Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Ασπρόμαυρες Αναμνήσεις



Οδός Μεσολογγίου (νυν Χ. Τρικούπη)


=================
================= 

Οδός 39ου Συντάγματος
(στον πεζόδρομο Ηλιού)





=================
=================

 Οδός Παπαστράτου 




=================
=================

"Το Σημάδι"




Προσωπογραφία του Θ. Παλιούρα.

Ένα διήγημα του Θανάση Παλιούρα από  τη συλλογή βιωματικών διηγημάτων  που πρόκειται να κυκλοφορήσει



Εκείνα τα Χριστούγεννα του 1958, μέσα από την ασυνήθιστη συμπεριφορά του παππού μου, διδάχτηκα το ακριβό νόημα της αυτογνωσίας, αλλά και τα βαθειά μυστικά της ανθρώπινης ύπαρξης.Νιόβγαλτος φοιτητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, με τον αέρα της πρωτεύουσας, κατέβηκα στο Αγρίνιο για τις διακοπές. 
Από τους πρώτους που έτρεξα να χαιρετίσω ήταν ο παππούς. 
-Καλώς τον καθηγητή, είπε με τη ζεστή φωνή του, καθώς χανόμουνα στην αγκαλιά του. 
-Είναι νωρίς ακόμα, είπα σιγανά καθώς έκατσα στο σκαμνί απέναντί του με αναμμένο το τζάκι. Με ρωτούσε για την Αθήνα, είχε πάει κάποτε με το τραίνο, για τις σπουδές στο Πανεπιστήμιο, είναι φοιτητές απ’ όλη την Ελλάδα και γνωρίζεστε μεταξύ σας; Για το σπίτι που έμεινα στους Αμπελόκηπους, με ποιους άλλους Αγρινιώτες μοιραζόμουνα την ίδια στέγη, αν έβλεπα τους συγγενείς μας και τόσα άλλα καθώς με το κοφτερό του βλέμμα με περιεργαζόντανε. 
-Πάχυνες λιγάκι… 
-Το κλίμα της Αθήνας, είπα γελώντας. 
-Δεν πειράζει είσαι ψηλός, δεν είναι ωραίο να είσαι στέκα. Να σε βλέπουν οι κοπέλες και να σε ονειρεύονται στον ύπνο τους. 
Σε κάποια παύση, καθώς σίμπαγε με τη μασιά τα αναμμένα ξύλα, μου είπε χαμηλόφωνα και σε ύφος ελαφρά συνωμοτικό. 
-Σούλα μου, θέλω να μου κάνεις μία χάρη. 
Έσκυψα συγκατανεύοντας και περίμενα ν’ ακούσω. 
-Θα πας αύριο στο φίλο μου τον Άγγελο, ξέρεις, που έχει το μαγαζάκι του απέναντι από την Παναγία. Εκεί που μου παίρνεις τα τσιγαρόχαρτα για τα στριφτά τσιγάρα. Ο Άγγελος πουλάει και κυνηγετικά πράγματα. Να του πεις πως ο παππούς μου ο μπαρμπα –Ζάχος σε παρακαλεί να του ετοιμάσεις δύο φσέκια με σκάγια. Τα σκάγια να μην είναι ούτε πολύ ψιλά ούτε πολύ χοντρά, μεσαία, κατάλαβες; 
Ρώτησα απορημένος  αν με τη λέξη "φσέκια" εννοεί τα φυσίγγια και όταν πήρα καταφατική απάντηση με κούνημα της κεφαλής του ξαναρώτησα έκπληκτος πλέον τί τα ήθελε 
-Θα σου πω όταν μου τα φέρεις, αύριο. 
  Την άλλη μέρα η παραγγελία εκτελέστηκε αν και στο γέρο Άγγελο, τον μαγαζάτορα και αρχαίο φίλο του παππού μου, δεν ήταν δυνατό να του εξηγήσω τι τα ήθελε τα "φσέκια" ο μπάρμπα –Ζάχος και ήταν ακόμα πιο δύσκολο να σκεφτώ κάτι γύρω από το σκοπό της αγοράς καθώς επίμονα με ρωτούσε και μη παίρνοντας ικανοποιητική απάντηση έμεινα με την εντύπωση ότι υποπτευόταν πως κάτι σκάρωνα και δεν ήθελα να το αποκαλύψω. 
-Τέλος πάντων, χαιρέτησέ μου  τον μπάρμπα – Ζάχο, είπε. Ήταν ο καλύτερος του χωριού όταν ήταν νεότερος, ποιος δεν τον θυμάται. Έφτασε τα εκατό;  
Τον διαβεβαίωσα φεύγοντας πως κόντευε τα εκατό και πως είναι πολύ καλά και πως τα έχει τετρακόσια. 
  Ο παππούς με περίμενε κάτω στο πηγάδι. Είχε ακουμπήσει στο πεζούλι της αποθήκης και λιάζονταν. Άνοιξα τη χάρτινη σακούλα και του έδειξα τα δύο φυσίγγια. Ευχαριστημένος σηκώθηκε και ακούμπησε το δεξί του χέρι στον ώμο μου. 
-Άκουσε, μου είπε. Θα μπεις στο κατώι και θα ξεκρεμάσεις  το δίκανο που είναι στον τοίχο. Βάλε την ξύλινη σκάλα για να το φτάσεις, και φέρτο εδώ. 
Από μικρά παιδιά όλοι είχαμε προσέξει πως στο μεγάλο πετρόχτιστο σπίτι του παππού, ψηλά, πολύ ψηλά να μη το φτάνει κανένας ήταν κρεμασμένο, χρόνια τώρα, το δίκανο που κυνηγούσε όταν ήταν νέος. Όλοι το ξέραμε και όλοι το βλέπαμε ιδιαίτερα τα καλοκαίρια όταν αρμαθιάζαμε τον καπνό που κουβαλούσαν όλη τη νύχτα οι θειάδες μου, η Κασσάντρα και η Βενετσιάνα με όλα τα παιδιά και το υπόλοιπο προσωπικό και γέμιζαν στίβες ως εκεί επάνω το μεγάλο κατώι. Ρίχναμε συχνά ματιές ως τον τοίχο ψηλά και βλέπαμε το δίκαννο. Καμιά φορά κάναμε και τις πλάκες μας με τ’ άλλα ξαδέλφια. Παίρναμε την ξύλινη σκάλα και την ακουμπούσαμε στον τοίχο για να ανέβουμε δήθεν και να κατεβάσουμε το δίκαννο. Ξέραμε από πριν τις αντιδράσεις των μεγάλων και το διασκεδάζαμε. Οι κινήσεις της μιας θειάς ή της άλλης ήταν αστραπιαίες. 
-Για σταθείτε παλιόπαιδα, σηκώνονταν και ρίχνονταν προς εμάς, έτοιμες να μας κατεβάσουν καμιά καρπαζιά αν μας έφταναν ή να μας πετάξουν καμιά παντόφλα, έτσι για εκφοβισμό.
