνα φελιζόλ που βάζαμε για να καθόμαστε στο τσιμέντο των κερκίδων. Λίγο πριν το τέλος του αγώνα όταν σηκωνόταν όλοι όρθιοι γέμιζε ο ουρανός με μαξιλαράκια μιας και τα πέταγαν με δύναμη στον αέρα….
Το κλασσικό αναψυκτικό του γηπέδου ήταν το “λεμόνι – πορτοκάλι παιδιά”. Λεμονάδα ή πορτοκαλάδα δηλαδή κάκιστης ποιότητας σε ένα πλαστικό μπουκάλι σε σχήμα σφαίρας! Αν και στο πάνω μέρος υπήρχε καπάκι, όλοι – δεν ξέρω γιατί – δάγκωναν το πλαστικό σε κάποιο σημείο της βάσης κάνοντας μια μικρή τρύπα, απ’ όπου όταν πίεζες, έβγαινε η πορτοκαλάδα! 
Εγώ βέβαια μικρός συνδύασα το περίεργο σχήμα του μπουκαλιού με την αναγκαιότητα να το πετάξεις μέσα στο γήπεδο(!), μιας και αυτά τα μπουκάλια, γεμάτα ή άδεια, χρησίμευαν για την άμεση εκδήλωση της… αγανάκτησης, αφού μπορούσες να τα πετάξεις στον επόπτη που ήταν κοντά, ή στον πάγκο της αντίπαλης ομάδας.
Το γήπεδο βέβαια ήταν χωμάτινο, και πριν τον αγώνα η καταβρεχτήρα (ένα υδροφόρο) του Δήμου έκοβε βόλτες ρίχνοντας νερό για να μην έχει πολύ σκόνη. 
Μετά ήταν η σειρά του Εουσέμπιο… Ο Εουσέμπιο, ο οποίος ήταν γύφτος και τον έλεγαν έτσι εις ανάμνηση του νέγρου πορτογάλου παιχταρά, έπαιρνε μια ποτίστρα γεμάτη ασβέστη και άρχιζε να τρέχει φτιάχνοντας τις γραμμές του γηπέδου. Και είχε φοβερή ευθυγράμμιση ο μπαγάσας! Η γραμμή του δεν έχανε ούτε χιλιοστό. Φοβερός γεωμέτρης ο Εουσέμπιο… 


Πηγαίνοντας για προπόνηση.

