Κυριακή, 28 Νοεμβρίου 2010

"Το Βραχώρι"




του Κωστή Παλαμά












Πόσες μᾶς θρέψανε στιγμές, καὶ πῶς τὶς λησμονοῦμε!
Τοῦ Ζαλοκώστα τὸ τραγούδι ἀκόμα τὸ θυμοῦμαι,
ψάλτης του καθὼς τό ῾λεγα στῶν χρόνων μου τῶν νέων
τὸ λυρικό, τὸ ἀκράταγο μεθύσι:
«Τριίππουρος πασὰς κινεῖ ἀπὸ Βραχώρι πνέων
                                           ἄγρια μίση …».
Χαρά, τρισύλλαβο ὄνομα λαμπρόηχο, τὸ Βραχώρι!
κ᾿ ἐσὺ λαμπρή, τῆς Ρούμελης χαρά, δουλεύτρα κόρη,
κι᾿ ἂν ἄλλο πῆρες, ὄνομα θαμμένο στὰ βιβλία,
μ᾿ ἀρέσει τ᾿ ἀρματωλικὸ ὄνομά σου
μὲ τοῦτο, καὶ ὁλοζώντανη, τὴ βλέπει ἡ φαντασία
                                           τὴ ζωγραφιά σου.
Ηὗρα μές᾿ στὰ λαγκάδια σου παρθένα κατατόπια.
Καὶ ἀπὸ τοὺς βράχους τῆς Κλεισούρας, κάστρα σὰν κυκλώπεια
πέρασα στὰ νερόχαρα τοῦ Ἀλάμπεη τὰ γιοφύρια
παιδὶ γιὰ νὰ ῾ρθῶ ἀσήμαντο σ᾿ ἐσένα.
Κῆποι, νερά, σπίτια πουλιά, γαστροῦλες, παραθύρια
                                            σ᾿ Ἐσὲ ἦταν ἕνα.
Θυμοῦμαι: Κάποιας λίμνης σου φανταχτερῆς μία μέρα
θωριά, σὰ νὰ μὲ φτέρωσε σ᾿ ἄλλου πλανήτη ἀέρα,
καὶ τ᾿ Ἀσπροπόταμου ἄκουσα κι ἀπὸ μακριὰ τὸ ρέμα
νὰ μοῦ βουίζη, ὁρμὴ ἑνὸς πλάστη κόσμου.
Δειλός, ὀκνός, μὰ ὀρθώνονταν μὲ ξαναμμένο τὸ αἷμα
                                            τὰ νιάτα ἐμπρός μου.
Τῆς Μούσας ὑποτακτικός, δικούς μου ἀνοίγω δρόμους
καὶ δένω τὶς ἀγάπες μου στῆς ἁρμονίας τοὺς νόμους.
-Πρόκοβε, γῆ, πληθαίνοντας τὸ γνώριμο βοτάνι,
τὴν ὥρα, ἡδονικὰ σὰν τὸ ροφοῦμε,
μές᾿ στοὺς ἀχνούς του γαλανοὺς πιὸ γαληνὴ μᾶς κάνει
                                                       νὰ τὴ χαροῦμε.
Πρόκοβε, χώρα εὐλογητή, καθάρια, καρποφόρα.
Μέρες καὶ Μοῖρες τάχα ποιὲς μᾶς καρτεροῦνε, χώρα;
Καὶ ὁ καταλύτης πόλεμος κι᾿ ἡ πλουτοδότρα εἰρήνη
θυσίας βωμοί, πάντα νὰ ζεῖ ἡ Πατρίδα.
Γιὰ ὅσα περνοῦν ἢ μέλλονται βοηθὸς Θεὸς ἂς δίνῃ
                                                θύμηση, ἐλπίδα
.