Εμείς γινόμασταν καπνός. Ξυπόλυτοι όπως ήμασταν τρέχαμε από την πόρτα προς το δρόμο ή πηδούσαμε από το ανοιχτό παράθυρο προς την αυλή. Το δίκαννο έμεινε πάντα εκεί, απαρασάλευτο ενθύμιο των αλλοτινών καιρών, ιερό φυλαχτό και κόνισμα μαζί, αντιπροσωπευτικό απομεινάρι και κειμήλιο που σε παρέπεμπε καθημερινά στο ίδιο σεβάσμιο πρόσωπο, του παππού. 
-Παππού, αντέδρασα μα το δίκαννο τόσα χρόνια εκεί πάνω θα είναι σκουριασμένο, άχρηστο πλέον. 
-Σε παρακαλώ, Σούλα μου, βάλε τη σκάλα, ξεκρέμασέ το εσύ, κατέβασέ το και πάρε τίποτα κουρέλια να το καθαρίσεις από τις πολλές σκόνες και τη βρωμιά. 
Ήταν αφοπλιστικός, δεν σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Υπάκουσα όπως υπακούει ένας υποτακτικός στο γέροντά του, αδιαμαρτύρητα. Κατέβασα το όπλο και με κουρέλια που εφοδιάστηκα και σαπούνι το έπλυνα, το καθάρισα, το σκούπισα με μια αίσθηση ιεροτελεστίας και με το δέος του νεοσύλλεκτου που πιάνει πρώτη φορά όπλο στα χέρια του. Ο παππούς μου με κατηύθυνε. Πήρα ένα χοντρό σπάγγο, έδεσα στην άκρη καθαρό πανί και το πέρασα μέσα από τις δύο κάνες πολλές φορές, μέχρι να γυαλίσουν. 
Ύστερα από τη διαδικασία της καθαριότητας και της "αναστήλωσης" του κυνηγετικού όπλου, μια διαδικασία που άγγιζε τα όρια θρησκευτικού μυστηρίου, έδειξα το δίκαννο που έλαμπε στον παππού. Αυτός έλαμπε περισσότερο από τον παλιό του σύντροφο. Σκέφτηκα πόση παρέα θα έκαναν χρόνια πολλά, δεκαετίες ολόκληρες, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Ξενύχτια στα βουνά της Ευρυτανίας, πρωινά γύρω από τη λίμνη πότε τη Λυσιμαχεία και πότε την Τριχωνίδα, βράδυα στις όχθες του μεγάλου ποταμού Αχελώου, όπου τα περάσματα των πουλιών, χειμώνες στους γύρω λόφους της πόλης μας για ορτύκια. Και κάποια ξεχωριστά νυχτερινά καλοκαίρια οι στημένες ενέδρες για λαγούς. Πέρασαν αστραπή από το μυαλό μου όλες οι σκηνές και μελαγχόλησα. Αγαπούσα τόσο τα πουλιά που μου ήταν αδιανόητο να τα αντικρύσω σκοτωμένα. Μου άρεσε πάντα το καλοκαίρι να αφήνω όλη τη νύχτα το παράθυρο του δωματίου μου ανοιχτό επειδή νωρίς το πρωί με ξυπνούσαν τα κελαηδίσματα των πουλιών πάνω στα δέντρα, πάνω από το σπίτι μας. Τι ευφροσύνη και ψυχική αγαλλίαση ήταν εκείνη όταν κάποια πρωινά απολάμβανα τη μαγεία της μουσικής των αηδονιών. Μόλις πρόσφατα με είχε αιχμαλωτίσει ένας στίχος του Γιώργου Σεφέρη καθώς ζούσαμε τα ίδια αισθήματα αυτός στην Κύπρο κι εγώ στο Αγρίνιο:  
"Τ’ αηδόνια  δεν μ’ αφήνουνε να κοιμηθώ στις Πλάτρες" 
Είχα κιόλας σχεδιάσει με πρώτη ευκαιρία να επισκεφτώ για πρώτη φορά το νησί της Αφροδίτης και η πρώτη μου εξόρμηση θα ήταν να ανεβώ σ’ αυτό το καταπράσινο και βαθύσκιωτο χωριό τις Πλάτρες και να περάσω όλη τη νύχτα ακούγοντας τ’ αηδόνια. Μάλιστα τόλμησα και χάραξα στο χαρτί μια δική μου παραλλαγή πάνω στο ίδιο θέμα, που την διάβαζα πολύ αργότερα και χαμογελούσα για τους εφηβικούς μου ενθουσιασμούς:  
"Παίξε με την κιθάρα της ψυχής σου των αηδονιών τη μουσική" 
-Πάμε απέναντι, είπε ο παππούς. 
Απέναντι ήταν το πατρικό μου σπίτι. Πήγαμε πίσω στον κήπο με τις ελιές. Με παρακάλεσε να κατεβώ στο κατώι και να βρώ ένα καπάκι από ντενεκέ, από αυτούς που βάζαμε μέσα τις ελιές, ένα άχρηστο καπάκι που θα είχε όμως και πιαστηράκι. Βρήκα πράγματι ένα παλιό καπάκι και όταν τόδειξα στον παππού μου έδωσε εντολή να το κρεμάσω με ένα συρματάκι στο κλωνάρι της κοντινής ελιάς.Παραμέρισα και παρακολουθούσα άφωνος τη σκηνή. 
Ο Παππούς πήρε το δίκαννο και με δυο κινήσεις παλαιού έμπειρου χειριστή έβαλε μέσα και τα δύο φυσίγγια. Ύστερα αργά αλλά σταθερά πλησίασε την ελιά από την οποία κρέμονταν το καπάκι. Στάθηκε σε μια απόσταση δέκα μέχρι δεκαπέντε μέτρων. Σήκωσε το δίκαννο και το ακούμπησε στον ώμο.  Το κρατούσε ίσο ολόισο σημαδεύοντας το στόχο. Μου φάνηκε προς στιγμήν πελώριος, γίγαντας έτσι όπως τέντωσε το σώμα του, άνοιξε τα πόδια του και στηλώθηκε γερά στη γη, καθώς έγινε ένα με το όπλο του. Πρόσεξα πως έτρεμαν ελαφρά τα γόνατά του στην υπερένταση που υπέβαλλε τον εαυτό του. Μεσολάβησαν μερικά δευτερόλεπτα λες και είχε σταματήσει ο χρόνος. 
Κι ύστερα, ξαφνικά, ταράχτηκε όλη η γειτονιά. Μπαμ, μπαμ… Μες στον καπνό ο παππούς κατέβασε το όπλο και με διέταξε. 
-Πήγαινε να ιδείς. 
Έτρεξα προς το στόχο. Το καπάκι ήταν χιλιοτρυπημένο. 
Γύρισα προς το μέρος του και φώναξα γεμάτος έκπληξη και χαρά στον άνθρωπο των εκατό σχεδόν χρόνων που ήταν μπροστά μου και μου φαινόταν μικρός θεός, ήρωας του ’21, μυθικό πρόσωπο. 
-Παππού πέτυχες ακριβώς το στόχο. Τον έκανες κόσκινο. 
Στήθηκε ευχαριστημένος μπροστά μου. Τα μάτια του γυάλιζαν από χαρά. Είδα στο πρόσωπό του το φως του θριάμβου. Και τότε διαπίστωσα το μεγαλείο του ανθρώπου. Είπε με τη σιγουριά του ανθρώπου που μόλις δοκίμασε τις αντοχές του: 
-Και βλέπω και με κρατάνε τα πόδια μου.

