Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Οι καπνεργάτριες του Αγρινίου


της Κωνσταντίνας Μπάδα


Μαρτυρίες που έχει καταγράψει η κ. Κωνσταντίνα Μπάδα.
Ολόκληρο το κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε στην ηλεκτρονική εφημερίδα "Η Νέα Εποχή".



Η κυρία Ευγενία, 88 ετών, αφηγείται: «Κοίτα εμείς παλιά καθόμασταν, μέχρι το '30, στο «τσόλ», κάτω σταυροπόδι και ξεδιαλέγαμε τον καπνό, τον βάζαμε κατά ποιότητα στα κασελάκια που ήταν μπροστά μας. Εγώ όλα μου τα χρόνια ήμουν ξεφυλλίστρια. Ήξερα να ξεχωρίζω αμέσως την ποιότητα του καπνού και τα χέρια μου αστραπή πήγαιναν στο κάθε κασονάκι την ποιότητα που έπρεπε. Το «ολ τσαντί» ήταν ο καλύτερος καπνός, το κορφάδι. Εκατό γυναίκες σκυμμένες και ξεφυλλίζαμε, όλη τη μέρα, τον καπνό. Σε μια αίθουσα εκατό γυναίκες κι η μυρουδιά αφόρητη. Κι αμίλητες... Μετά είμασταν κάπως καλύτερα, καθόμασταν σε θρανία, και μετά το '50, το 1958 για την ακρίβεια, ήρθαν οι μηχανές, τις έφερε ο Ηλιού πρώτος. Οι καπνεργάτες χύμηξαν να τις σπάσουν. Εγώ τότε δούλευα στον Αβραμίδη. Οι αποθήκες δούλευαν χρονικής ως τότε, χειμώνα - καλοκαίρι. Με τα μηχανήματα κόβονταν η δουλειά. Κάθε λεπτό κι ένα δέμα ήταν έτοιμο μ' αυτές. Να η αστυνομία, ξύλο, απεργίες... Σιγά σιγά όλες οι αποθήκες έβαλαν μηχανήματα και δε μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε. Ήρθαν και τα υγραντήρια, σε δύο λεπτά μέσα το υγραντήριο έβγαζε υγρό τον καπνό, τι χρειάζονταν οι καπνεργάτες; Η τόγκα να δεις... Με δύο γυναίκες δούλευε όλη μέρα... Την κατάργησαν αυτή... Οι γυναίκες μπήκαν στα τάπια, έτσι στεκόμασταν όρθιες μπροστά στον πάγκο, ξερμαθιάζαμε μόνο, δε διαλέγαμε ποιότητες, μόνο κάνα φύλο και τίποτε άλλο. Τώρα είμασταν ξεφυλλίστριες, είμασταν γυναίκες όρθιες, άλλες ήταν γυναίκες «σοπάνι», αυτές δηλαδή που τύλιγαν -σωπάνιαζαν- τον έτοιμο σε δέμα καπνό. Αποκεί οι άνδρες τον πήγαιναν στις αποθήκες και τον στοίβαζαν. Οι στοιβαδόροι, του άλλαζαν κάθε τόσο θέση για να στεγνώνει και να αερίζεται καλά. Άλλες ήταν καθαρίστριες. Εγώ τα υπό­λοιπα χρόνια, ως τη σύνταξη, δούλευα στα τάπια. Δε μ' απέλυσαν ποτέ. Σ' όλους δούλεψα, ήμουν ήσυχη, εξ παιδιά είχα, σέβας είχα, δε μ' απέλυσαν ποτέ. Εδώ που τα λέμε γέμιζε η τσεπούλα μας λεφτά. Ήταν δύσκολο τότε να έχεις λεφτά. Σκληρή δουλειά αλλά και τσάμπα δε θα μας τα δίνανε».

