Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

14 Απριλίου 1944...Μεγάλη Παρασκευή (2)

Από το αναμνηστικό λεύκωμα της 13ης Μεραρχίας του ΕΛΑΣ
http://eteriafotografizontas.blogspot.com/

=============================
=============================


  
Ένα σημαντικό φωτογραφικό ντοκουμένο είναι μια φωτογραφία του κρεμασμένου Αβραάμ Αναστασιάδη, που πήρε ο παλιός γνωστός φωτογράφος του Αγρινίου Σπ. Ξυθάλης από μιά παρακείμενη οικοδομή, το αρνητικό της οποίας είχε εμπιστευθεί στον Σπ. Γερολυμάτο, όπως διατείνεται ο γιός του Γεράσιμος Γερολυμάτος.


=========================
=========================


3 σχόλια:

  1. Για τους 120, και ειδικά για έναν απ΄αυτούς.

    Νιόβγαλτοι ήλιοι που έδυσαν με βία λίγο μετά την ανατολή τους. Λουσμένοι ακόμα στο λυκαυγές της νιότης τους, στάθηκαν απέναντι στα πολυβόλα.
    Το τελευταίο τραγούδι που άκουσαν ήταν το κροτάλισμα των ριπών τους και τα γόνατά τους λύγισαν μια για πάντα. Δεν εφράνθηκαν το πρωινό λάλημα των πουλιών που διαλαλούσαν την άνοιξη.
    Το τελευταίο άγγιγμα που ένιωσαν ήταν το χτύπημα του υποκόπανου των όπλων των φρουρών τους. Δεν αφέθηκαν γλυκά νωχελικά στο στοργικό χάδι της μάνας ή στο γλυκό άγγιγμα της αγαπημένης.
    Η τελευταία οσμή που τους πλημμύρισε ήταν του ζεστού αχνιστού αίματος, του δικού τους αίματος, που πότισε τις πασχαλιές και τα χαμομήλια τ΄Απρίλη. Δεν ήταν το γλυκό άρωμα που η αγουροξυπνημένη φύση άφηνε ολόγυρα με τα υπέροχα δημιουργήματά της.
    Η τελευταία γεύση ήταν πικρή. Όσο πικρή είναι η απογοήτευση για τα όνειρα που ναυάγησαν και καταποντίστηκαν στα "άπατα" της φουρτουνιασμένης θάλασσας που έδερνε την πατρίδα μας.
    Η τελευταία εικόνα, που πήραν τα μάτια τους πριν βασιλέψουν για πάντα, ήταν η σκληράδα και το μίσος στο βλέμμα των εκτελεστών καθώς και των συνεργατών τους. Ήταν οι κάνες των όπλων που στήθηκαν απέναντι στα στήθη τους και δεν ντράπηκαν και να υποκλιθούν μπροστά στα νιάτα τους.
    Στην κοντινή Αβόρανη, αχάραγα ακόμα, μια μάνα, χωμένη στις στάχτες του τζακιού πάλευε ν΄ανάψει τη φωτιά. Οι ριπές έσχισαν την ησυχία του πρωινού κι έφτασαν ως εκεί κι ακόμα πέρα. Πετάχτηκε όρθια αλαφιασμένη κι έπιασε το κεφαλομάντηλο που ΄χε γλιστρήσει στους ώμους της. Μια σκοτεινιά την κατέκλυσε, μια στιγμιαία ζάλη την ανάγκασε να στηριχτεί στην προεξοχή του τζακιού. Κείνη την ίδια στιγμή ήξερε... Ο πρωτότοκός της, ο Γιάννης της, που έλειπε απο τις 17 Μαρτίου διέτρεχε κίνδυνο. Ξεχύθηκε τρέχοντας έξω απ΄το φτωχικό κι άρχισε να τρέχει προς τις ριπές. Ανά πέντε, ίσως και δέκα λεπτά οι ριπές επαναλαμβάνονταν πάλι και πάλι... Εκείνη έτρεχε, μόνο έτρεχε και ζύγωνε. Να προλάβει. Αλήθεια, τί;