=============
=============
Το πορτραίτο του καθηγητή Αθ. Παλιούρα φιλοτέχνησε ο Αγρινιώτης ζωγράφος Αντώνης Ναστούλης.

 ====================

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ !!!




Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή, κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά - εκκλησιά με τ' άγιο θρόνος.

Αρχή που βγήκε ο Χριστός
Άγιος και Πνευματικός,
στη γη - στη γη να περπατήσει
και να μας - και να μας καλοκαρδίσει.

 

Άγιος Βασίλης έρχεται,
κι όλους μας καταδέχεται
από - από την Καισαρεία,
συ'σ'αρχό - συ'σ'αρχόντισσα κυρία.

Βαστά εικόνα και χαρτί
ζαχαρωκάντιο ζυμωτή
Χαρτί - χαρτί και καλαμάρι
Δες και με - δες και με το παλικάρι.

Το καλαμάρι έγραφε
τη μοίρα μου την έγραφε
και το - και το χαρτί ομίλει
Άγιε μου - Άγιε μου καλέ Βασίλη.
 


=============
=============

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

"Τα παιδιά"


...του Κώστα Χατζόπουλου

Τα Παιδιά



Και λέει πως είχαν έβγει τα παιδιά
και στάθηκαν στο γύρισμα του δρόμου.
Είχαν άνθη τριγύρω τα κλαδιά
και μαδούσαν στο γύρισμα του δρόμου,
και πουλιά κελαδούσαν στα κλαδιά
και χαρά ήταν το γύρισμα του δρόμου.
Και στο ρείθρο κυλούσε το νερό
και κυλούσε το ρείθρο τον αφρό
σα να τίναζαν κλώνοι τον ανθό,
και ήταν το φως, που χύνονταν,
ξανθό και κρεμούσε στο γύρισμα του δρόμου.
Και ξανθά ήταν αγόρια τα παιδιά
κι ήταν σαν άνθη ορθά στην αμμουδιά,
και κοιτάζαν στο γύρισμα του δρόμου,
κοιτάζαν πως γύρω στο νερό κορασιές
είχαν στήσει το χορό και τα ρόδα
στο γύρισμα του δρόμου
Και ξανθά είχαν μαλλιά κι οι κορασιές,
σαν αέρινες είχαν φορεσιές,
και τα χέρια τους ένευαν λευκά
και τα μάτια τους έλαμπαν γλαυκά.
Και οι κόρες κοιτούσαν τα παιδιά και γελούσαν,
και είχαν ρόδα και κρίνα στην ποδιά,
και γελούσαν οι κόρες στο παιδιά και τραγουδούσαν.
Και τα παιδιά ξεχάσανε τους τρεις,
που στο δρόμο περάσανε νωρίς,
και ξεχάσαν πως έφτανε η βραδιά,
και στεκόνταν στο γύρισμα του δρόμου
και κοιτάζαν τις κόρες στο νερό
πώς τινάζαν τα κρίνα στον αφρό,
πώς μαδούσαν το ρόδα στο νερό,
και κοιτάζαν στο θάμπωμα το ωχρό
πώς σκορπούσαν οι κόρες στον αφρό
και τα ρόδα στο γύρισμα του δρόμου
Και στεκόντανε τώρα τα παιδιά
και κοιτάζαν στο γύρισμα του δρόμου,
σα ν' ακούανε μόνο το νερό,
σα να βλέπανε μόνο τον αφρό
και το βράδυ στο γύρισμα του δρόμου.

=============
=============

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Παπαστράτεια Εκπαιδευτήρια




Όπως σε ολόκληρη την Ελληνική επαρχία, έτσι και στο Αγρίνιο, η Παιδεία, μέχρι το 1870, παρουσίαζε αρκετή καθυστέρηση. 
Αμέσως μετά την απελευθέρωση άρχισαν να λειτουργούν στην πόλη, διαδοχικά, τετρατάξια Δημοτικά Σχολεία και το  1836 ιδρύθηκε τριτάξιο «Ελληνικό Σχολείο», γνωστό ως Σχολαρχείο
Κατά το έτος 1887, επί δημαρχίας Μιχ. Μπέλλου, ιδρύθηκε στην πόλη μονοτάξιο δημοσυντήρητο Γυμνάσιο

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1892, πέθανε ο μεγάλος δωρητής του Αγρινίου, Δημήτρης Στάικος και άφησε στο Δήμο την ακίνητη περιουσία του για να δημιουργηθεί πλήρες Γυμνάσιο.

Εκδόθηκε μάλιστα σχετικό διάταγμα το οποίο προήγαγε το μέχρι τότε δημοσυντήρητο Γυμνάσιο Αγρινίου σε Γυμνάσιο ισότιμο με τα άλλα κρατικά Γυμνάσια και ρύθμιζε, σύμφωνα με τη βούληση του διαθέτη, τη διοίκηση και τη λειτουργία του κληροδοτήματός του.

Στο διάταγμα αυτό αναφέρεται:
 
«Το ήδη εν Αγρινίω δημοσυντήρητον Γυμνάσιον ονομάζεται Γυμνάσιον Δημητρίου Στάικου, ισοδύναμον τοις Γυμνασίοις του Κράτους. Η οικία του αειμνήστου Δημ. Στάικου θα χρησιμεύση ως διδακτήριον του Γυμνασίου, αι δε πρόσοδοι της περιουσίας αυτού θα δαπανώνται προς συντήρησιν αυτού».


Στην οικία, λοιπόν, του Δημ. Στάικου,στην οδό Βλαχοπούλου και Προυσιωτίσσης, στεγάστηκε αρχικά το Γυμνάσιο του Αγρινίου. 
Αργότερα το κτίριο αυτό κατεδαφίστηκε και στη θέση του δημιουργήθηκε και λειτουργεί μέχρι σήμερα, ο 6ος Παιδικός Σταθμός.
Το κτίριο στο οποίο στεγαζόταν το Γυμνάσιο δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του. Την κατάσταση αυτή έρχεται να επιδεινώσει, ακόμα περισσότερο, κατά το 1922, η Μικρασιατική Καταστροφή. Αρκετοί πρόσφυγες είχαν καταφύγει στο Αγρίνιο, όπως άλλωστε και σε ολόκληρη την Ελλάδα. 

Ο διδακτικός σύλλογος του Γυμνασίου και οι διδάσκοντες στο Β' Ελληνικό Σχολείο, σε κοινή συνεδρίαση (πράξη 12/14-10-1922) αποφάσισαν «να λειτουργήση εν τρισίν αιθούσαις του Γυμνασίου, εφ' όσον το ίδιον διδακτήριον διατελεί κατειλημμένον υπό των προσφύγωv».

Το διδακτικό προσωπικό του Γυμνασίου είναι αρκετά περιορισμένο και δεν είναι σε θέση να καλύψει ούτε τις βασικές ανάγκες. Καθηγητές διορίζονται, αλλά δεν προσέρχονται να αναλάβουν υπηρεσία, με αποτέλεσμα, κάθε τόσο, να γίνεται νέα διανομή των μαθημάτων και να γίνεται περικοπή του προβλεπόμενου για κάθε μάθημα προγράμματος, πράγμα που αποβαίνει προς ζημία των μαθητών και καθιστά δύσκολη την αποστολή του διδακτικού προσωπικού. 

Ο ίδιος ο Γυμνασιάρχης, εκτός από τα αυξημένα διοικητικά καθήκοντα, από τον έλεγχο και την εποπτεία για την ομαλή λειτουργία του Σχολείου και την εφαρμογή του προγράμματος, αναγκάζεται να διδάσκει δώδεκα ώρες την εβδομάδα, δέκα ώρες Ελληνικά και δύο ώρες Λογική. 
Το 1921 ψηφίζεται νέος νόμος για τα μαθήματα που πρέπει να διδαχτούν κατά το σχολικό έτος 1921-1922.

Σημαντικά προβλήματα δημιουργούνται επίσης στον τομέα της επιμέλειας και της διαγωγής των μαθητών. 

Η προέλευση των μαθητών που φοιτούν στο Γυμνάσιο του Αγρινίου είναι ποικίλη∙ οι συνθήκες της διαβίωσής τους, όχι ευνοϊκές. 
Συχνά παρατηρούνται αδικαιολόγητες απουσίες, επιδεικνύεται αμέλεια εκ μέρους ορισμένων μαθητών και παρουσιάζονται κρούσματα κακής συμπεριφοράς τους. Στο θέμα των υποχρεώσεων  των μαθητών απέναντι στο Σχολείο και στους γονείς τους, η διεύθυνση είναι αμείλικτη.
Έτσι μαθητής «...όστις δε φοιτά μεν εις την σχολήν, θαμίζει (=συχνάζει) δ' εις απηγορευμένα κέντρα παντάπασιν επιλήσμων των μαθητικών υποχρεώσεων και καθηκόντων, ει και ανενέωσε την εγγραφήν, προς παραδειγματισμόν αποβάλλει αυτόν επί μίαν εβδομάδα», άλλος μαθητής πάλι αποβάλλεται «...επί οκτώ ημέρας διά διαγωγήν απάδουσαν εις το μαθητικόν αξίωμα».
Πατήστε για μεγέθυνση


Με τη δέουσα σοβαρότητα αντιμετωπίστηκε  και το διδακτηριακό πρόβλημα όχι μόνο του Γυμνασίου, αλλά και όλων των σχολικών μονάδων που λειτουργούσαν στο Αγρίνιο. 
Είχε διαπιστωθεί ότι η Δημοτική και εν μέρει η Μέση Εκπαίδευση στην πόλη αυτή, ήδη από το 1892, ήταν προσφορά της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η συγκυρία ήταν αρκετά ευνοϊκή και την εκμεταλλεύτηκε, με μαεστρία, ο τότε Γυμνασιάρχης Γεώργιος Καλούδης. 
Στο Αγρίνιο υπήρχαν, εκείνη την εποχή, οι μεγάλοι έμποροι καπνού, οι αδελφοί Παπαστράτου. Αυτοί φάνηκαν αρκετά πρόθυμοι για την επίλυση του στεγαστικού προβλήματος της Εκπαίδευσης στο Αγρίνιο. 
Με τους αδελφούς Παπαστράτου ήρθε σε επικοινωνία ο Καλούδης. Τα γεγονότα όμως που ακολούθησαν, ιδιαίτερα δε η Μικρασιατική Καταστροφή, δεν επέτρεψαν την υλοποίηση αυτού του μεγαλεπήβολου σχεδίου, κατά το σύντομο διάστημα της παραμονής του Καλούδη στο Αγρίνιο(1921-1923).