Αργότερα, όταν άρχιζα να πηγαίνω μόνος μου στο γήπεδο και λεφτά για εισιτήριο δεν υπήρχαν πάντα, στέκι έγινε η ταράτσα του φίλου μας του Ράκια (Ράκιας από το Θόδωρος – Θοδωράκιας), το σπίτι του οποίου ήταν ακριβώς δίπλα στο γήπεδο – δίπλα στην μεγάλη κερκίδα μάλιστα. Από εκεί έβλεπες όλο το γήπεδο, εκτός από το ένα τέρμα! Είχε όμως φοβερή ακουστική και άκουγες τα πάντα… 
Και στο γήπεδο από τον απλό κόσμο ακούς τις πιο φοβερές ατάκες, που ούτε οι καλύτεροι σεναριογράφοι δεν μπορούν καν να φανταστούν. 
Δεν θα ξεχάσω ποτέ το “Κύριε επόπτα, έχει τρίχες ο κώλος σας να καψαλίσουμε μια ρέγκα;” ή το “Ρε ου πούιστς! Πδάει λες κι κνύγαε μαϊμάκια σν’ Αλαμπάμα!” (μετάφραση: “Ρε τον πούστη! Πηδάει λες και κυνηγούσε μαϊμουδάκια στην Αλαμπάμα!”), το “διαιτητή σου γαμώ τον άντρα!”, ή τα κλασσικά “πάρτιτς σβάρνα!” (μετάφραση:”Πάρτε τους σβάρνα”), “μι του μπούτσο ρε!” και “πριτσαλίστι τς!” (δεν μεταφράζεται!), τα οποία ακούγονταν όταν η ομάδα έκανε κατεβασιά και χρειάζονταν ενθάρρυνση, και φυσικά το “Κριάρ”, το “Κουντουκρίαρου”, το “Τζαρτζάπ’” και το “Μπλαρ” που έπεφταν όταν ένας παίχτης έκανε λάθος.
Βέβαια δεν έλειπε και το ξύλο, χωρίς άσχημες συνέπειες τις περισσότερες φορές, ενώ θυμάμαι τους παλιότερους να λένε για τον διαιτητή Ράμο που κάποιος του δάγκωσε το αυτί και το έκοψε! Αυτό έγινε το 1976 στον αγώνα του Παναιτωλικού με τον ΠΑΟΚ. Για τον Παναιτωλικό παίζονταν η κατηγορία, ενώ για τον ΠΑΟΚ η έξοδος στην Ευρώπη. Ο Ράμος έδωσε πέναλτι υπέρ του ΠΑΟΚ με συνέπεια την απώλεια του αυτιού του. 
Κλασσικές εικόνες από το γήπεδο, ο κοιλαράς μπάτσος, κρατώντας το καπέλο στο κεφάλι με το ένα χέρι, να τρέχει να προστατέψει(!) τον διαιτητή στο τέλος του αγώνα, και ο γιατρός του Παναιτωλικού ο οποίος, όποτε χτυπούσε ένας παίχτης, έμπαινε τρέχοντας στο γήπεδο μόνο με ένα βρεγμένο σφουγγάρι! Ρε πόδι να είχε σπάσει ο άλλος, αίματα να είχε, αυτός εκεί… με το σφουγγάρι του! 
Αν και πλάκα-πλάκα ποτέ δεν ακούστηκε κανένας σοβαρός τραυματισμός. Το θαυματουργό σφουγγάρι!
Στο γήπεδο έβλεπες ήρεμους ανθρώπους, που τους ήξερες, να αλλάζουν, να γίνονται θεριά ανήμερα! Χαρακτηριστικό είναι το εξής: Μικρός πήγαινα και κουρευόμουνα σε έναν μπαρμπέρη κοντά στο σπίτι μου στην οδό Τσαλδάρη. Άνθρωπος του Θεού, πράος, ήρεμος, πάντα με το χαμόγελο. Ε, λοιπόν, αυτόν τον άνθρωπο τον είδα στο γήπεδο να… δαγκώνει ένα κάγκελο! Από τότε βέβαια δεν ξαναπήγα για κούρεμα εκεί…

Οι πρώτες κλωτσιές στο στενό

Απέναντι ακριβώς από το σπίτι μου στο Αγρίνιο, κάθετα στην οδό Δαγκλή, ξεκινούσε μια μικρή πάροδος, η οδός Λιακατά, ή το στενό όπως το έλεγαν όλοι στην γειτονιά. Το στενό λοιπόν δεν είχε πλάτος πάνω από 5-6 μέτρα και ήταν στρωμένο με τσιμέντο. Το μήκος του ήταν – δεν ήταν 100, 150 μέτρα και δεξιά κι αριστερά υπήρχαν μικρά χαμηλά σπιτάκια (τα περισσότερα από αυτά σήμερα έχουν γίνει πολυκατοικίες). 
Από το http://fotostigmes.pblogs.gr/