    Τρεις Έλληνες ήταν εκείνοι που ήρθαν και τον έψαχναν στο σπίτι τους. Δεν ήταν εκεί. Του την έστησαν και τον έπιασαν. Η κατηγορία "Αντεθνική Δράση". Δεν την κατάλαβε ποτέ αυτή την κατηγορία. Το παιδί της αγαπούσε την Ελλάδα και πάλευε για τη Λευτεριά της. Έτσι της είχε πει, και το πίστευε το παιδί της. "Λάθος θα έκαναν" είπε μέσα της, "σύντομα θα τον αφήσουν". Κι οι μέρες περνούσαν. Άφηνε το βλέμμα της να χαθεί στο βάθος του δρόμου και πάλευε να διακρίνει την λεβεντόκορμη φιγούρα του να προβάλει, να την πλησιάζει κι άνοιγε τα χέρια της με προσμονή και λαχτάρα να κλείσει μέσα τους τα είκοσι χρόνια του.
    ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Δεν ήρθε όμως αυτή η στιγμή που ονειρευόταν. Και τώρα πλησίαζε... Πέρασε την Αγία Βαρβάρα χωρίς να έχει σταθεί λεπτό. Σταυροκοπήθηκε βιαστικά, μια τελευταία, απελπισμένη προσευχή: "βόηθα τον Παναγία μου". Πλησίαζε στο Βωμό... Κόσμος πολύς μαζεμένος, έσπρωξε, εκτόπισε, πλησίασε... Εκατό περίπου μέτρα μακριά της, σωρός τα πτώματα. Έκανε να προχωρήσει, μια ξιφολόγχη ακούμπησε απειλητικά το στήθος της. Έφραξε με την παλάμη το στόμα της κι άκουσε γύρω της το θρήνο που ξεσηκωνόταν απ΄το συγκεντρωμένο πλήθος, και τις καμπάνες που χτυπούσαν πένθιμα... Ήταν, άραγε, ανάμεσα στους σκοτωμένους και το δικό της παιδί; Μιά σειρά από οπλισμένους γερμανοτσολιάδες με προτεταμένα τα όπλα τους προς το πλήθος την εμπόδιζε να πλησιάσει, να ψάξει μέσα στο φρεσκοσκαμμένο λάκκο το βλαστάρι της. Κάποιος ανηψιός της, που την ακολουθούσε όλη αυτή την ώρα, έφυγε για την πλατεία να δει, να αναγνωρίσει τους κρεμασμένους. Τρεις ήταν, λέει... Δεν ήταν ο Γιάννης ανάμεσά τους. Μέχρι να πάει και να ΄ρθει ένας απ΄τους συνεργάτες των εκτελεστών ανεβασμένος σε μια πέτρα, ν΄ακούγεται καθαρά, διάβαζε με βροντερή φωνή, (πάσκιζε να σκεπάσει το θρήνο, τις καμπάνες της Μεγάλης Παρασκευής, ή μήπως και τη συνείδησή του;) τα ονόματα των εκτελεσθέντων. Έκανε, χωρίς να το συνειδητοποιεί, ένα προσκλητήριο νεκρών. Με σκισμένη την καρδιά στα δύο, άκουγε - άκουγε ... Παπανίκος Γιάννης... Ο Γιάννης της!!!
    Δεν της το έδωσαν, να αγκαλιάσει το άψυχο κορμί του, να χαιδέψει τα μαλλιά του, να ασπαστεί το πρόσωπό του. Της απαγόρεψαν να κάνει το νυχτέρι του. Να τον στολίσει γαμπρό και να τον παραδώσει στη γη. Παραχώθηκαν όλοι, εκατόν είκοσι νοματαίοι, εκεί πίσω απ΄την Αγία Τριάδα. "Αλήθεια, Θεέ μου σχώραμε, η Αγία Τριάδα που κοίταζε κείνη την ώρα;", έλεγε χρόνια μετά, που βρήκε το κουράγιο και τη δύναμη να μιλήσει για κείνη τη μέρα.
    Για πολλά - πολλά χρόνια μετά, τίποτα δεν θύμιζε στους νεότερους τί είχε γίνει εκεί, τη Μεγάλη Παρασκευή, 14 Απρίλη του ΄44. Πέρασαν πολλά ταραγμένα χρόνια μέχρι να σιγήσουν τα όπλα κι ακόμα πιο πολλά μέχρι να αναγνωριστεί επίσημα απ΄το Ελληνικό Κράτος η αντίσταση κατά των Γερμανών κατακτητών ως πράξη Εθνικά επιβεβλημένη. Να βρει (κατά κάποιο τρόπο) δικαίωση η εκτέλεση - θυσία του γυιού της και των συντρόφων του, κείνο το μουχλιασμένο πρωινό του Απρίλη.-