Πατήστε για μεγέθυνση

Αυτό το σχέδιο όμως δεν το λησμόνησε ο Καλούδης. Έτσι, αργότερα, κατά τη λαμπρή για την εκπαίδευση περίοδο 1928-1932, ως βουλευτής πλέον ο Καλούδης με πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο και Υπουργό Παιδείας το Γ. Παπανδρέου, δε λησμόνησε το Αγρίνιο. Πρόσφερε τις προσωπικές του υπηρεσίες και συνήργησε ώστε το μεν Κράτος να αναλάβει την ανέγερση τριών διδακτηρίων, οι δε αδελφοί Παπαστράτου την ανέγερση του Γυμνασίου και του 5ου Δημοτικού Σχολείου. 
Το 1933, το Γυμνάσιο μεταστεγάζεται από την οικία Στάικου στα Παπαστράτεια Εκπαιδευτήρια.



Το 1932 έγιναν τα εγκαίνια των νέων εκπαιδευτηρίων παρουσία του τότε υπουργού  Παιδείας Γ.Παπανδρέου και του βουλευτή και πρώην Γυμνασιάρχου Γεώργιου Καλούδη, καθώς και του Δημοτικού Σχολείου στον προσφυγικό οικισμό του Αγίου Κωνσταντίνου. 
Στην ομιλία του, κατά τα εγκαίνια, ο Γ. Παπανδρέου τόνισε: 

«Σας παραδίδω έναν νέον Παρθενώνα».


πηγή : Εκπαιδευτικός "Γ. Καλούδης"

====================================
====================================

 

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Σιγαρόχαρτα καπνοπαραγωγών και Χαβάνι








Αυτά τα ροζ σιγαρόχαρτα παραχωρήθηκαν στις 1 Ιουνίου 1927, σε ορισμένη ποσότητα και για προσωπική τους χρήση, στους καπνοπαραγωγούς που καλλιεργούσαν πάνω από δύο στρέμματα.


===============
===============





 "ΧΑΒΑΝΙ"  το χρησιμοποιούσαν για να κόβουν καπνό.


===============
===============

Έτσι ταξίδευε ο καπνός....


....του Αγρινίου σ΄ όλον τον κόσμο.





================
================




================
================

Έχω μετανοιώσει...


Τέλειωσα το εξατάξιο γυμνάσιο το 1975 και όπως κάθε νέος της εποχής που "σεβόταν τον εαυτό του", έψαχνα απεγνωσμένα τρόπους να φύγω από την γενέτειρα πόλη μου, το Αγρίνιο. Βλέπετε έπρεπε να ακολουθήσω κι εγώ την μόδα της εποχής : να πάω στην πρωτεύουσα. Να φύγω και να ρίξω "μαύρη πέτρα" πίσω μου.
"Πού θα πας παιδί μου; Δόξα τω Θεώ, έχεις στρωμένη δουλειά εδώ, πώς θα τα βγάλεις πέρα μόνη σου;"

Εγώ όμως τα κατάφερα κι έφυγα!!
Έφυγα και για μια δεκαετία σκαρφιζόμουν ένα σωρό δικαιολογίες να μην ανεβαίνω ούτε Χριστούγεννα, ούτε Πάσχα, ούτε εκλογές.
Τα κατάφερα και μαζί μ'αυτό κατάφερα να γίνω ένας από τους πολλούς που κοιτάνε πίσω με νοσταλγία κι αποζητάνε να γυρίσουν πάλι.
Έχω νοσταλγήσει να περπατήσω στους δρόμους που μεγάλωσα του Αγίου Χριστοφόρου, να κάνω μια απογευματινή βόλτα στο Πάρκο, όπως τότε που πηγαίναμε με τις φίλες μου στα κλεφτά, έτσι για να δούμε και να μας δει ο "όμορφος" από το  Αρρένων. Και αν τύχαινε και μας έριχνε και καμμιά ματιά, ε! τότε ήταν το θέμα συζήτησης για μια βδομάδα!!
Έχω νοσταλγήσει να βρεθώ με τις φίλες μου και να ξεφυλλίσουμε τα μαθητικά μας λευκώματα με τις βαρύγδουπες ερωτήσεις : "Τι εστί έρως;", "Τι εστί γυνή;", "Ποιό είναι το πιο κρυφό σου όνειρο;", κι άλλα τέτοια...Τα λευκώματα που τα κρύβαμε και τα ανταλλάζαμε το Σάββατο να γράψουμε η μία στης άλλης (πάντα με ψευδώνυμο) και την Δευτέρα όλο περιέργεια να τα διαβάσουμε...
Έχω νοσταλγήσει να περάσω έξω από το σχολείο μου, που εκ των υστέρων παραδέχτηκα οτι πέρασα τα καλύτερα και πιο ανέμελα χρόνια της ζωής μου.
Την λιτανεία της ενορίας μου,του Αγίου Χριστοφόρου, την συγκέντρωση των Επιταφείων στην Πλατεία, τα Χαλκούνια...
Και το κυριώτερο! Έχω νοσταλγήσει να μείνω στο πατρικό μου, να καθίσω στο μεγάλο δωμάτιο (έτσι το λέγαμε) με το τζάκι. Αυτό το τεράστιο δωμάτιο με τις δυό ντιβανοκασέλες,το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, την ξύλινη ντουλάπα και τον γείκο πίσω από την πόρτα.Το δωμάτιο που ήταν τρία σε ένα! Υπνοδωμάτιο των παιδιών, γραφείο (στο τραπέζι γράφαμε και διαβάζαμε εγώ κι ο αδελφός μου) και  καθιστικό.
Να προσπαθήσω, στην λατρεμένη κουζίνα της μαμάς, να ξαναμυρίσω τις πιο ευωδιαστές μυρωδιές του κόσμου. Τις μυρωδιές που χάϊδευαν τα ρουθούνια μας όταν γυρνούσαμε πεινασμένοι από το σχολείο.
Να καθήσω στην τσιμεντένια αυλή, να μυρίσω την πανδαισία αρωμάτων από το αγιόκλημα που σκαρφάλωνε στην ταράτσα του σπιτιού, τα Αη-Δημητριάτικα,τις τριανταφυλλιές και την τεράστια λεμονιά που ήταν πάντα φορτωμένη.

Τι έχω χάσει όλα αυτά τα χρόνια;

Γι αυτό μετανοιώνω....

Μ.Κ.

Ένα κείμενο που μας έστειλε μια Αγρινιώτισσα που μένει μόνιμα εδώ και 32 χρόνια στην Αθήνα.


=============================

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Ασπρόμαυρες αναμνήσεις



Το Καπνεργοστάσιο Χασουράκη  βρισκόταν επί της Παπαστράτου και Σουλίου. Υψηλής αισθητικής και το διόροφο οίκημα δίπλα από το καπνεργοστάσιο,όπου ήταν η οικία του Χασουράκη.