Στην αρχή του στενού και ακριβώς απέναντι από το σπίτι μου, υπήρχε ένα παλιό διώροφο, ακατοίκητο στον πάνω όροφο, το οποίο στο ισόγειο φιλοξενούσε το “Εργαστήριον Ιωάννη Ρουμέλη – Λούστρα, Ντούκο, Πατίνες, Σαλόνια, Τραπεζαρίες, Κρεβατοκάμαρες”. Ακριβώς δίπλα ήταν το σπίτι της κυρά-Κούλας, η οποία ήταν μεγάλης ηλικίας και έμενε μόνη της και απέναντι έμενε η κυρά-Ερμιόνη με τον αδερφό της τον κυρ-Γιάννη και τον σκύλο τους τον Τζακάκια (Τζακάκιας εκ του Τζακ). 
Μετά υπήρχε ένα ερειπωμένο ακατοίκητο και απέναντι από αυτό ένα μεγάλο οικόπεδο όπου αποθήκευαν διάφορα γεωργικά μηχανήματα. 
Αυτό το κομμάτι του στενού ήταν το ποδοσφαιρικό γήπεδο της γειτονιάς και εκεί έχω περάσει ατέλειωτες ώρες, κλοτσώντας την μπάλα, κυνηγώντας την σκαρφαλώνοντας σε μάντρες και φράχτες. 
Από κει και πέρα το στενό γίνονταν ανηφορικό και δεν προσφέρονταν για ποδόσφαιρο. Δεξιά υπήρχε το πίσω μέρος της κλινικής του Δανέλη και αριστερά ένα παλιό εγκαταλειμμένο σπίτι με ψηλούς μαντρότοιχους για το οποίο ακούγονταν διάφορες φήμες για τους Γερμανούς στην κατοχή, για θησαυρούς κλπ…
Όλα τα παιδιά της γειτονιάς μαζευόμασταν στο στενό και παίζαμε ποδόσφαιρο και τα πόδια μας γέμιζαν πληγές από το τσιμέντο το οποίο, έτσι και έπεφτες κάτω, σε έσκιζε σαν μαχαίρι. 
Στο δικό μου πόδι επιπλέον υπάρχει ένα σκίσιμο καμιά δεκαπενταριά πόντους από ένα τενεκέ-γλάστρα της κυρα-Κούλας. Για το συγκεκριμένο σκίσιμο μάλιστα, ακόμα θυμάμαι το ξύλο που έφαγα από την μάνα μου η οποία -ως γνωστόν- ακολουθούσε τις πιο σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους. Δεν έφτανε ο πόνος από το χτύπημα, είχε και ξύλο από πάνω! 
Ηρωικοί ήταν και οι τσακωμοί με τους γείτονες, κυρίως με την κυρά-Κούλα που φοβόταν μην της χαλάσουμε τα λουλούδια και με την κυρά-Μαριάνθη, την οποία, αν και έμενε στην πολυκατοικία που έμενα και εγώ – απέναντι από το στενό δηλαδή, την ενοχλούσε ο θόρυβος. 
Εγώ, αν και ήμουν ιδιαίτερα πωρωμένος με το ποδόσφαιρο και τον Ολυμπιακό από μικρός, δεν ήμουν και από τους πλέον ταλαντούχους στην τρίπλα ούτε και πολύ γρήγορος. Ήμουν όμως “εργατικός παίχτης” πολύ καλός στις μακρινές πάσες, στα κοψίματα. Γι’ αυτό και οι μεγαλύτεροι και αρχηγοί της ομάδας συνήθως με έβαζαν στην άμυνα, ή στο κέντρο, αλλά εκεί που πραγματικά πέταγα (παρόλο που δεν μου άρεσε και πολύ) ήταν τερματοφύλακας!
Το χειμώνα που δεν μπορούσες να παίξεις μπάλα στο στενό, με τον Νίκο τον συνονόματο φίλο μου που μέναμε μαζί στον ίδιο όροφο, παίζαμε μπάλα στην είσοδο της πολυκατοικίας! 
Η πολυκατοικία που έμενα στο Αγρίνιο είναι από τις πρώτες που χτίσθηκαν και έχει μεγάλη είσοδο, φαρδιές σκάλες, ευρύχωρους διαδρόμους. 
Θυρωρός δεν υπήρχε και ούτε υπάρχει, αλλά υπήρχε το τραπέζι του! Έτσι όταν παίζαμε μπάλα και βλέπαμε κάποιον να κατεβαίνει με το ασανσέρ, ή να έρχεται από το δρόμο κρυβόμασταν κάτω από το τραπέζι του θυρωρού, ή πίσω από τις σκάλες για να μην τα ακούσουμε. 
Τα αποτελέσματα βέβαια του ποδοσφαίρου στην είσοδο ήταν 2-3 σπασμένες τζαμαρίες και αρκετές φθορές…