    Σημείωση του συντάκτη

    Ελάχιστος φόρος Τιμής
    - στον εκτελεσθέντα Γιάννη Παπανίκο απ΄ την Αβόρανη,
    - στη μάνα του,
    - στ΄ αδέρφια του Δημήτρη (Τάκη) και Ζώη, για τους αγώνες τους μέχρι να αναγνωριστεί επίσημα η Εθνική Αντίσταση και να ανακηρυχτεί ο χώρος της εκτέλεσης "Τόπος Μαρτυρίου", καθώς και την καθιέρωση εκδηλώσεων τόσο στην Αγία Τριάδα όσο και στην Πλατεία την Μεγάλη Παρασκευή κάθε χρόνου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Δεν ήρθε όμως αυτή η στιγμή που ονειρευόταν. Και τώρα πλησίαζε... Πέρασε την Αγία Βαρβάρα χωρίς να έχει σταθεί λεπτό. Σταυροκοπήθηκε βιαστικά, μια τελευταία, απελπισμένη προσευχή: "βόηθα τον Παναγία μου". Πλησίαζε στο Βωμό... Κόσμος πολύς μαζεμένος, έσπρωξε, εκτόπισε, πλησίασε... Εκατό περίπου μέτρα μακριά της, σωρός τα πτώματα. Έκανε να προχωρήσει, μια ξιφολόγχη ακούμπησε απειλητικά το στήθος της. Έφραξε με την παλάμη το στόμα της κι άκουσε γύρω της το θρήνο που ξεσηκωνόταν απ΄το συγκεντρωμένο πλήθος, και τις καμπάνες που χτυπούσαν πένθιμα... Ήταν, άραγε, ανάμεσα στους σκοτωμένους και το δικό της παιδί; Μιά σειρά από οπλισμένους γερμανοτσολιάδες με προτεταμένα τα όπλα τους προς το πλήθος την εμπόδιζε να πλησιάσει, να ψάξει μέσα στο φρεσκοσκαμμένο λάκκο το βλαστάρι της. Κάποιος ανηψιός της, που την ακολουθούσε όλη αυτή την ώρα, έφυγε για την πλατεία να δει, να αναγνωρίσει τους κρεμασμένους. Τρεις ήταν, λέει... Δεν ήταν ο Γιάννης ανάμεσά τους. Μέχρι να πάει και να ΄ρθει ένας απ΄τους συνεργάτες των εκτελεστών ανεβασμένος σε μια πέτρα, ν΄ακούγεται καθαρά, διάβαζε με βροντερή φωνή, (πάσκιζε να σκεπάσει το θρήνο, τις καμπάνες της Μεγάλης Παρασκευής, ή μήπως και τη συνείδησή του;) τα ονόματα των εκτελεσθέντων. Έκανε, χωρίς να το συνειδητοποιεί, ένα προσκλητήριο νεκρών. Με σκισμένη την καρδιά στα δύο, άκουγε - άκουγε ... Παπανίκος Γιάννης... Ο Γιάννης της!!!
    Δεν της το έδωσαν, να αγκαλιάσει το άψυχο κορμί του, να χαιδέψει τα μαλλιά του, να ασπαστεί το πρόσωπό του. Της απαγόρεψαν να κάνει το νυχτέρι του. Να τον στολίσει γαμπρό και να τον παραδώσει στη γη. Παραχώθηκαν όλοι, εκατόν είκοσι νοματαίοι, εκεί πίσω απ΄την Αγία Τριάδα. "Αλήθεια, Θεέ μου σχώραμε, η Αγία Τριάδα που κοίταζε κείνη την ώρα;", έλεγε χρόνια μετά, που βρήκε το κουράγιο και τη δύναμη να μιλήσει για κείνη τη μέρα.
    Για πολλά - πολλά χρόνια μετά, τίποτα δεν θύμιζε στους νεότερους τί είχε γίνει εκεί, τη Μεγάλη Παρασκευή, 14 Απρίλη του ΄44. Πέρασαν πολλά ταραγμένα χρόνια μέχρι να σιγήσουν τα όπλα κι ακόμα πιο πολλά μέχρι να αναγνωριστεί επίσημα απ΄το Ελληνικό Κράτος η αντίσταση κατά των Γερμανών κατακτητών ως πράξη Εθνικά επιβεβλημένη. Να βρει (κατά κάποιο τρόπο) δικαίωση η εκτέλεση - θυσία του γυιού της και των συντρόφων του, κείνο το μουχλιασμένο πρωινό του Απρίλη.-

    Σημείωση του συντάκτη

    Ελάχιστος φόρος Τιμής
    - στον εκτελεσθέντα Γιάννη Παπανίκο απ΄ την Αβόρανη,
    - στη μάνα του,
    - στ΄ αδέρφια του Δημήτρη (Τάκη) και Ζώη, για τους αγώνες τους μέχρι να αναγνωριστεί επίσημα η Εθνική Αντίσταση και να ανακηρυχτεί ο χώρος της εκτέλεσης "Τόπος Μαρτυρίου", καθώς και την καθιέρωση εκδηλώσεων τόσο στην Αγία Τριάδα όσο και στην Πλατεία την Μεγάλη Παρασκευή κάθε χρόνου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Αν έχετε περισσότερες πληροφορίες για τα θέματά μας, καθώς και διορθώσεις ( "ουδείς αλάνθαστος...."), γράψτε μας στο gitsanas@gmail.com

Στείλτε μας και δικές σας σκέψεις, φωτογραφίες, κείμενά σας, ποιήματα στο gitsanas@gmail.com