================
================


Στο συντριβάνι, οι αποθήκες Παπαστράτου.



================
================



Πλατεία Χατζοπούλου




================
================



Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Χριστούγεννα του χωριού




του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου


Μὲς τὴν ἀχνόφεγγη βραδιὰ
πέφτει ψιλὸ-ψιλὸ τὸ χιόνι,
γύρω στὴν ἔρμη λαγκαδιὰ
στρώνοντας κάτασπρο σεντόνι.

Οὔτε πουλιοῦ γροικᾶς λαλιά,
οὔτ᾿ ἕνα βέλασμα προβάτου,
λὲς κι ἁπλωμένη σιγαλιὰ
εἶναι κεῖ ὁλόγυρα θανάτου.

 Μὰ ξάφνου πέρα ἀπ᾿ τὸ βουνὸ
γλυκὸς σημάντρου ἦχος γροικιέται,
ὡσὰν βαθιὰ ἀπ᾿ τὸν οὐρανὸ
μέσα στὴ νύχτα νὰ σκορπιέται.

 Κι ἀντιλαλεῖ  τερπνὰ-τερπνὰ
γύρω στὴν ἄφωνη τὴν πλάση,
καὶ τὸ χωριὸ γλυκοξυπνᾶ
τὴν ἅγια μέρα νὰ γιορτάσει.




Τρίτη, 14 Δεκεμβρίου 2010

Ο τύπος του Αγρινίου...


.... από το 1821 (Α')

Το Αγρίνιο ήταν από τις πρώτες επαρχιακές πόλεις που είχε την δική του φωνή. Πολλές οι εφημερίδες που εκδόθηκαν κατά καιρούς στην πόλη μας.




Από το βιβλίο "ΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ ΚΑΠΟΤΕ" του Α. Μπαρχαμπά
"Ο ΑΧΕΛΩΟΣ" - Πρωτοεκδόθηκε το 1822 . Συντάκτης και διευθυντής ήταν ο Νικόλαος Λουριώτης. Η εφημερίδα ήταν χειρόγραφη και διασώζεται ένα μόνο φύλλο, το υπ΄ αριθμόν 1 με χρονολογία 24 Φεβρουαρίου 1822 .



"ΑΙΤΩΛΙΑ" - Πρωτοεκδόθηκε το 1880 . Συντάκτης και διευθυντής ο Γ. Σταυρόπουλος. Διασώζονται φύλλα της εφημερίδας στην Εθνική Βιβλιοθήκη και στην βιβλιοθήκη της Βουλής. Από τα αρκετά αρκετά φύλλα της εφημερίδας που διασώζονται, μαθαίνουμε πολλά για την ζωή του Αγρινίου εκείνα τα χρόνια. Έτσι μαθαίνουμε οτι το 1885 στο Αγρίνιο είχε πέσει θανατηφόρο κύμα χολέρας.

"ΑΧΕΛΩΟΣ" - Πρωτοεκδόθηκε το 1884 στην Αθήνα με θέματα και ειδήσεις του Αγρινίου. Συντάκτης και διευθυντής ο Φώτης Μαυρογόνατος ή Παπαδημητρίου.  Το 1885  αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν επειδή μέσω της εφημερίδας "χτυπούσε" τους ισχυρούς της εποχής. Έτσι  ο Μαυρογόνατος ήρθε στο Αγρίνιο και συνέχισε να εκδίδει την εφημερίδα του με διαφορετικό όμως όνομα : "ΤΡΙΧΩΝΙΑ". Διέκοψε την έκδοσή της το 1886. Το 1887 όμως ο "ΑΧΕΛΩΟΣ" επανεκδόθηκε ξανά από την Αθήνα.

"ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΟΝ" - Πρωτοεκδόθηκε το 1886 από τον Γ. Σταυρόπουλο με αρχισυντάκτη τον Τηλέμαχο Μπέλλο (αδελφό του τότε δημάρχου Μιχαήλ Μπέλλου),  χωρίς να έχει μακριά πορεία. Την επόμενη χρονιά συνέχισε την πορεία της με τον τίτλο "ΠΟΛΙΤΗΣ". Διασώζονται στην βιβλιοθήκη της Βουλής τα φύλλα 2,3 και 4.

"ΑΙΤΩΛΙΚΗ  ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΙΑ" - Πρωτοεκδόθηκε το 1887 από τον Αγρινιώτη δάσκαλο και συγγραφέα Θεόδωρο Χαβέλα. Διασώζονται λίγα φύλλα της εφημερίδας στην βιβλιοθήκη της Βουλής. Ο Χαβέλας ήταν φίλος του Γ. Σουρή και αναδημοσίευε πολλά σατυρικά ποιήματά του στην εφημερίδα του.

"ΠΟΛΙΤΗΣ" - Ο Γ. Σταυρόπουλος την πρωτοεκδίδει το 1889 αλλά όταν το 1891 ο Σταυρόπουλος πέθανε την εφημερίδα την ανέλαβε ο Γ. Βλαχόπουλος. Το 1894 ανέλαβε την έκδοσή της ο Π. Ζωγράφος με τον τίτλο "ΑΓΡΙΝΙΟΝ". Διασώζονται μερικά φύλλα του "Πολίτη" στην βιβλιοθήκη της Βουλής. Από το φύλλο του "Πολίτη" της 18ης Αυγούστου 1889, πληροφορούμαστε οτι το βράδυ της 13ης Αυγούστου  στο Αγρίνιο έγινε καταστροφικός σεισμός με αποτέλεσμα 100 σπίτια να γκρεμιστούν, 20 να μείνουν κατοικήσιμα  και όλα τα υπόλοιπα να υποστούν ανεπανόρθωτες ζημιές. Εκατοντάδες τα θύματα του σεισμού, ενώ όλες οι δημόσιες υπηρεσίες έμειναν χωρίς κτίρια και στάλθηκαν 50 σκηνές για την προσωρινή στέγαση.

Από το βιβλίο "ΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ ΚΑΠΟΤΕ" του Α. Μπαρχαμπά





 "ΑΓΡΙΝΙΟΝ" -  Το 1894 σαν συνέχεια του "Πολίτη" εκδίδεται από τον γνωστό τότε δημοσιογράφο Πάνο Ζωγράφο.





 "ΤΡΙΧΩΝΙΑ" - Εκδίδεται από τον Ιωάννη Ρόκο το 1895. Στην εφημερίδα δημοσίευε άρθρα του και ο Δ. Χατζόπουλος.

 "ΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟΝ" - Το 1904 την εκδίδει ο Διονύσιος Καραγιάννης αλλά ύστερα από διαμαρτυρίες του Π. Ζωγράφου οτι του έκλεψε τον τίτλο, διέκοψε την έκδοσή της. Αντί αυτής εκδίδει την "ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΗ".

"ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΗ" - Από το 1904 μέχρι το 1906 

"ΚΡΑΥΓΗ" - Την εκδίδει το 1906 από το Μεσολόγγι ο Ι.Καλιαμπάκος. Την μεταφέρει στο Αγρίνιο και συνεχίζει να την εκδίδει μέχρι τα τέλη του 1907.

"ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΟΝ" - Από το 1907 με ιδιοκτήτη τον Διονύσιο Καραγιάννη και διευθυντή μέχρι το 1910 τον Ι. Οικονομόπουλο. Από το 1910 έως το 1916 ανέλαβε την διεύθυνσή της ο Γ. Κουτσονίκας.

 "ΦΩΣ" - Η πρώτη ημερήσια εφημερίδα που εκδίδεται στο Αγρίνιο από τους Γ. Κουτσονίκα και Διονύσιο Καραγιάννη. Εκείνη την εποχή  χάρις στην σιδηροδρομική συγκοινωνία, έφταναν στο Αγρίνιο οι Πατρινές Εφημερίδες με πλούσια ύλη και  ωραίο σχήμα. Το "ΦΩΣ" δεν μπόρεσε να τις συναγωνιστεί και σταματάει την λειτουργία της πριν κλείσει ένα χρόνο.

