Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Καπναποθήκες Παπαπέτρου


Η πόλη ακόμη μυρίζει καπνό... Κι αχνοφέγγει δειλά τα δειλινά στις γύρω λίμνες, στεφάνια υγρού τοπίου πάνω από μια πόλη περήφανη... Έμβλημά της παραμένουν το αλσύλιο του Αγίου Χριστόφορου και οι καπναποθήκες Παπαπέτρου και Παπαστράτου, οι οποίες πρόκειται να αναδειχθούν σε αξιόλογα κέντρα πολιτισμού.
Άδεια, μισογκρεμισμένα, ξεχασμένα απ τους ανθρώπους, όχι όμως κι από το χρόνο, κτίρια. Η σημερινή εικόνα των καπναποθηκών του Αγρινίου δίνουν μια αίσθηση εγκατάλειψης. Η αίσθηση επιτείνεται από τη -λογική- απουσία του αδιαμφισβήτητου πρωταγωνιστή. Προφανώς, λείπει ο καπνός! 


Τα οπτικά ερεθίσματα όμως πυροδοτούν μνήμες ή γεννούν νέες εικόνες και παραστάσεις. Αδιόρατα το μάτι βλέπει εργάτες να κινούνται στις αίθουσες, να δένουν καπνά, να τα ντανιάζουν, επιστάτες να επιβλέπουν το στοίβαγμα, την αποθήκευση, την ωρίμανση..,
Η ιστορία της πόλης του Αγρινίου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον καπνό. Τα κτίρια των καπναποθηκών είναι χώροι που έχουν σαφώς ιστορική, αρχιτεκτονική και πολιτιστική αξία για την πόλη. Αποτελούν δε, σημεία αναφοράς στον πολεοδομικό της χάρτη. 
Το Αγρίνιο κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου ακολουθεί κυριολεκτικά τους κύκλους του καπνού. Το μάζεμα, το στέγνωμα των φύλλων, την επεξεργασία τους, τη δεματοποίηση, τη μεταφορά στις μεγάλες καπναποθήκες της πόλης και τη μετέπειτα επεξεργασία εκεί. 
Χαρακτηριστικά διώροφα κτίρια, χτισμένα με πέτρα και ξύλο, οι καπναποθήκες αποτυπώνουν όλες τις όψεις της πολύπλοκης σχέσης του καπνού με την πόλη της καπνεργασίας, τις καθημερινές συνήθειες της δουλειάς, τον καταμερισμό εργασίας, τις σχέσεις εξουσίας ανάμεσα στους καπνεμπόρους, στους καπνεργάτες και στις καπνεργάτριες, τις πολύ συχνά αιματηρές πολιτικές συγκρούσεις, τη μιζέρια, την εξαθλίωση, τη φυματίωση που θερίζει τους καπνεργάτες, αλλά και τη συμπαράσταση, τους αγώνες, τους ήχους, τα χρώματα/τις κρυφές ερωτικές ματιές στα σαλόνια επεξεργασίας, ακόμη και το άρωμα του καπνού μιας έντονης και ταραγμένης καθημερινής ζωής. 
Τί απομένει ωστόσο από τη σχέση αυτή σήμερα;
Αυτό που έμεινε τελικά είναι μια σιωπή, η σιωπή στην οποία έχουν περιέλθει όλοι αυτοί οι χώροι που για χρόνια έσφυζαν από ζωή και χρώματα. 
Τα ανοιξιάτικα και καλοκαιρινά πρωινά έφταναν στα κανομάγαζα πρώτα οι καπνεργάτες κατά εκατοντάδες και η είσοδός τους γινόταν με κωδωνοκρουσίες, όπως επίσης και η έξοδός τους. Στην είσοδο υπήρχε τοποθετημένο ένα κουτί, στο οποίο οι εργάτες έριχναν τις μάρκες τους. Κάθε μεταλλικός ήχος σήμαινε ένα ακόμη εξασφαλισμένο μεροκάματο. 
Στη διάρκεια της μέρας οι καπνεργάτριες είχαν δικαίωμα για δυο δεκάλεπτα διαλλείματα. Άλλες κολάτσιζαν το πρόχειρο φαγητό τυλιγμένο στην πετσέτα στις πιο ήσυχες γωνιές του καπνομάγαζου κι άλλες έβγαιναν στα πεζούλια για τη μικρή τους ανάπαυλα.
Μια καπνεργάτρια του Αγρινίου, θυμάται:
«...εμείς παλιά καθόμασταν, μέχρι το '30, στο "τσολ", κάτω σταυροπόδι και ξεδιαλέγαμε τον καπνό, τον βάζαμε κατά ποιότητα στα κασελάκια που ήταν μπροστά μας. Εγώ όλα μου τα χρόνια ήμουν ξεφυλλίστρια. Ήξερα να ξεχωρίζω αμέσως την ποιότητα του καπνού και τα χέρια μου αστραπή πήγαιναν στο κάθε κασονάκι την ποιότητα που έπρεπε... Εκατό γυναίκες σκυμμένες και ξεφυλλίζαμε, όλη τη μέρα, τον καπνό. Σε μια αίθουσα εκατό γυναίκες κι η μυρουδιά αφόρητη. Κι αμίλητες...»
 