Τα μουντιάλ

Ο Νίκος είχε πάθος με την θέση του τερματοφύλακα γι’ αυτό και τον φωνάζαμε Γιούχανς (ο Γιούχανς ήταν ένας Γερμανός τερματοφύλακας). Μεγάλο ταλέντο και ως DJ κολλημένος με την electro-pop της εποχής, εκεί όμως που έδινε ρέστα ήταν στα λευκώματα! Εκεί ήταν άπαιχτος ο μπαγάσας! 
Τα λευκώματα τα φτιάχναμε κάθε 4 χρόνια όταν είχε μουντιάλ και δεν ήταν τίποτα άλλο από ένα τετράδιο με κολλημένες φωτογραφίες και κείμενα που κόβαμε από περιοδικά και εφημερίδες. Εγώ, όπως και σε όλα σχεδόν τα πράγματα, ξεκινούσα να φτιάχνω το λεύκωμα και στην πορεία βαριόμουν και τα παρατούσα! Άντε να γέμιζα 5-6 σελίδες το πολύ… Τζάμπα και το τετράδιο δηλαδή! 
Αλλά ο Νίκος πραγματικά κεντούσε… Τοποθετούσε τις φωτογραφίες με μαεστρία έκανε και ωραία γράμματα και τα λευκώματά του ήταν ποιήματα. Έχω να τον δω χρόνια, αλλά ελπίζω να έχει κρατήσει κανένα από αυτά. 
Μαζί με τα “χειροποίητα” λευκώματα στην μόδα ήταν τότε και τα άλμπουμ με τα αυτοκόλλητα της panini, αλλά και οι κάρτες με τους παίχτες του Ελληνικού πρωταθλήματος. Για τις κάρτες μάλιστα, εκτός από τις ανταλλαγές, είχε επικρατήσει και το εξής παιχνίδι: κράταγες την κάρτα σου στον τοίχο σε ένα ύψος με την μεγάλη διάσταση οριζόντια και την άφηνες να πέσει στριφογυρίζοντας στο έδαφος – το ίδιο έκανε και ο αντίπαλος και αν η κάρτα του πλάκωνε την δικιά σου την έπαιρνε, αλλιώς του την έπαιρνες εσύ. 
 Ο ποδοσφαιριστής που μας είχε βγάλει την Παναγία – που ήταν ο πιο σπάνιος δηλαδή – ήταν ο Νέτο Γκουερίνο του ΠΑΟΚ και μπορώ να θυμηθώ αρκετές περιπτώσεις που έπεφτε ξύλο για δαύτον!
Το μουντιάλ του ’78 στην Αργεντινή το παρακολουθήσαμε στην ασπρόμαυρη ZANUSSI που είχαμε τότε, αλλά οι αναμνήσεις μου από αυτό είναι αμυδρές. 
Θυμάμαι μόνο τον Αργεντίνο παιχταρά τον Μάριο Κέμπες, τον “el Matador” όπως τον αποκαλούσαν. Τόση εντύπωση μου είχε κάνει, που από τότε σε όλα τα μουντιάλ υποστήριζα και υποστηρίζω την Αργεντινή. 
Τον Μαραντόνα που τότε πρωτοξεκινούσε δεν τον θυμάμαι καθόλου… Αυτό που θυμάμαι σαν χθες, είναι το μουντιάλ στην Ισπανία το ’82, καθώς μάλιστα το είχα παρακολουθήσει και στην ολοκαίνουργια έγχρωμη Luxor που αγοράσαμε τότε (ακόμα την έχουμε αυτή την τηλεόραση). Σε όλα τα μουντιάλ, εκτός από Αργεντινή, ήμουν και – λόγω ιδεολογίας – με την Σοβιετική Ένωση! Το ’82 η Σοβιετική Ένωση είχε ομαδάρα με Ντασάεφ, Μπαλτάσαρ, Σουλακβελίτζε, Ντεμιανένκο, Μπεσόνοφ, Μπλαχίν, Ρομάντεφ κ.λ.π. άλλα είχε αποκλειστεί στον δεύτερο γύρο καθώς από το γκρουπ είχε προκριθεί η Πολωνία του Λάτο του Σμολάρεκ και του Μπόνιεκ, που νομίζω ότι έπαιξε και μικρό τελικό με την Γαλλία. Η Αργεντινή των Κέμπες, Μαραντόνα, Αρντίλες, Πασαρέλα, Γκαλέγκο, Ταραντίνι κ.λ.π., αποκλείστηκε και αυτή από τον δεύτερο γύρο, καθώς είχε την ατυχία να πέσει στο ίδιο γκρουπ με την Βραζιλία και την Ιταλία που πήρε και τελικά το κύπελλο. Πάντως το Ιταλία – Βραζιλία ήταν ματσάρα, από τα καλύτερα που έχουν παιχτεί σε παγκόσμιο κύπελλο!