"ΑΜΥΝΑ" - Κι αυτή είχε την ίδια τύχη αφού εκδόθηκε μόνο για λίγους μήνες από τον Μιλτιάδη Τζάνη το 1916.

Από το βιβλίο "ΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ ΚΑΠΟΤΕ"







 "ΘΑΡΡΟΣ" - Γι αυτή την εφημερίδα είχε γράψει ο Κωστής Παλαμάς το "ΒΡΑΧΩΡΙ" τον Δεκέμβριο του 1926. Την εξέδιδε ο Μιλτιάδης Τζάνης με τον Θεόδωρο Δαρρείο. Συνεργάστηκαν μαζί τους ο Δημάδης, ο Γ. Τσακανίκας, ο Γ. Τζωρτζόπουλος κι άλλοι.


  


"ΦΩΣ" - Εκδόθηκε το 1927 από τον Μιλτ. Τζάνη και αποτελεί σταθμό για τον επαρχιακό τύπο λόγω του σχήματός της (μεγάλο σχήμα), της επιμέλειας της σύνταξής της και της ύλη της.Είναι η πρώτη Αγρινιώτικη εφημερίδα που συναγωνίζεται τις Αθηναϊκές.  Από τις στήλες του "Φωτός" είδαν το φως της δημοσιότητας ποιήματα και πεζά των Αγρινιωτών λογοτεχνών Τσακανίκα, Δημάδη, Γεράκη, Κυριαζή κ.α.

 "ΤΡΙΧΩΝΙΣ" - Την εξέδιδε από το 1929 ο Βασίλης Κρίντας με αρχισυντάκτη τον Πάνο Βλασσόπουλο. Συναγωνίζεται σε ύλη και μορφή το "Φως" και θεωρείται από τα καλύτερα επαρχιακά φύλλα. Συνεργαζόταν με τους πιο γνωστούς λόγιους των Αθηνών και όλοι οι Αγρινιώτες λογοτέχνες δίνουν σπάνιο υλικό για να δημοσιευτεί στα φύλλα της. Σ' αυτή την εφημερίδα είναι πλούσιο και το ποιητικό υλικό του  Πάνου Βλασσόπουλου που δημοσιεύεται. Σταματάει να εκδίδεται το 1935.

 "ΠΑΡΑΓΩΓΟΣ" - Η "Ένωσις Καπνοπαραγωγών Αιτωλοακαρνανίας" εξέδιδε αυτή την εφημερίδα από το 1934 έως το 1935. 

"ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ" - Εβδομαδιαία εφημερίδα που εκδίδεται από το 1935 έως το 1940. Κάνοντας μια μικρή διακοπή κατά την περίοδο της Κατοχής συνέχισε να εκδίδεται μέχρι το 1967 που σταματάει οριστικά. Εκδότης ο Πάνος Βλασσόπουλος. Με πολύ καλή μορφή και προσεγμένη ύλη συναγωνιζόταν τα καλύτερα φύλλα της εποχής εκείνης.( Για τον Πάνο Βλασσόπουλο θα έχουμε ειδική αναφορά γιατί εκτός από εκδότης και ποιητής, θεωρείται ένας από τους πρωτοπόρους του επαρχιακού τύπου.)

Aπό elia.org.gr


"ΔΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ" - Εκδίδεται το 1940 από τον Γ. Γιάγκα και Γ. Κουτσονίκα















 












Πηγή : ΤΟ ΑΓΡΙΝΙΟ ΑΠ' ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ 
του Θεοδώρου Θωμοπούλου

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Νικόλαος Παναγιώτου ή Κουμπούρας





Στην συμβολή των οδών Δαγκλή, Δεληγιώργη και Μακρή, υπάρχει  μια τριγωνική μικρή πλατεία.
Εκεί βρίσκεται μια προτομή ενός Αγρινιώτη Μακεδονομάχου, του  Νικολάου Παναγιώτου ή  Κουμπούρα. 


Πλατεία Κουμπούρα στο Αγρίνιο




Είναι αλήθεια οτι λίγοι Αγρινιώτες γνωρίζουν ποιός είναι ο Παναγιώτου Νικόλαος ή Κουμπούρας.
Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1880. Οι γονείς του ήταν καπνεργάτες. Από μικρό παιδί δούλευε κι αυτός στα χωράφια.
Το 1907, όταν ο Μακεδονικός Αγώνας είχε ανάψει για τα καλά, παίρνει την απόφαση και φεύγει για την Μακεδονία.
Μπαίνει στην ομάδα του καπετάν Μητρούση.
 Ο Μητρούσης Γκογκολάκης καταγόταν από το χωριό Χομόνδος Σερρών.  Ξεκίνησε από φιλήσυχος γεωργός και παλαιστής των πανηγυριών, για να γίνει ήρωας του Μακεδονικού αγώνα.
Μια μέρα το 1907, βουλγαρική συμμορία υπό τον αρχικομιτατζή Αραμπατζή, εκμεταλλευόμενη την απουσία του Γκογκολάκη, έβαλε φωτιά στο σπίτι του και κατέσφαξε ολόκληρη την οικογένεια του. Ο Μητρούσης όταν επέστρεψε κι αντίκρισε το θλιβερό θέαμα των πτωμάτων των αγαπημένων του, ορκίσθηκε εκδίκηση.
Συγκρότησε σύντομα δικό του ανταρτικό σώμα και άρχισε τη δίωξη των κομιτατζήδων.
Με την εθνική του δράση έγινε ο φόβος των Βουλγάρων Κομιτατζήδων.
Στο πλευρό του πολεμούσαν ο παιδικός του φίλος Αθανάσιος Γιοβάνης, ο συμπατριώτης του Μιχάλης Ουζούνης, ο  Γιάννης Ούρδας και ο Θεόδωρος Τουρλεντές από το Λεοντάριο. Στην ομάδα του μπαίνει και ο Νικόλαος Παναγιώτου από το Αγρίνιο.
Στις 13 Ιουλίου 1907, ημέρα Παρασκευή, ο Καπετάν Μητρούσης κυνηγώντας με τα παλικάρια του τους Βουλγάρους μπήκε στις Σέρρες και κρύφτηκε στο σπίτι του Παπαθανάση, ιερέα του ναού της Αγίας Ευαγγελίστριας στα Κάτω Καμενίκια.
Η παραμονή του όμως στην πόλη προδόθηκε στους Τούρκους και αμέσως 12.000 τούρκοι στρατιώτες κύκλωσαν τη συνοικία.
Ο Καπετάν Μητρούσης τότε εγκατέλειψε το σπίτι του ιερέα και κατέφυγε με τους 5 άνδρες του στο καμπαναριό της εκκλησίας.
 Στη μάχη που ακολούθησε πήρε μέρος ολόκληρη η τουρκική φρουρά Σερρών και 500 άτακτοι. Σκοτώθηκαν 35 Τούρκοι στρατιώτες, ένας αστυνομικός και ο διοικητής της αστυνομίας. 
Από τους πέντε Έλληνες, ο Τουρλεντές που ήταν φοιτητής της νομικής, σκοτώθηκε στο καμπαναριό της εκκλησίας, ο Μητρούσης και ο Μιχάλης Ουζούνης αυτοκτόνησαν για να μην πέσουν ζωντανοί στα χέρια των τούρκων και οι Ούρδας και Παναγιώτου πιάστηκαν, αφού πρώτα προσπάθησαν κι αυτοί να αυτοκτονήσουν.
Η ηρωική αυτή μάχη  έχει μείνει γνωστή ως  «μάχη της Ευαγγελίστριας».
Το πρωινό της 3ης Δεκεμβρίου του 1907 οι Γιοβάνης Ούρδας και Νίκος Παναγιώτου οδηγήθηκαν στην πλατεία Ατ Παζάρ που βρισκόταν πίσω από το Διοικητήριο της πόλης των Σερρών για να εκτελεστούν με απαγχονισμό.  
 Αναδείχτηκαν αντάξιοι του αρχηγού τους. Μπροστά από τις δυό κρεμάλες ζητωκραύγαζαν για την Ελλάδα και έβριζαν τους Τούρκους.
 Ο Νίκος Παναγιώτου λίγο πριν τον θάνατό του απευθύνθηκε στους Έλληνες ομογενείς που έσπευσαν να τους συμπαρασταθούν λέγοντας: 
"Έλληνες, οι προαιώνιοι εχθροί της πίστεως και της πατρίδος, μας κρεμώσι σήμερον ως μάρτυρας. Ούτε κλέπτας ούτε ατίμους. Να μας εκδικηθήτε και να κρεμάστε στην θέσι μας διακόσιους πασάδες και τριακόσιους μπέηδες. Ζήτω το Έθνος. Ζήτω η μεγάλη Ελλάς. Ζήτω η Μακεδονία".