Η γεωγραφική μετατόπιση των κέντρων της καπνεργασίας οδήγησαν στην ερήμωση αυτών των ιστορικών κτιρίων της πόλης του Αγρινίου. 
Πλέον και στις φωτογραφίες διακρίνεται το τέλος μιας πορείας στην οποία η μοίρα ανθρώπων και υλικών ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη. Ταυτόχρονα όμως, απ' τις ίδιες φωτογραφίες ξετρυπώνει και η ελπίδα ότι τα κτίρια έχουν τη δική τους δυναμική, αυτή που τους επιτρέπει να αλλάζουν ζωές και χρώματα.
Η μορφή των χώρων καπνεργασίας του Αγρινίου ακολουθούσε απολύτως τη λειτουργία τους. 
Καθώς χρειάζονταν φως στην επεξεργασία και σκιά στην αποθήκευση, αρχιτεκτονικά οι αποθήκες εξασφάλιζαν φως ψηλά και σκιά χαμηλά. Ως συνέπεια, στον πρώτο όροφο στιβάζονταν τα ανεπεξέργαστα καπνά πάνω σε ξύλινα τελάρα, γνωστά ως κρεβαταριές, ώστε τα καπνόφυλλα να αερίζονται και να προστατεύονται από το σάπισμα. Περιμετρικά υπήρχαν ανοίγματα που εξασφάλιζαν τον αερισμό του χώρου, ήταν όμως μικρά, για να περιορίζουν το φωτισμό. 
Στο δεύτερο όροφο γινόταν η επεξεργασία. Συμμετρικά με τον πρώτο όροφο φτιάχνονταν παράθυρα περιμετρικά, με μεγαλύτερο όμως άνοιγμα, για να εξασφαλίζουν περισσότερο φως.
Το εσωτερικό των καπνομάγαζων ήταν ενιαίο και οι στέγες ξύλινες τετράριχτες και καλύπτονταν από βυζαντινά κεραμίδια. Η κάτοψή τους ήταν ορθογωνική, σαν ένα απλό κουτί παπουτσιών, με τη στενή του πλευρά να αποτελεί την πρόσοψη του κτιρίου. Ένα αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό όλων των κτιρίων αυτών, είναι ότι διέθεταν μόνο μια πόρτα κι αυτή με σχετικά μικρό άνοιγμα, αν σκεφτεί κανείς ότι επρόκειτο για δημόσια κτίρια βιομηχανικού χαρακτήρα.
Μια καπνεργάτρια του Αγρινίου, θυμάται:
«...μετά το '50, το 1958 για την ακρίβεια, ήρθαν οι μηχανές, τις έφερε ο Ηλιού πρώτος. Οι καπνεργάτες χύμηξαν να τις σπάσουν... Οι αποθήκες δούλευαν χρονικής ως τότε, χειμώνα καλοκαίρι. Με τα μηχανήματα κοβόταν η δουλειά. Κάθε λεπτό κι ένα δέμα ήταν έτοιμο μ' αυτές. Να η αστυνομία, ξύλο, απεργίες... Σιγά σιγά όλες οι αποθήκες έβαλαν μηχανήματα και δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτε. Ήρθαν και τα υγραντήρια, σε δυο λεπτά μέσα το υγραντήριο έβγαζε υγρό τον καπνό, τι χρειάζονταν οι καπνεργάτες;»


Πηγές:  "ΚΑΠΝΟΜΑΓΑΖΑ" - ΚΑΜΙΛΟ ΝΟΛΛΑΣ 
             "ΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ ΚΑΠΟΤΕ" - ΑΡ. ΜΠΑΡΧΑΜΠΑΣ


=============================
=============================