Καπνεργάτριες στο Αγρίνιο. Από το βιβλίο "Το Αγρίνιο Κάποτε" του Αρ. Μπαρχαμπά


 «Ήρθαμε από τη Σάμο εδώ το 1922. Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονώ που πήγα στις καπναποθήκες. Δούλευα όπως και οι άλλοι. Έδινα στις άλλες εργάτριες νερό. Μετέφερα τα κασονάκια. Όλη μέρα... Το μεσημέρι κάναμε διάλειμμα, τρέχαμε στο σπίτι να φάμε κάτι και μετά ξαναγυρνούσαμε στην αποθήκη, ώσπου νύχτωνε... Όταν πήρα το πρώτο βδομαδιάτικο στα χέρια μου, τα λεφτά χάρτινα, τα κοίταζα, τα κοίταζα δεν είχαν και πολύ αξία για μένα αλλά τάβαλα στην τσεπούλα μου κι έτρεξα, έτρεξα στο σπίτι και τάδωσα στη μάνα μου. Όταν ερχόταν ο έλεγχος, μ' έβαζαν μέσα στα κασόνια, να μη με βρουν, γιατί ήταν παράνομο να δουλεύω. Μια φορά κόντεψα να σκάσω εκεί μέσα στο κασόνι που ήταν γεμάτο καπνό. Άρχισα να φωνάζω και να το χτυπάω με τα χέρια μου και μ' έβγαλαν... Έτσι ήταν τότε, ούτε γράμματα έμαθα ούτε τέχνη, μόνο στις αποθήκες, στον καπνό. Αποκεί πήρα σύνταξη...».


«Το κακό έγινε με την τόγκα. Το δικό μας σωματείο ήταν ισχυρό. Τα αφεντικά έφεραν την τόγκα και για αυτή έπαιρναν μόνο γυναίκες, κι οι άνδρες μας έμειναν χωρίς δουλειά. Τους συνέφερνε να παίρνουν μόνο γυναίκες, γιατί το μεροκάματο ήταν μόνο το ένα τρίτο από αυτό που έπαιρ­ναν οι άνδρες. Να φανταστείς ότι όταν οι άνδρες έπαιρναν ενενήντα δραχμές, οι γυναίκες παίρνα­με τριάντα επτά. Γιατί να μην πάρουν εμάς στη τόγκα... Μας έπεφταν οι πλάτες με τη «τόνκα», εδώ δεν ξεφυλλίζαμε τον καπνό, τον ξερμαθιάζαμε μόνο, ποστιάζαμε και πέρναγε από τη μηχανή. Οι άνδρες μας κάθονταν... Κάναμε μεγάλες απεργίες γι' αυτό. Και το '26, τότε που σκότωσαν την Γεωργατζέλη, καπνεργάτρια μπροστά μπροστά με την κοιλιά στο στόμα. Τους στρίμωξε τους χωροφυλάκους στην πορεία και μπάμ τη σώριασαν... Δε ντράπηκαν, με τη κοιλιά στο στόμα, κι άλλους δυο. Τι έχουν δει τα μάτια μας! Ούτε την κηδεία δεν άφηναν να γίνει στην εκκλησία του Αη-Δημήτρη».

Από το βιβλίο "Το Αγρίνιο Κάποτε" του Αρ. Μπαρχαμπά

 «Εγώ ήμουν συνδικαλίστρια από το 1964. Έφαγα ξύλο με το τσουβάλι, δε με χώνευαν μου άλλαξαν τη δουλειά που έκανα, με έβαλαν καθιστή, από συλλέκτρια που ήμουν, έβγαλα κι εγώ ένα λόγο και τους είπα φεύγω. Εγώ στη δουλειάμ ήμνα πάντα συλλέκτρια... Ήμνα καλή στη δουλειά μ... Δε βγήκα ποτέ να πάω επάνω, να πιω νερό, να πιω ένα καφέ. Να κάνω τα γλυκό μάτια στον επιστάτη για να με κρατήσουν στη δουλειά. Γίνονταν και τέτοια, μη νομίζεις. Έτρεμε το φυλλοκάρδι μου κάθε Παρασκευή, όταν μας έβαζαν στη σειρά, κι έλεγαν ένα ένα τα ονόματα των καπνεργατριών που απολύονταν αλλά εγώ δεν ανέβαινα επάνω να πιω ένα καφέ... δεν έδωσα αυτό το δικαί­ωμα ποτέ. Μούτζες.. ναι έδινα. Γι' αυτό μ' έβαλαν να δλεύω καθιστή».


 ==========================
==========================