Παρακολουθώντας το ματς από κερκίδες, μπαλκόνια, ταράτσες.

Τα επόμενα μουντιάλ του ’86 και του ’90 τα παρακολούθησα μαζί με τους φίλους μου στο πάρκο. 
Εκεί στην καφετέρια του δήμου, όταν είχε αγώνα, βγάζανε την τηλεόραση έξω και γινόνταν ο χαμός! Άλλοι με την Βραζιλία, άλλοι με την Αγγλία, άλλοι με… το Καμερούν κλπ δημιουργούνταν ένα φοβερό κλίμα, με πολύ χιούμορ και οι ατάκες μαζί με τους φραπέδες έπεφταν καπνός.
Όσον αφορά τους καφέδες, πάντα θαύμαζα τα γκαρσόνια της καφετέριας του πάρκου που είχαν κάτι τεράστιους δίσκους και πάνω έβαζαν και εγώ δεν ξέρω πόσους καφέδες! Και όχι μόνον αυτό… τον δίσκο τον πήγαιναν με το ένα χέρι, και χωρίς να γράφουν τις παραγγελίες σου έφερναν πάντα τον σωστό καφέ!
Στο μουντιάλ του 90 κινδύνεψα να φάω και ξύλο… 
Σε έναν αγώνα της Αγγλίας (δεν συμπαθώ καθόλου τους Άγγλους), κάποιος παίχτης της χάνει ένα σίγουρο γκολ. Ανάμεσα στα διάφορα μπινελίκια που ακούγονται πετάγομαι και εγώ και λέω: “Ρε το μαλάκα! Αυτό δεν το έχανε ούτε ο Αρμύρας!” (σ.σ. Αρμύρας: Επιθετικός του Παναιτωλικού την εποχή εκείνη με μια κάποια… δυσκολία στο σκοράρισμα!). Που να ‘ξερα ότι 2-3 καθίσματα πιο μπροστά θα κάθονταν ο ευέξαπτος και σωματώδης ξάδερφος του Αρμύρα! 
Ευτυχώς μπήκαν στην μέση κάποιοι και με “έσωσαν”, αφού άκουσα βέβαια διάφορα κοσμητικά επίθετα…

Η Φέγενορτ και η Ρεάλ (!)

