Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Γλυκόπικρες αναμνήσεις


Μεγάλωσα σε μία γειτονιά του Αγίου Χριστοφόρου. Το φτωχικό πατρικό μου ήταν ένα από τα τέσσερα σπίτια που έβλεπαν σε κοινή αυλή. Μία μεγάλη τσιμεντένια αυλή που τα καλοκαίρια μετατρεπόταν σε ένα μικρό εργοτάξιο. Χιράμια γεμάτα καπνό στη μέση της αυλής, ένα καπνόπανο τεντωμένο από πάνω για τον ήλιο και όλοι γύρω-γύρω μικροί και μεγάλοι να αρμαθιάζουμε τα πράσινα πικρά φύλλα του καπνού.
"ΑΡΜΑΘΙΑΣΜΑ" 

Για εμάς τα μικρότερα παιδιά όλο αυτό φάνταζε σαν γιορτή, σαν πανηγύρι. Για τους γονείς μας και τα μεγαλύτερα αδέλφια μας, σκληρή δουλειά, αϋπνία αλλά και το μοναδικό έσοδο για ολόκληρη την οικογένεια.
Εμάς τους μικρούς, εννέα τον αριθμό, για να μας στριμώξουν και να μην πάρουμε τους δρόμους, μας "πλήρωναν" με μία δραχμή κάθε απόγευμα, με την προϋπόθεση ότι θα βοηθούσαμε στο αρμάθιασμα. 
Κάθε μεγάλος είχε "υιοθετήσει" από έναν μικρό. Του δίναμε βελόνες, περνούσαν από έλεγχο (τα φύλλα να είναι περασμένα με σειρά..ένα καλό, ένα ανάποδο, ένα καλό, ένα ανάποδο, να μην υπάρχουν μέσα σκάρτα φύλλα) και από 'κει στην αρμάθα.
Πολλές φορές την πίκρα του καπνού την γλύκαινε η γιαγιά του Φώτη, φτιάχνοντας χαλβά για όλους μας. Χαλβά, που η μυρωδιά του απλωνόταν σ' όλη τη γειτονιά και οι καυτές κουταλιές που αράδιαζε στα πιάτα, εξαφανίζονταν αμέσως.
Δεν έλειπαν βέβαια και τα "ατυχήματα". Τα κοψίματα από την βελόνα ήταν σχεδόν καθημερινά. Με λίγο καπνό πάνω στην πληγή σταματούσε το αίμα και ο "τυχερός τραυματισμένος", παροπλισμένος ανάρρωνε για το υπόλοιπο της μέρας.
"ΚΟΨΙΜΟ ΑΠΟ ΒΕΛΟΝΑ"

Το απόγευμα μόλις "πληρωνόμασταν" τον κόπο μας, ξεχυνόμασταν στο περίπτερο που βρισκόταν μπροστά από την εκκλησία του Αγίου Χριστοφόρου και εξαργυρώναμε όλο το πρωινό αρμάθιασμα με ένα παγωτό.
Το παγωτό λεμόνι ήταν το αγαπημένο μου, όχι γιατί μου άρεσε η γεύση του, αλλά έλυωνε αργά και διαρκούσε περισσότερο από των άλλων. Έτσι όταν όλοι οι άλλοι είχαν τελειώσει το δικό τους, εγώ επιδεικτικά συνέχιζα να γλύφω το δικό μου, υποκρινόμενη ότι το απολαμβάνω.
Το χειρότερό μας ήταν ότι έπρεπε να πάμε νωρίς για ύπνο το βράδυ γιατί οι μεγάλοι γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα έπρεπε να ξυπνήσουν και με τις λάμπες στα χέρια να φύγουν για μάζεμα.
Τις Κυριακές το σκηνικό της αυλής άλλαζε. Δεν υπήρχαν χιράμια με καπνό, αλλά σκάφες στην σειρά. Οι μανάδες μας έπλεναν τα ρούχα της βδομάδας και προς το μεσημέρι όλα τα γύρω σύρματα ήταν καλυμμένα με ρούχα.
Έτσι περνούσε ανέμελα για εμάς το καλοκαίρι και όταν έφτανε ο χειμώνας κοιτάζαμε από τα παράθυρα την έρημη αυλή και παρακαλούσαμε, σε αντίθεση με τους μεγάλους, να έρθει το επόμενο.
Λίγα χρόνια αργότερα, μεγάλοι κι εμείς, ενεργοί πια στο φύτεμα, στο σκάλισμα, στο μάζεμα, στο αρμάθιασμα, "ποτισμένοι" με την κόλλα και την πίκρα του καπνού, την ανεμελιά του καλοκαιριού αντικατέστησε η σκληρή δουλειά, η κούραση, η αϋπνία, η υποχρέωση να μπουν λεφτά στο σπίτι.

Γλυκόπικρες αναμνήσεις !!!! 


ΜΕΛΙΣΣΑΝΘΗ

================
================ 
Τα έργα που συνοδεύουν το κείμενο, είναι του Αγρινιώτη ζωγράφου Αντώνη Ναστούλη.