Όλος ο ελληνικός πληθυσμός των Σερρών ήταν στο πόδι. Οι Σερραίοι μάλιστα εκείνη τη μέρα σε ένδειξη διαμαρτυρίας έκλεισαν όλα τα καταστήματα. Ερημώθηκε ή αγορά και όλη ή πόλη. Οι Τούρκοι δεν άφησαν επίσης να παρακολουθήσει  κανένας την κηδεία του Μητρούση και των δυό συντρόφων του.


=================
=================

Πηγές : Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Σερρών
            epoxi.gr


Καλικάντζαροι





Ποιός δεν θυμάται, μέρες που είναι, τα πιο δημοφιλή όντα της λαϊκής μας παράδοσης;
Οι Καλικάντζαροι, τα μαύρα,άσχημα,μαλλιαρά, τραγοπόδαρα όντα που όλο τον χρόνο, εκτός από το Δωδεκαήμερο (τις μέρες μεταξύ των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων), ζουν στα έγκατα της γης. Όλο τον χρόνο προσπαθούν να ροκανίσουν τον κορμό του δέντρου που στηρίζει την γη. Άλλοι με τα νύχια τους, άλλοι με πριόνια, άλλοι με τσεκούρια αδυνατίζουν το στήριγμα της γης.
Την Παραμονή των Χριστουγέννων το δέντρο έχει σχεδόν κοπεί αλλά για καλή τύχη των ανθρώπων έχει έρθει η ώρα που οι Καλικάντζαροι αφήνουν την δουλειά τους και ανεβαίνουν στην επιφάνεια της γης για να κάνουν τις σκανταλιές τους.
Την παραμονή, λοιπόν, των Χριστουγέννων εγκαταλείπουν τις «ξυλουργικές» τους εργασίες και κατά χιλιάδες ξεχύνονται στην γη. Βγαίνουν από σπηλιές, ρωγμές του εδάφους, πηγάδια, ακόμα και από μυρμηγκότρυπες αφού ορισμένοι από αυτούς είναι πιο μικροί και από μυρμήγκια.
Επειδή όμως φοβούνται το φως του ήλιου, κρύβονται κατά την διάρκεια της ημέρας και κάνουν τις σκανταλιές τους μόνο όταν πέσει το σκοτάδι.
Μόλις, λοιπόν, νυχτώσει εμφανίζονται στους δρόμους και αλίμονο σε όποιον πέσει στα χέρια τους. Ανεβαίνουν στην πλάτη του, τον πειράζουν και χορεύουν γύρω του εμποδίζοντας τον να γυρίσει στο σπίτι του. Αλλά δεν σταματούν εκεί. Προσπαθούν να τρυπώσουν μέσα στα σπίτια και να κάνουν ζημιές, να μαγαρίσουν τα φαγητά και να πειράξουν τους ανθρώπους. Αυτά και άλλα πολλά κάνουν οι καλικάντζαροι, αλλά και οι άνθρωποι δεν μένουν με τα χέρια σταυρωμένα. Έχουν ανακαλύψει αρκετούς τρόπους άμυνας.
Διαβάστε τους με προσοχή γιατί ποτέ δεν ξέρετε, όλο και κάποιος καλικάντζαρος θα εμφανιστεί μπροστά σας τις ημέρες των εορτών ή θα προσπαθήσει να μπει στο σπίτι σας.
 Η αγαπημένη είσοδος των καλικαντζάρων για να μπουν στα σπίτια, είναι η καμινάδα του τζακιού. Επειδή όμως φοβούνται την φωτιά, πρέπει να προσέξετε όλο το Δωδεκαήμερο να καίει σε αυτό φωτιά.
 Αν τώρα προσπαθήσουν να μπουν από την εξώπορτα του σπιτιού, τότε χρησιμοποιούμε το κόλπο των "μαθηματικών".Οι καλικάντζαροι ξέρουν να μετρούν μόνο μέχρι το 2. Έτσι τοποθετώντας ένα κόσκινο στην εξώπορτά μας, και με δεδομένη την απαράμιλλη περιέργεια και βλακεία τους, θα αρχίσουν να μετράνε τις τρύπες του. Αυτό θα τους καθυστερήσει μέχρι να ανατείλει ο ήλιος και τότε θα πάνε να κρυφτούν αφήνοντας μας ήσυχους.
Μπορούμε να εφαρμόσουμε όμως και την αντίθετη τεχνική. Αντί να τους διώξουμε τους παίρνουμε  με το καλό, ρίχνοντας στα κεραμίδια του σπιτιού γλυκά.
Όλα αυτά για 12 μόνο μέρες. Και έφτασε η στιγμή που θα επιστρέψουν βαθιά στην γη.

Όμως τις δώδεκα αυτές μέρες που λείπουν, ο κορμός έχει ξαναμεγαλώσει, έχει δυναμώσει.
Έτσι όταν επιστρέφουν πια μετά τα Θεοφάνεια στα βάθη της γης, ξαναρχίζουν το ροκάνισμα μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα.
Αυτό επαναλαμβάνεται χρόνια τώρα και έτσι ο μύθος των Καλικαντζάρων "ζει και βασιλεύει".

Ένα δώρο από μένα για τις γιορτές των Χριστουγέννων που έρχονται, για μας, να ξανανοιώσουμε για λίγο παιδιά αλλά και για τα παιδιά μας....για να τα θυμούνται κι αυτά μετά από χρόνια και μαζί με αυτά τα ωραία "παραμύθια", θα θυμούνται κι εμάς με γλυκύτητα!!!

ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ!!!


Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Νικόλαος Παναγιώτου ή Κουμπούρας


Ο Αγρινιώτης Μακεδονομάχος

Η Πλατεία Κουμπούρα (Δεκαετία '40)



Να πως ιστορεί τον ήρωα, ο Κώστας Τριανταφυλλίδης (Ρίζα Αγρινιωτών)
 


«Ο Νικόλαος Παναγιώτου γεννήθηκε στο Αγρίνιο στα 1880. Ο πατέρας του ήταν καπνεργάτης. 
Κοντά στους γονείς του πέρασε τα τρυφερά παιδικά του χρόνια και μαζί τους έζησε την πικρή ζωή της εργατιάς.
Στα 1897, αν και έφηβος ακόμα, έζησε σπαραχτικά την εθνική ταπείνωση. Τότε ήταν που άναψε μέσα του ο καημός της ελευθερίας. 
Γι' αυτό κι όταν, στην ανατολή του αιώνα μας, ακούστηκε το μήνυμα του Μακεδονικού Αγώνα, ο νεαρός Νικόλαος Παναγιώτου έγινε ένας από τους ευπαθέστερους και ενθουσιωδέστερους δέκτες του. 
Μέσα του οι μορφές του Μίκη Ζέζα (Παύλου Μελά) και του Ίδα (Ίωνα Δραγούμη) έγιναν ιερά εικονίσματα.
Άνοιξη του 1907 πρέπει να ήταν, όταν πήρε τη μεγάλη απόφαση.
"Πατέρα, είπε, θα φύγω".
Εκείνος είπε "Ναι".
Πήρε λοιπόν την ευχή του πατέρα και της μάνας του και τράβηξε για τα Μακεδονίτικα βουνά. Εκεί έδινε τη μάχη το Μακεδονικό Κομιτάτο.
"Άγνωστος και άσημος, πλην όμως τίμιος δουλευτής, γεμάτος όνειρα και ιδανικά, παράτησε τη γενέτειρά του... δρασκέλισε, πετώντας σαν σταυραετός τα σύνορα κι ήλθε σ' εμάς σαν άγγελος εμψυχωτής"                              