Ο φίλος μου ο Πάνος, που ήταν – και είναι άρρωστος με το ποδόσφαιρο, έμενε λίγο πιο κάτω από μένα και είχε φτιάξει στην δικιά του γειτονιά μια ομάδα που την λέγανε Φέγενορτ(!). Η Φέγενορτ είχε σαν έδρα ένα στενό σαν το δικό μας, την οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Όταν η δική μας ομάδα διαλύθηκε επειδή τα περισσότερα παιδιά ήταν μεγάλα και σταμάτησαν να ασχολούνται, εγώ, αφού για ένα διάστημα έπαιζα σε μια ομάδα με κάτι φίλους από το γυμνάσιο, “προσχώρησα” στην Φέγενορτ που αργότερα μετονομάστηκε από τον Πάνο (δεν θυμάμαι γιατί) σε Ρεάλ(!).
Η “ζωή” της ήταν τουλάχιστον 4-5 χρόνια έως ότου δηλαδή, μετά τις πανελλήνιες, φύγουμε οι περισσότεροι από το Αγρίνιο.
Καταλυτική φυσιογνωμία βέβαια και πρόεδρος, προπονητής και παίχτης ήταν ο Πάνος. Κανόνιζε τους αγώνες, μας συγκέντρωνε, έλεγε πως θα παίξουμε, “όργωνε” τα γήπεδα-αλάνες και δεν “μάσαγε” τίποτα! 
Για να σας δώσω να καταλάβετε, πρέπει να αποτελεί μοναδική περίπτωση ανθρώπου στην παγκόσμια ιατρική βιβλιογραφία που έπαιξε ολόκληρο αγώνα μπάσκετ με σπασμένο πόδι! 
Σταθερά στελέχη της Ρεάλ, εκτός από τον Πάνο και μένα, ήταν ο Χρήστος παίχτης με κεφάλι δυναμίτη, ο Σπύρος “δεκάρι” και δυνατό παιδί, ο Γιώργος τεχνίτης επιθετικός και ο Γρηγόρης τα “πνευμόνια” της ομάδας. Εγώ έπαιζα συνήθως άμυνα, ενώ ο Πάνος έπαιζε από τερματοφύλακας μέχρι σέντερ-φορ!
Με την Ρεάλ λοιπόν, σχεδόν κάθε σαββατοκύριακο γυρνάγαμε όλο το Αγρίνιο και παίζαμε με άλλες γειτονιές σε διάφορες αλάνες και οικόπεδα που υπήρχαν τότε. Από ένα σημείο και μετά, τους περισσότερους αγώνες τους δίναμε στο Εθνικό Στάδιο, όπου είχαν φτιάξει, δίπλα στο γήπεδο, έναν χώρο – το “τρίγωνο” όπως το λέγαμε, με χόρτο.
Από την Ρεάλ έχω τις καλύτερες αναμνήσεις. Εκεί μάθαμε μπάλα (όση μάθαμε), ζήσαμε αξέχαστες στιγμές, επικοινωνούσαμε, πλακωνόμασταν, κάναμε φιλίες που κρατάνε μέχρι σήμερα, και όλα αυτά τα οφείλουμε στον Πάνο. Αν δεν υπήρχε αυτός δεν θα υπήρχε Ρεάλ. 
Γενικά σε κάθε κοινωνική έκφανση, υπάρχουν συγκεκριμένα άτομα που έχουν την ικανότητα και το ταλέντο να δημιουργούν παρέες να τις συσπειρώνουν γύρω τους, να τις στηρίζουν, αντιμετωπίζοντας πολλές φορές την ανθρώπινη ζήλεια και μικρότητα. Τέτοιο άτομο είναι και ο Πάνος και να ‘ναι καλά να το κάνει πάντα.
Το ποδόσφαιρο βέβαια για μένα συνεχιζόνταν και τα καλοκαίρια στο χωριό όπου πηγαίναμε για διακοπές, και οι εικόνες και οι εμπειρίες που έχω από κει είναι τόσες πολλές, που μάλλον θα χρειαστεί να τις γράψω σε ξεχωριστώ κείμενο. 
Σήμερα στις πόλεις το ποδόσφαιρο παίζεται μέσα σε κάτι κλουβιά που λέγονται γήπεδα 5×5, συνήθως με αντιπάλους που δεν τους ξέρεις καν και με τον ιδιοκτήτη να σου υπενθυμίζει πως ο χρόνος που έχεις στην διάθεσή σου τέλειωσε.
Όπως και να ‘ναι πάντως, η συγκίνηση και η χαρά που σου προσφέρει η “πόρνη η μπάλα” που έλεγε και ο Όσιμ, είναι πάντα η ίδια…

Από το: http://www.varometro.net/
 ==============================
==============================