Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

"Έλα Ξανθή"

 

 *του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου

 






Ἔλα ξανθὴ ἀγάπη μου, ἡ αρνάδα σου σὲ κράζει
πέρα στὴν ἀκροποταμιά, στὰ πράσινα λειβάδια,
τώρα π᾿ ὁ ἥλιος ἔγειρε, ποὺ πιάνει νὰ βραδιάζει
τώρα π᾿ ἀρχίσαν στὶς βοσκὲς νὰ βγαίνουν τὰ κοπάδια.
Νὰ δεῖς τ᾿ ἀρνάκι ποὺ πηδᾷ τριγύρω στὴ βρυσούλα,
καὶ πάλι πῶς χαρούμενο γυρίζει στη μανούλα.
Θυμήσου μία φορὰ κι ἐμεῖς σὰν εἴμαστε παιδάκια
πῶς παίζαμε τρελὰ-τρελὰ μὲς στ᾿ ἄγρια λουλούδια,
θυμήσου πῶς σοῦ στόλιζα τ᾿ ὁλόχρυσα μαλλάκια.
Θυμήσου πόσα σοῦ ῾λεγα καὶ μοῦ ῾λεγες τραγούδια.
Τὰ χρόνια κεῖνα πέρασαν, τώρα σὰν μ᾿ ἀντικρύζεις
τὰ γαλανὰ τὰ μάτια σου ἀλλοῦθε τὰ γυρίζεις.




* Εἶναι τὸ πρῶτο δημοσιευμένο ποίημά του στὸ περιοδικὸ «ΕΒΔΟΜΑΣ», τὸ 1884, σ᾿ ἡλικία 16 ἐτῶν. 
Ὁ Δ. Καμπούρογλου ποὺ διηύθυνε τότε, ἔγραψε ἀργότερα, σχετικά: 
«Ἕνα πρωῒ τοῦ 1884, εἰσῆλθεν εἰς τὸ γραφεῖον μου, ἓν ὠχρὸν κι ὑπόξανθον παιδί, κρατώντας ἕνα χαρτί. Μοῦ εἶπε δέ, μὲ συστολὴν καὶ μὲ τὸ τότε παρθενικὸν ἐρύθημα, ὅτι πρόκειται περὶ ποιήματός του, διὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ ὁποίου μὲ παρεκάλεσε.... Τὸ διάβασα. Ἦτο ἁπλοῦν, τρυφερὸν καὶ μὲ ποιητικὴν ἰδίως σκέψιν.
-῾Θὰ τὸ δημοσιεύσω᾿ τοῦ εἶπα κι ἔφυγεν καταχαρούμενος.
Κατόπιν ἄρχισε κάθε τόσον νὰ μὲ ἐπισκέπτεται, ἕως ὅτου τὸν ἀγάπησεν ὅλος ὁ κύκλος τῆς ῾ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ᾿, φίλοι, δημιουργοὶ καὶ δημιουργούμενοι».