Στο νομό Σερρών τότε είχε σηκώσει μπαϊράκι ο Καπετάν Μητρούσης (Γκογκολάκης).
Ο καπετάν Μητρούσης καταγόταν από το χωριό Χομόνδο. Μετά τη σύμπηξη της ομάδας του, περιέτρεχε ασυγκράτητος τα χωριά του κάμπου των Σερρών για να τ' απαλλάξει από την Τρομοκρατία του αρχικομιτατζή Τάσκα.
Ο ίδιος ο αρχικομιτατζής θαύμαζε την ηράκλεια δύναμη και την αντρειοσύνη του και τον κάλεσε να τον κάνει πρωτοπαλλήκαρό του. 
Η απάντηση ήταν κοφτή κι έγινε από τότε παροιμιώδης:
«Εγώ Έλληνας γεννήθηκα κι Έλληνας θ' αποθάνω!»
Κι εκείνος, για να τον εκδικηθεί, μπαίνει μια νύχτα στο σπίτι του, όταν ετούτος έλειπε, και του 'σφαξε γυναίκα και παιδί της κούνιας. 
Από τότε τίποτε πια δεν μπορούσε να παρηγορήσει τον Καπετάνιο.

Στις 13 Ιουλίου 1907 το σούρουπο μπαίνει στην τουρκοκρατούμενη πόλη των Σερρών. 

Μαζί του είναι ο Νίκος Παναγιώτου ή Κουμπούρας από το Αγρίνιο, ο Θεόδωρος Τουρλεντές από τη Μεγαλόπολη, ο Γιάννης Αθανασίου Ούρδας κι ο Μιχάλης Ουζούνης, Μακεδόνες αυτοί. 
Η ομάδα τρύπωσε στο σπίτι του Παπα-Θανάση, εφημέριου της Ευαγγελίστριας στην Καμενίκια, ακραία δυτική συνοικία της πόλης. Είχε σκοπό να δράσει την επομένη κι έτσι ν' αποδιοργανώσει τα τελευταία σχέδια των Βουλγάρων.

 Κουμπούρας

Ξημέρωσε η 14η Ιουλίου. 

Τότε όμως διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση είχε προδοθεί. Σε λίγο όλη η τουρκική φρουρά των γειτονικών στρατώνων, κάπου 3 χιλ. άντρες, περικύκλωσε την Ευαγγελίστρια.
Ο Μητρούσης και τα παλληκάρια του γλίστρησαν στην εκκλησία, ενώ το σπίτι του παπά παραδινόταν στις φλόγες. Ταυτόχρονα ο τουρκικός όχλος έσπευδε στον τόπο της θυσίας για ν' απολαύσει το θέαμα.
"Παραδοθείτε, γκιαούρηδες!"


Ο Μητρούσης και οι σύντροφοί του απάντησαν με ομοβροντία. Είχαν πάρει απόφαση να πουλήσουν όσο πιο ακριβά μπορούσαν τη ζωή τους.
Την ίδια στιγμή αφήνουν την πόρτα του προαυλίου ανοιχτή. Κανείς όμως δεν τολμά να πλησιάσει: κατάλαβαν την παγίδα.
Το τι επακολούθησε είναι πια αληθινή εποποιία.
Πέντε ημίθεοι αντιπαλεύουν με μυριάδες τουρκικό στρατό επτά ολόκληρες ώρες. 
Πρώτος πέφτει ο Τουρλεντές, τρυπημένος από σφαίρες. Οι σύντροφοί του κατασπάζονται τα ψυχρά του χείλη και ρίχνουν το σώμα του στις φλόγες, που άρχισαν ήδη να τους περιζώνουν.
Σε λίγο πέφτει νεκρός κι ο Μιχάλης Ουζούνης. Ο Κουμπούρας κι ο Γιάννης Ούρδας τραυματίζονται βαριά και πέφτουν, ανίκανοι πια να αμυνθούν. 
Τότε οι Τούρκοι εισορμούν στο προαύλιο και τους πιάνουν ζωντανούς. Ο καπετάν Μητρούσης συνεχίζει τη μάχη απ' το καμπαναριό.
"Παραδώσου, καπετάνιε", του φωνάζει ο Τούρκος αξιωματικός, κι ο καπετάνιος αποκρίνεται με βόλι.
Τέλος, αφού ξόδεψε και την τελευταία σφαίρα, τραβάει το μαχαίρι. Και μπροστά στα κατάπληκτα μάτια των διωκτών του «έκαμε χαρακίρι πάνω από τη μάλλινη χακί στολή του, από το χοντρό πλατύ ζωνάρι...».

Ο Νίκος Παναγιώτου κι ο Γιάννης Ούρδας, βαριά τραυματισμένοι, πάλεψαν μήνες με το θάνατο. Τους κράτησαν στη ζωή για να τηρήσουν έπειτα όλους τους τύπους.
Όταν έγιαναν, άρχισαν τις εξαντλητικές ανακρίσεις. 
Εκεί έλαμψε, για άλλη μια φορά, το υψηλό φρόνημα και η ηθική τους παλληκαριά. Πήραν απάνω τους όλες τις ευθύνες, κανέναν δεν πρόδωσαν, κανένα παράπονο δεν ξέφυγε από τα χείλη τους.
Τις ανακρίσεις παρακολούθησε και ξένος διπλωμάτης κι ο μισέλληνας πήρε τον λόγo και ρώτησε:
- Τι ζητούσες στη Μακεδονία, την ξένη χώρα;
Η απόκριση του Κουμπούρα ήρθε κοφτή και υπερήφανη:
-«Εμείς οι Έλληνες», είπε ο Νίκος, «έχουμε δύο πατρίδες, την ελεύθερη και τη σκλαβωμένη. Και οι ελεύθεροι πρέπει να αγωνιζόμαστε για ν' αποκτήσει και η σκλαβωμένη πατρίδα τη λευτεριά της. Η Μακεδονία δεν είναι ξένη γη».
Μεγάλη υποθήκη!
Όταν έγινε η τελική κρίση, η απόφαση του δικαστηρίου ήταν η αναμενόμενη:
-Κρεμάλα!

Την αυγή της 3 Δεκεμβρίου 1907 οι δύο μελλοθάνατοι, ο Νίκος Παναγιώτου από το Αγρίνιο κι ο Γιάννης Ούρδας από τις Σέρρες, οδηγήθηκαν στην αγχόνη.
Τα δύο ικριώματα είχαν στηθεί στην πλατεία του Ατ-Παζάρ, πίσω από το Διοικητήριο. 

Το αγριοβόρι κατέβαινε από τα χιονισμένα βουνά και ίσια πήγαινε και πάγωνε τα σώματα και τις ψυχές.
Ο Νίκος ανέβηκε θαρρετά στο υπόβαθρο. Ήταν όμορφο παλικάρι μόλις 27 χρονών, στην ανθηρή ώρα της Νεότητας!
Κι ενώ ο βρόγχος ήταν γύρω από το λαιμό του, στράφηκε στο πλήθος και είπε:
«Έλληνες, οι εχθροί της Πίστεως και της Πατρίδος μας κρεμούν σήμερα τους μάρτυρες, ούτε κλέφτες ούτε άτιμους» 

Κι αφού εζητωκραύγασε για το Έθνος, τη Μακεδονία, τους Άρχοντες, είπε τις τελευταίες λέξεις:
-«Κρεμάστε με γρήγορα να ησυχάσω»!
Ένα άτι και ο άγγελος Κυρίου παρέλαβε την ψυχή τους και την εναπέθεσε εν χώρα ζώντων! ...»


Από την "Ρίζα Αγρινιωτών" 
Τεύχος Σεπτεμβρίου 1990 

================
================